Στις αβύσσους μιας άδειας καθημερινότητας

Κλαρίσε Λισπέκτορ «Οικογενειακοί δεσμοί»
(μτφ. Μάριος Χατζηπροκοπίου, εκδ. Αντίποδες, 2019)

Η Κλαρίσε Λισπέκτορ είναι πλέον αρκετά γνωστή στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό, μιας και έχουν μεταφραστεί ήδη τέσσερα βιβλία της στα ελληνικά. Θεωρείται η σπουδαιότερη Βραζιλιάνα συγγραφέας του αιώνα που μας πέρασε και υπήρξε μια εντελώς ιδιαίτερη περίπτωση στη λογοτεχνία, μια περίπτωση που δύσκολα μπορεί να ενταχθεί σε κανόνες.

Η συγκεκριμένη συλλογή διηγημάτων κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στη Βραζιλία το 1960, αν και τα περισσότερα διηγήματα είχαν γραφτεί αρκετά χρόνια νωρίτερα, και έκανε αμέσως αίσθηση. Στα περισσότερα από τα δεκατρία διηγήματα αυτής της συλλογής ο κεντρικός ρόλος ανήκει σε γυναίκα.
Η Λισπέκτορ δημιουργεί μια εντελώς χαρακτηριστική ατμόσφαιρα στα κείμενά της, μια ατμόσφαιρα σκοτεινή με φευγαλέες φωτεινές ρωγμές που κάνουν ακόμα πιο έντονο τον καταπιεστικό κόσμο στον οποίο ζουν οι χαρακτήρες της. Το κύριο χαρακτηριστικό της Λισπέκτορ, όμως, είναι η πρόζα της. Μπορεί να πραγματευτεί ένα θέμα χιλιοειπωμένο, αλλά το κάνει με τέτοιον ιδιαίτερο τρόπο, με τέτοια γλώσσα, λεξιλόγιο και ύφος, που και η ιστορία της γίνεται μοναδική – όπως μοναδικές είναι και οι πρωταγωνίστριές της. Με αυτή την ιδιαίτερη και απρόσμενη πολλές φορές γλώσσα, με μια γλωσσική και υφολογική τόλμη που κάποιες στιγμές μπορεί να μοιάζει με πειραματισμό, με φράσεις-διαμάντια, με προτάσεις που μπορεί να είναι λίγες λέξεις ή και πάνω από μισή σελίδα, με λυρικές κορυφώσεις που εναλλάσσονται με «πεζές» περιγραφές, τα διηγήματα της Λισπέκτορ είναι και μια αναγνωστική πρόκληση, που απαιτεί προσεκτικό διάβασμα από τον αναγνώστη και την αναγνώστρια που θέλουν να εισδύσουν στον κόσμο της, διάβασμα με φροντίδα.

