Στις τσιμεντένιες εξέδρες των γηπέδων

diogos-1

Του Μάκη Διόγου

Η ενηλικίωση ενός εφήβου στις τσιμεντένιες κερκίδες της δεκαετίας του ’90, μιας συναρπαστικής οπαδικής περιόδου που άφησε σακατεμένους όσους επέζησαν από τις παγίδες της. Οι εκδρομές, τα συνθήματα, οι πέτρες, τα κλομπ, η πρέζα που μύρισε κάθε φλέβα δεμένη με δίχρωμο κασκόλ. Ο παράλληλος κόσμος που οι περισσότεροι αγνοούν ή προσποιούνται πως αγνοούν –μια ωδή στην κοινή ουτοπία των «χούλιγκαν», στα παιδιά που δεν μεγάλωσαν, στις ζωές που δεν θα αφηγηθεί κανείς πέρα από όσους τις είδαν να σβήνουν, Κυριακή με Κυριακή, στις γαλαρίες των πούλμαν και στα κάγκελα των γηπέδων. Προσωπικά βιώματα ενός οπαδού περιγράφει ο Νίκος Ιωαννίδης στο βιβλίο του «Μια εποχή στα τσιμέντα» (εκδόσεις Τόπος). Πρόκειται για την πρώτη καταγραφή ποδοσφαιρικών γεγονότων από τη πλευρά ενός οπαδού στην ελληνική αθλητική βιβλιογραφία.
«Γήπεδο πήγαινα από πάντα -με έσερνε ο βάζελος πατέρας μου παντού, από πιτσιρίκι. Άλλαξα ομάδα στη γιορτή μου, το 1987, στο 6-1 των Σερρών, την ώρα του παιχνιδιού και έγινα ΠΑΟΚ. Ξεκίνησα τις εκδρομές το 1989 και συνεχίζω μέχρι σήμερα, πηγαίνω όπου μπορώ», λέει ο συγγραφέας και συνεχίζοντας υπογραμμίζει: «Στα ταξίδια με τον πατέρα, τους είχα συναντήσει όλους. Οι ΠΑΟΚτσήδες μού ξύπνησαν κάτι πρωτόγονο, γνήσιο, δεν ήταν απλοί οπαδοί, αλλά μια πραγματική τρομοκρατική δύναμη, με τα ουρλιαχτά, τα συνθήματα και την ασταμάτητη τρέλα, κανονική παλαβομάρα και όχι σχήμα λόγου. Ήταν οι μοναδικοί που μου έστρεφαν το ενδιαφέρον να τους κοιτάζω, παρά να βλέπω το παιχνίδι. Μόλις είχα μπει στην εφηβεία, έψαχνα κάπου να ταιριάξω και ο κόσμος τους μου φάνηκε ως ο ιδανικός κόσμος να με χωρέσει. Ούτε πρωταθλήματα, ούτε κύπελλα, ούτε διαιτησίες υπέρ τους, αλλά αυτοί πήγαιναν παντού και συμπεριφέρονταν ως πρωταθλητές. Με μάγεψαν». Το «Μια εποχή στα Τσιμέντα» είναι μια νοσταλγική ματιά, σε πρώτο πρόσωπο, από ένα μέλος της κερκίδας του ΠΑΟΚ, που απλώνει στο χαρτί καθετί σοβαρό ή αστείο, σημαντικό ή ασήμαντο μπορεί να ανασύρει από τη μνήμη του, από την πρώτη του στιγμή στους καπνούς του πετάλου, μέχρι την τραγωδία που έκλεισε και σημάδεψε ολόκληρη τη δεκαετία, ορίζοντας και το τέλος της «Old School» γενιάς που έθεσε τους κανόνες της οπαδικής ζωής ουρλιάζοντας, χοροπηδώντας κι αιμορραγώντας στα γήπεδα και στους δρόμους.

«Χούλιγκανς» και οπαδικό κίνημα

Ο Νίκος Ιωαννίδης είναι οπαδός του ΠΑΟΚ και blogger, καθώς στο site «Ισοβίτης» (www.isovitis.gr) καταγραφεί τις απόψεις του για τα όσα συμβαίνουν στο «δικέφαλο αετό» (και όχι μόνο…). Από αυτά τα κείμενα «γεννήθηκε» η ιδέα για το βιβλίο. Μιλώντας στο Vice.com για το οπαδικό κίνημα τόνισε: «Γενικά, τον όρο “χούλιγκαν” τον αποδίδω σε ανθρώπους και όχι κοινωνικές ομάδες: χούλιγκαν μπορεί να είναι ένας δημόσιος υπάλληλος την ώρα που σου πουλάει εξουσία πίσω από το γκισέ, ένας αστυνομικός, ένας ελεγκτής, ένας πολιτικός. Στις 15 εκδρομές της χρονιάς γίνονταν επεισόδια σε μια-δυο και τότε όλοι θυμούνταν πως δεν είμαστε άνθρωποι, αλλά “χούλιγκαν”…. Όποιος έχει ζήσει δίπλα στις διμοιρίες, όποιος έχει ακούσει τι έλεγαν (και λένε ακόμη) οι αστυνομικοί στους οπαδούς βάζοντας φωτιές, όποιος έχει χτυπηθεί, επειδή απλώς περπατούσε ή συνομιλούσε με το διπλανό του ή τραγουδούσε ένα σύνθημα, γνωρίζει. Σαφώς και υπήρχαν περιστατικά όπου όλα ξεκίνησαν από την κερκίδα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την κοινωνική υστερία που περιθωριοποίησε τη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα -άρα την έστειλε πιο μακριά από τον ιστό της και της έδωσε διαφορετική διάσταση, από μια απλή υποομάδα μέσα της».
Στις 4 Οκτωβρίου 1999 έξι οπαδοί του «Δικεφάλου Αετού» έχασαν τη ζωή τους στα Τέμπη, επιστρέφοντας από το εκτός έδρας ματς με τον Παναθηναϊκό. Για τον Νίκο Ιωαννίδη εκείνη η νύχτα δεν ξημέρωσε ποτέ. Για εκείνη την ημέρα που σημάδεψε την ιστορία του ΠΑΟΚ ο συγγραφέας αναφέρει: «Ήταν πέντε παρά το πρωί. Όλοι κοιμούνταν. Έξι δεν ξύπνησαν, συνέχισαν να ονειρεύονται», γράφει για τον Κυριάκο, τη Χριστίνα, τον Τάσο, τον Χαράλαμπο, τον Γιώργο, τον Δημήτρη. «Η μισή κερκίδα του ΠΑΟΚ δεν ξαναταξίδεψε από τότε. Τα πιο πολλά πρόσωπα εξαφανίστηκαν από το τσιμέντο. Η Εποχή του Τσιμέντου έριξε τους τίτλους τέλους της μαζί με τα ματωμένα πανιά που σκέπασαν τα ζεστά σώματα των παιδιών, μέχρι να φτάσουν τα ασθενοφόρα».