Στην πολιτική σκέψη του Τεοντόρ Αντόρνο

Ο πολιτικός αγώνας της Άνοιξης της Πράγας και η αυταπάτη της διεξόδου

theoria

 

Σε μια συνέντευξή του για το περιοδικό «Der Spiegel», το 1969, ο Τέοντορ Αντόρνο απάντησε στην ερώτηση «Τι χρειάζεται να γίνει;» λέγοντας: «Δεν ξέρω. Μπορώ μόνο να αναλύω ατελείωτα το “τι”». Σε μια περίοδο φορτισμένη ακόμα με τον επαναστατικό ενθουσιασμό του 1968, ο Αντόρνο πρέσβευε τον πεσιμισμό, την αρνητικότητα και την αμφιβολία. Αντιλαμβανόταν το φοιτητικό κίνημα διαμαρτυρίας, όπου η υπερβάλλουσα αισιοδοξία υποτίθεται ότι θα σίγαζε τις «αντικειμενικές αμφιβολίες» για τις πραγματικές πιθανότητες της κοινωνικής αλλαγής, ως ψευδοακτιβισμό. Οι δράσεις, οι διαδηλώσεις και οι απεργίες ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία από τις συνθήκες της περιόδου. Μπορεί να προκαλούσαν μια επαναστατική ψυχολογία, αλλά ήταν πολύ μακριά από την οικοδόμηση μιας κοινωνίας απαλλαγμένης από τον καπιταλισμό και την κυριαρχία της μπουρζουαζίας. Μάλιστα, οι επιπτώσεις τους μπορούσαν να είναι οι αντίθετες ακριβώς από αυτό που είχαν υποσχεθεί οι «υποστηρικτές της άμεσης δράσης».
Σε ένα άρθρο με τον τίτλο «Resignation» (=παραίτηση), ο Αντόρνο όριζε τη δράση του φοιτητικού κινήματος διαμαρτυρίας σαν να ζωγράφιζε μια πόρτα στα περίκλειστα τείχη του κοινωνικού συστήματος, έναντι του οποίου τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή δεν υπήρχαν εναλλακτικές. Αυτά τα τείχη ανακινούσαν δικαιολογημένα αισθήματα εγκλεισμού, χειραγώγησης και ανελευθερίας. Ωστόσο, καμιά διέξοδος από τα τείχη του συστήματος δεν ήταν πρόσφορη.

 

Του Μάικλ Χάουζερ*

Ο Αντόρνο δεν ισχυριζόταν ότι όλες οι δράσεις του κινήματος του 1968 ήταν ψευδοακτιβισμός. Στήριζε τον αποκλεισμό του κτιρίου του Springer Presse από τους φοιτητές, τον οποίο, δεδομένων της χειραγωγούμενης ενημέρωσης και του κυνηγιού μαγισσών που είχαν εξαπολύσει τα ΜΜΕ, θεωρούσε νόμιμο. Συμμετείχε, επίσης, στις διαδηλώσεις ενάντια στην ψήφιση νόμων για «καθεστώς έκτακτης ανάγκης», που θα περιόριζαν τη δημοκρατία, και στις προτεινόμενες μεταρρυθμίσεις στον ποινικό κώδικα. Μίλησε δημόσια στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση και αναφέρθηκε ανοιχτά στα προβλήματα της σύγχρονης γερμανικής κοινωνίας. Σε αντίθεση με τον Μαξ Χορκχάιμερ, κατήγγειλε την αμερικανική εισβολή στο Βιετνάμ. Ο Αντόρνο ενεπλάκη δημόσια πολύ περισσότερο από τους περισσότερους κοινωνικούς επιστήμονες του 20ού αιώνα και η δραστηριοποίησή του είναι συγκρίσιμη με αυτή των σημερινών πολιτικών ακτιβιστών.
Σύμφωνα με τον Αντόρνο, ο ψευδοακτιβισμός δεν βασίζεται σε μια θεωρητική ανάλυση μιας δεδομένης κατάστασης, συνεπώς δρα τυφλά και ενστικτωδώς. Το βασικό του κίνητρο είναι η ψυχική ικανοποίηση του υποκειμένου που βιώνει το αίσθημα της επαναστατικότητας, το οποίο έχει ένα χαρακτήρα de facto καταναλωτικό: «Ας απολαύσουμε την επανάσταση!». Οι ψευδοακτιβιστές καταδεικνύουν μίσος ενάντια σε οτιδήποτε αποτρέπει την «αυθόρμητη» δράση ατόμων και συλλογικοτήτων και θέλουν να το εκριζώσουν. Αυτή η στάση εκφράστηκε από το βερολινέζικο Kommune 2 ως εξής: «Τι υπηρεσία προσφέρει ο παλιός Αντόρνο με τις θεωρίες του, που είναι πλέον απεχθείς σε εμάς, αφού δεν λέει τίποτα για το ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να κάψεις ένα γαμημένο πανεπιστήμιο…».