Αντιφατικές σκέψεις, αντικρουόμενα συναισθήματα

Η Λισπέκτορ πλάθει περίπλοκους χαρακτήρες, με αντιφατικές σκέψεις και αντικρουόμενα συναισθήματα, που άλλοτε γραπώνονται από ελάχιστες σανίδες σωτηρίας και ελπίδας και την επόμενη στιγμή καταβυθίζονται στο πιο ζοφερό κενό, φτάνουν στο χείλος της αβύσσου. Μέσα στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί, μια ατμόσφαιρα τη μια στιγμή διαυγή και την άλλη μυστηριώδη, καταφέρνει να αναδεικνύει τις πιο σκοτεινές γωνιές των συναισθημάτων, τις πιο μύχιες σκέψεις, την πιο βασανιστική ενδοσκόπηση: «ποιος ξέρει σε τι σκοτάδια αγάπης μπορεί να φτάσει η στοργή», σκέφτεται η μια γυναίκα, τη στιγμή που στο δίπλα σπίτι κάποια άλλη συλλογίζεται «τη σκληρή αναγκαιότητα της αγάπης» και «πόσες φορές θα σκοτώσουμε από αγάπη», ενώ μια τρίτη, κάπου παραδίπλα, διερωτάται «ποιος δεν επιθύμησε ποτέ να κατέχει ένα ανθρώπινο ον για τον εαυτό του και μόνο; Κάτι που, βέβαια, δεν θα ήταν πάντα βολικό, υπάρχουν ώρες που δεν θέλει κανείς να έχει αισθήματα»…
Στα διηγήματα της Λισπέκτορ, ένα τετριμμένο γεγονός, ένα αδιάφορο συμβάν, μπορεί να πυροδοτήσει μια ολόκληρη αλυσίδα από σκέψεις και συναισθήματα. Καθώς η ασφάλεια της οικογενειακής εστίας μπορεί να μετατραπεί σε εφιάλτη, η συγγραφέας υπονομεύει διαρκώς, υπόγεια, υπόρρητα, όλους τους κανόνες και τις συμβάσεις που δημιουργούν μια ασφυκτική, παγωμένη, ζωή – συμβάσεις όμως που συνήθως δεν «επιβάλλονται» με τρόπο άμεσο αλλά πολλές φορές τις έχουν ενσωματώσει και τις αναπαράγουν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες της, οι ίδιοι που ασφυκτιούν μέσα σε αυτές («εκ των προτέρων αγαπούσε τον άντρα που θα αγαπούσε μια μέρα» – αυτό νιώθει μια γυναίκα «αποκαρδιωμένη, παραιτημένη, παραφουσκωμένη, παντρεμένη, χαρούμενη»).
Στον κόσμο της Λισπέκτορ ζουν άνθρωποι που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν (δύο γυναίκες, μάνα και κόρη, περιμένουν το τραίνο «χωρίς να έχουν τι να πουν», ενώ μόλις χωρίζουν αναρωτιούνται «τι είχαν ξεχάσει να πουν η μία στην άλλη, και τώρα ήταν πολύ αργά»), ενώ κάθε σχέση έχει και τη ζοφερή πλευρά της: «Ποια είναι η στιγμή που η μητέρα, κρατώντας σφιχτά το χέρι ενός παιδιού, του μεταδίδει αυτή τη φυλακή της αγάπης που θα καταπλακώνει για πάντα τον μελλοντικό άντρα;», αναρωτιέται. Η οικογένεια, αυτή η εστία η γεμάτη θαλπωρή, πνίγει την ίδια στιγμή που προσφέρει την ψευδαίσθηση της ασφάλειας: «ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι μαζεύονταν μέσα στο σπίτι καθιστούσε ριψοκίνδυνο οτιδήποτε ήταν έξω από τον οικογενειακό κύκλο μια δροσερή νύχτα του Μαΐου».

Βουβές κραυγές…

Η συγγραφέας περιγράφει με πικρό, κατεδαφιστικό χιούμορ τα θλιβερά γενέθλια μιας γυναίκας ογδόντα εννέα χρόνων με όλη την αγαπημένη (υποτίθεται, σύμφωνα με τις τηρούμενες συμβάσεις) οικογένεια γύρω της – δύο παράλληλοι κόσμοι που ακόμα κι αν κάποια στιγμή τέμνονται, σίγουρα δεν επικοινωνούν πουθενά. Στις σελίδες της Λισπέκτορ συναντάμε γυναίκες που ανακαλύπτουν πως «και χωρίς την ευτυχία ζούσε κανείς», η μια ανακουφίζεται (ανακουφίζεται;) όταν απομακρύνεται «από τον κίνδυνο του να ζει», άλλη φοβάται τη «φρικιαστική ανεξαρτησία» και επιζητεί τον «γνώριμο πλούτο της ρουτίνας» προτού αναζητήσει «στην κούραση εκείνο τον ακόμη καλύτερο τόπο που θα ήταν ο ύπνος», η διαρκώς απαρατήρητη, αόρατη δεκαπεντάχρονη («ήταν τόσο άσχημη και πολύτιμη») αναλογίζεται τη «μελαγχολία της ελευθερίας» αλλά και τη «νοσταλγία του παρόντος», ενός παρόντος ανύπαρκτου γι’ αυτήν, κάποια άλλη θέλει να μισήσει «έναν άντρα που το μόνο του έγκλημα ήταν πως δεν την αγαπούσε», πασχίζοντας να μάθει «να μισεί για να μην πεθάνει από αγάπη».
Ο κόσμος της Λισπέκτορ, ο κόσμος γύρω από τους πρωταγωνιστές και –κυρίως– τις πρωταγωνίστριές της είναι «τόσο πλούσιος που σάπιζε», η καλοσύνη των ανθρώπων είναι οδυνηρή, η σκληρότητα του κόσμου είναι ήρεμη, η ενοχή είναι πάντα παρούσα: «υπάρχουν τόσοι τρόποι να είσαι ένοχος και να χάσεις για πάντα τον εαυτό σου και να τον προδώσεις και να μην τον αντιμετωπίσεις».
Για το «δικαίωμα στην κραυγή» μιλάει σε κάποιο άλλο βιβλίο της η Λισπέκτορ. Και αυτά τα διηγήματα είναι κραυγές, βουβές όμως τις περισσότερες φορές, πνιγμένες σε ζωές που βαλτώνουν.

Κώστας Αθανασίου