Στα σκοτεινά όρια εγκλήματος και εξουσίας

Μάσιμο Καρλότο “Η συμμορία των εραστών” (μτφ. Δήμητρα Δότση, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
Καρύλ Φερέ “Ούτου” (μτφ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα, 2016)

 

Ο άτυπος ντετέκτιβ με την περιπετειώδη ζωή Μάρκο Μπουράτι, γνωστός και ως Αλιγάτορας, μαζί με τη συνηθισμένη παράξενη παρέα του, όλους «ειδήμονες σε θέματα υπαρξιακής κατάρρευσης», αναλαμβάνει να διαλευκάνει μια υπόθεση εξαφάνισης, ενώ ακόμα ηχεί ολοζώντανος στα αυτιά του ο γδούπος πάνω στα πλακάκια της αυλής, που έκανε το κορμί της αγαπημένης του φίλης, Σιλβί, όταν μπροστά στα μάτια τους πήδηξε από το παράθυρο.
Στο έκτο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά, ο Καρλότο σκιαγραφεί (κυρίως χάρη στις δύο πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, του Μάρκο και ενός κυνικού εγκληματία) έναν κόσμο γεμάτο βία, αλλά ταυτόχρονα και έναν κόσμο βυθισμένο στη διαπλοκή, τα σκάνδαλα, τη συγκάλυψη, όπου η διαφθορά διαχέεται και απλώνεται διαρκώς. Όπως λέει κυνικά ένας πρωταγωνιστής του, «κανείς δεν μπορούσε να αξιώνει το δικαίωμα να απομυζεί τους άλλους χωρίς να μοιράζεται τη λεία»…

Μια περιπετειώδη ζωή

Ο Μάσιμο Καρλότο έζησε κι αυτός μια μάλλον περιπετειώδη ζωή από το 1976 που, 19χρονος φοιτητής, μέλος της οργάνωσης Λότα Κοντίνουα, συλλαμβάνεται για φόνο, μέχρι το 1993 που ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Λουίτζι Σκαλφάρο τού έδωσε τελικά χάρη. Διαφυγή σε Γαλλία, Μεξικό, Νικαράγουα και αλλού, επιστροφή στην Ιταλία, δίκες και καταδίκες, είσοδος στη λογοτεχνία και τελικά η οριστική απελευθέρωση –μια ιστορία που την αφηγείται συναρπαστικά μέσα σε λίγες μόλις σελίδες ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, στον δεύτερο τόμο από τις Κεραίες της εποχής μου, όπου περιγράφει και την πρώτη ουσιαστική γνωριμία μεταξύ τους, στην Πάντοβα, στο εστιατόριο «δίπλα στο ποταμάκι που ζωγράφισε ο Τζορτζόνε στην Καταιγίδα του».
Ο Καρλότο γράφει το πρώτο βιβλίο του το 1994 (εκδόθηκε το 1995 και έγινε αμέσως μεγάλη επιτυχία), εγκαινιάζοντας έτσι ένα συγγραφικό σχέδιο που συνδέει το αστυνομικό μυθιστόρημα με την ερευνητική, καταγγελτική ενίοτε, δημοσιογραφία και μπολιάζεται διαρκώς από την πολιτική οπτική που ο Καρλότο θέτει πάντα ως πλαίσιο των βιβλίων του: «όσοι γράφαμε ή θέλαμε να γράψουμε ιστορίες εγκλημάτων, οφείλαμε να τις περιγράψουμε ως αυτό που πραγματικά ήταν: μια συνέπεια της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας», όπως έλεγε στον συγγραφέα των Κεραιών.
Ο κόσμος του Καρλότο είναι ένας κόσμος μελαγχολικός, μπροστά στον κυνισμό του πλούτου και της διαφθοράς. Ο Αλιγάτορας, τελικά, είναι ένας νικημένος που όμως δεν λέει να το παραδεχτεί και να συνθηκολογήσει, ένας ρομαντικός που μοιάζει, με την κάθε του λέξη, την κάθε του κίνηση, να αναρωτιέται για το ίδιο πράγμα που αναρωτιέται και ο Ανταίος Χρυσοστομίδης, κάποια στιγμή στη συνομιλία του με τον Καρλότο: «πού χάθηκε η Ιταλία που ξέραμε;». Ή, ίσως, ο κόσμος που ξέραμε.