Βία και πολιτική αντίσταση

Ο Αντόρνο συμφώνησε με τον Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος μίλησε για τον «αριστερό φασισμό» των ριζοσπαστών φοιτητών. Πρόκειται για φασισμό διότι η κοινωνική αλλαγή υποτίθεται ότι εξαρτάται μόνο από τη βούληση ενός σημαντικού αριθμού ακτιβιστών. Οι πράξεις των ριζοσπαστών φοιτητών εμπεριείχαν φασιστικό βολονταρισμό, που δεν αναγνώριζε ούτε δεοντολογικές ούτε θεσμικές θεωρήσεις. Εξέφραζε περιφρόνηση και απέχθεια για τους δημοκρατικούς θεσμούς. Οι ριζοσπάστες φοιτητές ανοίχτηκαν σε περιπετειώδεις και βίαιες δράσεις με σκοπό την αφύπνιση κοινωνικών δυνάμεων εχθρικών στο νόμιμο κράτος.
Ωστόσο, ο Αντόρνο δεν καταδικάζει τη βία εξ αρχής: Ο ναζισμός και η δικτατορία των συνταγματαρχών στην Ελλάδα παρείχε επιχειρήματα για τη χρήση βίας ως μέσου πολιτικής αντίστασης, υποστήριζε σε μια συνέντευξή του στο «Der Spiegel». Ωστόσο, στο πλαίσιο ενός νόμιμου κράτους, όπως η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η αριστερή βία είναι άστοχη και δυναμώνει τις ίδιες τις συντηρητικές τάσεις που επιχειρεί να εκριζώσει. Προέβλεψε ότι, μετά την αποτυχία τους, οι διαμαρτυρόμενοι φοιτητές θα εκπέσουν σε γενική παραίτηση, πράγμα το οποίο είναι αυτό που κυρίως συνέβη.

Διέξοδοι στα τείχη του συστήματος

Έχει, όμως, ποτέ ανοίξει μια διέξοδος στα τείχη του συστήματος; Ήταν η επιθυμία της κοινωνίας για αλλαγή πάντα ένα απλό συναίσθημα, συνοδευόμενο από ψευδοακτιβισμό; Ο Αντόρνο απάντησε ότι η πραγματική πιθανότητα μιας απελευθερωμένης κοινωνίας έχει εμφανιστεί στην ιστορία, αλλά αναφέρεται σε αυτό μόνο σε μερικά σχόλια στο περιθώριο των κειμένων του. Για παράδειγμα:
«Εκείνη την περίοδο, όπως σε ακόμα μια περίοδο μετά το 1945, έμοιαζε να υπάρχει μια δυνατότητα για μια πολιτικά απελευθερωμένη κοινωνία. Βεβαίως, απλώς έμοιαζε να υπάρχει. Είχε ήδη αποφασιστεί τη δεκαετία του 1920, σε συνάρτηση με τα γεγονότα του 1919 [σσ. την ήττα της γερμανικής επανάστασης]. Εάν τα πράγματα είχαν εξελιχθεί διαφορετικά, θα είχαν  μεγιστοποιημένη πιθανότητα να επηρεάσουν τις ρωσικές εξελίξεις και  να προλάβουν το σταλινισμό»**.
Η πρώτη διέξοδος από τα τείχη του συστήματος είχε ανοίξει μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, χάρη στη ρωσική και τη γερμανική επανάσταση. Η δεύτερη διέξοδος εμφανίστηκε για ένα μικρό διάστημα μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, πιθανώς σε συσχετισμό με τη συνεχιζόμενη συνεργασία των Μεγάλων Δυνάμεων, και μπορεί να ανακίνησε ελπίδες για την απελευθέρωση από το σταλινισμό και την κοινωνικοποίηση του καπιταλισμού. Παρόλα αυτά, ήδη από το 1950, ο Αντόρνο κάνει σαφές στο άρθρο του «Η ΕΣΣΔ και η ειρήνη» ότι αυτή η διέξοδος δεν αξιοποιήθηκε. Η πολιτική, πίστευε, δεν είναι πραγμάτωση της ανθρωπότητας, είναι απλώς ένα προσωπείο για τις διεθνείς συγκρούσεις εξουσίας, στις οποίες ο ιμπεριαλισμός της σταλινιστικής δικτατορίας εκμεταλλεύτηκε τη θέληση για ειρήνη, ώστε να κερδίσει χρόνο για την «ολοκληρωτική επιχείρησή» του.
Ο Αντόρνο πήρε τις αποστάσεις του από το σοσιαλιστικό μπλοκ, στο οποίο, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, οι μαρξιστικές αντιλήψεις, μεταμορφωμένες στο αντίθετό τους, υπηρέτησαν απάνθρωπες και ανελεύθερες πρακτικές. Στράφηκε στη δυτική φιλελεύθερη κοινωνία, η οποία πρόσφερε τη δυνατότητα για διαρκή ανάλυση των παρόντων συνθηκών και επέτρεπε την αυτόνομη κριτική σκέψη. Σύμφωνα με τον Αντόρνο, ο φιλελεύθερος καπιταλισμός είχε περισσότερη δυναμική να αλλάξει την κοινωνία από ό,τι η Σοβιετική Ένωση και οι δορυφόροι της, όπου το ιδανικό μιας καλύτερης κοινωνίας γινόταν αντικείμενο εκμετάλλευσης για την υπεράσπιση των κακών συνθηκών και όπου η θεωρία εφευρισκόταν για να υπηρετεί την πράξη που δημιουργούσε αυτές τις συνθήκες.