Μια σκοτεινή εκδίκηση

Το Ούτου (σημαίνει εκδίκηση στα μαορί) είναι το δεύτερο βιβλίο του Καρύλ Φερέ που διαδραματίζεται στη Νέα Ζηλανδία, μετά το Χάκα. Πρωταγωνιστής, ο Πολ Όσμπορν, φίλος του αστυνομικού Τζακ Φιτζέραλντ, που αυτοκτονούσε στο τέλος του προηγούμενου βιβλίου. Ο Όσμπορν, πρώην αστυνομικός που επανέρχεται στην υπηρεσία, βαθύς γνωστός της κουλτούρας των Μαορί, εμπλέκεται σε μια ιστορία γεμάτη μυστήριο που τον οδηγεί στις πιο άγριες γωνιές της ζωής στην «πιο φιλήσυχη χώρα του κόσμου», αλλά ταυτόχρονα και σε μια σύγκρουση με ισχυρούς παράγοντες της κοινωνίας, με τους διεφθαρμένους εκπροσώπους των πιο μεγάλων πολιτικών και οικονομικών συμφερόντων.
Όπως πάντα, ο Φερέ εντάσσει –άλλοτε πολύ πετυχημένα και άλλοτε λιγότερο– σωρεία στοιχείων της κοινωνικοπολιτικής πραγματικότητας στην αστυνομική του πλοκή, σκιαγραφώντας με τον τρόπο αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο που συνήθως με κάποιο τρόπο κινεί τις ιστορίες του.
Στο Ούτου, παράλληλα με την ιστορία της αστυνομικής έρευνας –με τα γνώριμα κρεσέντα ωμής βίας, σήμα κατατεθέν των βιβλίων των Φερέ (και μεγαλύτερη αδυναμία τους, κατά τη γνώμη μου)–, εκτυλίσσεται και μια ιστορία απελπισμένης αγάπης που μπορεί να φτάσει στα απώτατα άκρα. Ταυτόχρονα, μπροστά μας ζωντανεύει, για άλλη μια φορά, μια χώρα με τα σημάδια της αποικιοκρατίας να μην έχουν σβήσει, μια χώρα βαθιά διχασμένη, με τους Μαορί (που «ήταν πάντα υπεράριθμοι στο σωφρονιστικό σύστημα. Ένα αληθινό στατιστικό στοιχείο για έναν πληθυσμό απειλούμενο ή απειλητικό, ανάλογα από ποιο πρίσμα έβλεπε κανείς τα πράγματα»), παρά τις όποιες αποζημιώσεις που μπορεί να έπαιρναν για τη γη τους (όταν «η Νέα Ζηλανδία ζήτησε επίσημα συγγνώμη για την κατάσχεση των περιοχών που ακολούθησε μετά τους πολέμους των Μαορί»), να ζουν κατά κανόνα σε πολύ δύσκολες συνθήκες, μέσα σε μια κοινωνία διακρίσεων και ρητού ή υπόρρητου ρατσισμού, στην οποία, για παράδειγμα, η λέξη εξέλιξη σημαίνει κατάργηση του κράτους προνοίας.
Η ιστορία του βιβλίου, τελικά, είναι μια ιστορία απόγνωσης, υπαρξιακής κάποιες φορές, που μπορεί να κλειστεί σε μια δυο λέξεις, στο «κι εγώ» που λέει ο Όσμπορν στο τέλος του βιβλίου απαντώντας στο «βαρέθηκα!» που ακούγεται δίπλα του.

Κώστας Αθανασίου