Η τρίτη διέξοδος

Η στάση του Αντόρνο απέναντι στη σοσιαλιστική δικτατορία, πολύ κοντινή σε αυτή της Χάνα Άρεντ, αποτελεί ίσως το λόγο για τον οποίο ο Αντόρνο αγνοεί τελείως την Άνοιξη της Πράγας του 1968. Στο εκτενές έργο του επικρατεί απόλυτη σιωπή με μόνο μια αναφορά στη «ρωσική εισβολή στην Τσεχοσλοβακία». Αλλά τι ανακαλύπτουμε όταν συγκρίνουμε το φοιτητικό κίνημα διαμαρτυρίας στη δυτική Ευρώπη και την Άνοιξη της Πράγας; Ήταν τελικά ο πολιτικός αγώνας της Άνοιξης της Πράγας ένας ακόμα ψευδοακτιβισμός, που συντηρούσε την αυταπάτη της διεξόδου από ένα κλειστό σύστημα;
Ο τσέχος συγγραφέας Λούντβιχ Βάτσουλικ έγραψε στη διακήρυξή του «Δυο χιλιάδες λέξεις»: «Αυτήν την άνοιξη μια μεγάλη ευκαιρία επέστρεψε ξανά για εμάς, όπως συνέβη και μετά τον πόλεμο. Έχουμε τη δυνατότητα να πάρουμε τα πράγματα –τα λεγόμενα και ως σοσιαλισμός– στα χέρια μας.» Μπορούμε να αντιληφθούμε την Άνοιξη της Πράγας ως την επιστροφή της δυνατότητας μιας απελευθερωμένης κοινωνίας που εμφανίστηκε μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, όπως ανέφερε ο Αντόρνο.
Ωστόσο, δεν επρόκειτο για μια απλή επιστροφή. Ο τσέχος φιλόσοφος Κάρελ Κόσικ, στο δοκίμιό του «Ο σοσιαλισμός και η κρίση του σύγχρονου ανθρώπου» (που γράφτηκε την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας) υποστηρίζει ότι το σύστημα της χειραγώγησης δεν βρίσκει εφαρμογή μόνο στο σταλινισμό, αλλά και στο δημοκρατικό καπιταλισμό, διότι και οι δύο λειτουργούν με «τεχνικό λόγο». Ο πολιτικός αγώνας της Άνοιξης της Πράγας δημιουργεί εναλλακτική και για τις δύο δομές που στέκονται στα ίδια θεμέλια.
Ο Κόσικ γνωρίζει ότι η εναλλακτική –η λεγόμενη και «σοσιαλιστική δημοκρατία»– απαιτεί συγκεκριμένες ιστορικές υποθέσεις. Η εξέλιξή της μετά το 1945 ήταν γεμάτη λάθη, παραμορφώσεις και βία. Αλλά εκείνη την εποχή, αυτό ήταν το στάδιο στο οποίο η μετα-καπιταλιστική μορφή ιδιοκτησίας («συλλογική ιδιοκτησία», που μετεξελίχθηκε σε κρατική και ομαδική ιδιοκτησία) αναπτύχθηκε, παρότι ήταν κεντρικά ελεγχόμενη και συχνά σε αντίθεση με το Σύνταγμα της εποχής. Ο σταλινισμός ήταν ένα γραφειοκρατικό πολιτικό σύστημα που δεν επέτρεπε την αυτονομία της κριτικής σκέψης, αλλά έθεσε τα θεμέλια (τη μετα-καπιταλιστική μορφή ιδιοκτησίας), ώστε να εμφανιστεί μια διέξοδος στα τείχη του δικού του συστήματος χειραγώγησης. Ο Κόσικ δεν θα συμφωνούσε με τον Αντόρνο ότι η πιθανότητα μιας απελευθερωμένης κοινωνίας δεν υπήρξε εκεί.

Το πέρασμα στην πράξη

Στα αρχεία του 14ου Συνεδρίου του ΚΚ Τσεχοσλοβακίας –που πραγματοποιήθηκε στην Πράγα στις 22 Αυγούστου 1968, μόλις τη δεύτερη μέρα μετά την εισβολή– μπορούμε να βρούμε την κοινωνική κριτική ανάλυση που ο Αντόρνο επιζητούσε:
«Ο σοσιαλισμός περιορίστηκε σε απλή εθνικοποίηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, στη διοικητική διαχείριση της οικονομίας κεντρικά και σε ένα μονοπωλιακό σύστημα πολιτικής εξουσίας.»***
Η κοινωνική σκέψη γίνεται αυτοδιοικούμενη και είναι αυτό ακριβώς το στοιχείο που εξυπηρετεί την πολιτική πρακτική του σοσιαλισμού. Επιπλέον, το κίνημα της Άνοιξης της Πράγας είχε ένα πλεονέκτημα που τα αντίστοιχα κινήματα στις χώρες της Δύσης δεν είχαν: μετα-καπιταλιστική ιδιοκτησία των οικονομικών πηγών. Κατά συνέπεια, η συζήτηση για εναλλακτικά μοντέλα που διαμείφθηκε στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής δημοκρατίας δεν ήταν απλώς ένας ακαδημαϊκός διάλογος, όπως είναι σήμερα, που μπορούμε να συζητάμε αέναα τη «συμμετοχική οικονομία» των Μάικλ Άλμπερτ και Ρόμπιν Χάνελ ή άλλες σχετικές προτάσεις για τη μετα-καπιταλιστική οικονομία, δίχως αυτή η συζήτηση να έχει καμιά επίδραση στην πραγματική δομή του σύγχρονου οικονομικού συστήματος.
Την περίοδο της Άνοιξης της Πράγας, καθιερώθηκαν επιτροπές εργατών με συλλογικό χαρακτήρα, οι οποίες αποτελούσαν δημοκρατικά σώματα που διοικούσαν επιχειρήσεις και εκλέγονταν από όλους τους εργάτες με άμεσες μυστικές εκλογικές διαδικασίες. Όριζαν τους μισθούς της διοίκησης, είχαν την εξουσία να απολύσουν τη διεύθυνση και συναποφάσιζαν με τη διοίκηση για διαχειριστικά ζητήματα της επιχείρησης. Σύμφωνα με σχετική έρευνα που διεξήχθη εκείνη την περίοδο, η οικονομική αυτοδιοίκηση είχε τη στήριξη της πλειοψηφίας της κοινής γνώμης. Το 53,3% όσων ερωτήθηκαν συμφώνησε με το θεσμό των εργατικών επιτροπών και μόνο ένα 10% διαφώνησε.
Στα αντίστοιχα κινήματα στη Γερμανία, τη Γαλλία και άλλες δυτικές χώρες, η οικονομική αυτοδιοίκηση παρέμεινε ένα ουτοπικό όνειρο που διαλύθηκε υπό την επιρροή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων. Στη Γαλλία, την περίοδο των μαζικών απεργιών του Ιουνίου του 1968, οι εργάτες κατέλαβαν τα εργοστάσια και σε μερικές περιπτώσεις καθιέρωσαν επιχειρησιακές επιτροπές που συναγωνίζονταν με τις παραδοσιακές συνδικαλιστικές απεργιακές επιτροπές. Αυτές οι επιτροπές παρέμειναν εσωτερικά διασπασμένα και δεν ανέπτυξαν στρατηγική για το πώς θα διοικούσαν τις επιχειρήσεις.
Σε αντίθεση με την Άνοιξη της Πράγας, όπου η κυβέρνηση προετοίμασε νόμο για το νομικό καθεστώς των εργατικών επιτροπών. Τέτοια συμβούλια στη Γαλλία το 1968 κρίθηκαν παράνομα και οι κρατικές αρχές σύντομα τα διέλυσαν. Στην Τσεχοσλοβακία, καταλύθηκαν το 1969 ως αποτέλεσμα των πολιτικών αλλαγών που επέφερε η κατοχή. Αυτή η θεμελιώδης διαφορά στη διατήρηση και το ρόλο των εργατικών επιτροπών, ως συλλογικά σώματα που διοικούσαν, προκύπτει από τη διαφορετική μορφή ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων. Στην Τσεχοσλοβακία υπήρχε η συνθήκη της οικονομικής δημοκρατίας, ως μετα-καπιταλιστικής μορφής ιδιοκτησία, ενώ στη Γαλλία και τη Γερμανία τα κινήματα διαμαρτυρίας, σε συνδυασμό με το φάσμα και των άλλων αιτημάτων, απλώς φιλοδοξούσαν να δημιουργήσουν μια τέτοια συνθήκη.

Ένα κρίσιμο πείραμα

Αυτήν την περίοδο, η νομιμοποίηση του ηγετικού ρόλου του ΚΚ πήγαζε από τη διαβεβαίωση του Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ για διατήρηση των μετα-καπιταλιστικών μορφών ιδιοκτησίας. Στα κείμενα του 14ου Συνεδρίου διαβάζουμε ότι ο στόχος της Άνοιξης της Πράγας ήταν να διασφαλίσει ότι:
«Όλοι οι εργάτες θα είχαν τον πραγματικό έλεγχο της διαδικασίας της παραγωγής και θα καθιστούσαν την παραγωγή πλούτου δική τους αντί να την υπηρετούν ως μέσα της. (σ. 155) Η σοσιαλιστική δημοκρατία της Άνοιξης της Πράγας δημιουργεί εμβρυακές μορφές της μελλοντικής κοινωνικής δικαιοσύνης, που προχωρά πέρα από τον ορίζοντα της νομοθεσίας και της αρχής της αποδοτικότητας.»(σ. 157)
Συνεπώς, υπήρχε συναίνεση σχεδόν από όλο το κοινωνικό φάσμα ότι ως εξουσία το ΚΚ μπορούσε να δημιουργήσει μια πιο δημοκρατική και ανθρώπινη κοινωνία από εκείνες του δυτικού φιλελεύθερου καπιταλισμού. Αυτό αποτέλεσε το ζενίθ του κομουνιστικού κινήματος κατά το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα είχε απομείνει σε εμάς από τη σοσιαλιστική δημοκρατία, εάν σε αυτό το κρίσιμο πείραμα είχε δοθεί αρκετός χρόνος. Και δεν είναι αλήθεια ότι η ιστορική αναγκαιότητα της επικείμενης καταστροφής αποτελούσε την αναπόφευκτη μοίρα του.
Ο Γίρι Πελικάν, ηγετική μορφή της Άνοιξης της Πράγας, ο οποίος αργότερα εξόριστος στη Δύση επιχείρησε να διατηρήσει την κληρονομιά της, υποστήριξε ότι η κατοχή της Τσεχοσλοβακίας θα μπορούσε να αποτραπεί αν η ηγεσία της ΚΚΤ είχε πιο επαναστατικό πνεύμα και ήταν πιο αποφασιστικό στην υπεράσπιση της Τσεχοσλοβακίας της με κάθε μέσο που είχε στη διάθεσή του σε περίπτωση στρατιωτικής παρέμβασης. Κατά τη γνώμη του, η ΕΣΣΔ δεν θα έπαιρνε το ρίσκο να δημιουργήσει ένα Βιετνάμ στο κέντρο της Ευρώπης και θα εγκατέλειπε την εισβολή.
Ίσως εάν το πολιτικό μίγμα του ηγέτη της Άνοιξης της Πράγας, Αλεξάντερ Ντούμπτσεκ, περιείχε περισσότερο από το χαρακτήρα των δυτικοευρωπαίων επαναστατών εκείνης της εποχής, όπως ο Ρούντι Ντούτσκε, ο οποίος εκείνη την περίοδο ζητούσε ανάληψη πολιτικής δράσης, η Άνοιξη της Πράγας θα μπορούσε να είχε αποφύγει την ήττα. Η διέξοδος από τα τείχη των συστημάτων χειραγώγησης θα μπορούσε να ανοίξει διάπλατα και να δημιουργηθούν ευνοϊκότερες συνθήκες για την επιτυχή έκβαση των δυτικών κινημάτων διαμαρτυρίας. Τότε ο Αντόρνο ίσως να είχε συμφωνήσει ότι ο πεσιμισμός και η αρνητικότητα δεν χρειάζεται να είναι οι τελευταίες λέξεις που θα εκφράζονταν για αυτό το ζήτημα.

Σημειώσεις

* Ο Μ. Χάουζερ είναι τσέχος φιλόσοφος, μεταφραστής και ιδρυτής της SOK (Ένωση για την Αριστερή Θεωρία). Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στις 15 Aυγούστου 2018, στον ιστότοπο  Open Democracy [www.opendemocracy.net].
** Theodor W. Adorno, Eingriffe. Neun kritische Modelle, Gesamelte Schriften, sv. 10.2, Suhrkamp, Frankfurt am Main, 1986, σ. 501
*** Tanky proti sjezdu. Úvod a závěr Jiří Pelikán, Novela bohemica, Πράγα 2018, σ. 149