Στο επίκεντρο συλλογικές συμβάσεις και αυξήσεις στους μισθούς

Ο απεργιακός Νοέμβρης, η συνδικαλιστική γραφειοκρατία και ο κόσμος της επισφάλειας

Με ένα κατώτερο των προσδοκιών και των αναγκών της περιόδου συλλαλητήριο της ΓΣΕΕ στο κέντρο της Αθήνας ολοκληρώθηκε την περασμένη Τετάρτη 28/11 ο απεργιακός Νοέμβρης των συνδικάτων που, παρά τις διαμάχες εντός του συνδικαλιστικού κινήματος, τα πίσω – μπρος στην ημερομηνία της απεργίας και τις ξεχωριστές διαδηλώσεις, έφερε στο προσκήνιο τις διεκδικήσεις των εργαζομένων στην πρώτη μεταμνημονιακή περίοδο.
Το στίγμα της συγκυρίας δίνει στην «Εποχή» ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Αθήνας (το οποίο συμμετείχε στην απεργία της Τετάρτης), Γιώργος Μυλωνάς: «Έχει αρχίσει και συζητείται πλατιά η ανάγκη αύξησης των μισθών και οι εργαζόμενοι έχουν αρχίσει να πιστεύουν ότι ήρθε η ώρα να διεκδικήσουν αυξήσεις και διορθώσεις σε μια σειρά εργασιακών θεμάτων. Υπάρχουν, πλέον, προσδοκίες και μια σειρά συνδικάτων και σωματείων δραστηριοποιούνται και δείχνουν τη διάθεση για διαπραγμάτευση και υπογραφή νέων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ). Δεύτερο σημαντικό αίτημα είναι η κατάργηση του νόμου που επιτρέπει στον εκάστοτε υπουργό να ρυθμίζει τον κατώτατο μισθό. Εμείς θεωρούμε ότι με νόμο πρέπει ο κατώτατος μισθός να επανέλθει στα 751 ευρώ -όπως με νόμο καταργήθηκε- και έπειτα να επανέλθει η ελεύθερη διαπραγμάτευση μεταξύ ΓΣΕΕ και εργοδοτών για τη διαμόρφωση του κατώτατου μισθού. Τέλος, η κατάργηση της ΠΥΣ 6 του 2012 θα ακυρώσει μια σειρά μνημονιακών δεσμεύσεων και θα βοηθήσει τους εργαζόμενους, αλλά και την οικονομία της χώρας, να ανακάμψουν».
Το κλίμα που επικρατεί στη «βάση» και συμπυκνώνεται στο σύνθημα «συλλογικές συμβάσεις παντού», δεν φαίνεται να έχει αντανάκλαση στην ηγεσία της ΓΣΕΕ, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, επέλεξε να απέχει από τη διαβούλευση για την αύξηση του κατώτατου μισθού, με πρόφαση το προβληματικό, πράγματι, στοιχείο ότι η αύξηση αυτή θα γίνει με υπουργική απόφαση και όχι μετά από ελεύθερη διαπραγμάτευση, όπως ζητεί το εργατικό κίνημα.
Ακόμη, η Συνομοσπονδία, ρίχνοντας λάδι στη φωτιά των ενδοσυνδικαλιστικών συγκρούσεων, ζήτησε πρόσφατα, μετά τις βίαιες παρεμποδίσεις από μέλη του ΠΑΜΕ, τη συνδρομή της αστυνομίας για την ομαλή διεξαγωγή των εκλογικών διαδικασιών σε σωματεία και εργατικά κέντρα και προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις και προβληματισμό.

Η συμμετοχή στις διαδηλώσεις

Ως εκ τούτου, δεν προκαλεί απορία η χαμηλή συμμετοχή στις απεργιακές κινητοποιήσεις του περασμένου μήνα (την 1η Νοέμβρη, την 14η και την 28η), γεγονός που πρέπει να πυροδοτήσει συζητήσεις για τον –αναντικατάστατο, ομολογουμένως- ρόλο των συνδικάτων, σε μία περίοδο που ορισμένες κυβερνητικές πρωτοβουλίες, όπως η επαναφορά των βασικών αρχών των συλλογικών διαπραγματεύσεων, ανοίγουν ξανά πεδίο διεκδικήσεων για τον κόσμο της εργασίας.
Στα συλλαλητήρια συμμετείχε με ξεχωριστές, αρκετά ογκώδεις, συγκεντρώσεις και πορείες το ΠΑΜΕ, το οποίο επίσης θέτει ψηλά στην ατζέντα τις αυξήσεις στους μισθούς και τις κλαδικές συμβάσεις, ενώ στρέφεται ενάντια στη «δυσοσμία του σύγχρονου εργατοπατερισμού».
Στο πλαίσιο της απεργίας έγιναν αρκετές περιφρουρήσεις και παρεμβάσεις σε εργασιακούς χώρους. Αξίζει να αναφέρουμε την κινητοποίηση εργαζομένων στον κλάδο της ταχυδρόμησης και ταχυμεταφοράς έξω από τα κεντρικά της ACS. Και αυτό διότι, βασικός μέτοχος στον όμιλο τον οποίο ανήκει η εν λόγω εταιρεία, είναι ο (προσφάτως επανεκλεγείς) πρόεδρος του ΣΕΒ. Όπως καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι στην «Εποχή», ο Θεόδωρος Φέσσας, με προσλήψεις μερικής απασχόλησης και ορισμένου χρόνου, επιμένει να καλύπτει τις πάγιες ανάγκες της εταιρείας στο πανελλαδικό κέντρο διαλογής της στην Αττική, ανοίγοντας το παράθυρο για παγίωση της «ευελιξίας» σε όλον τον κλάδο.
Προτάγματα διεύρυνσης των εργατικών δικαιωμάτων έθεσαν και πρωτοβάθμια σωματεία, τόσο στην διακλαδική απεργία «από τα κάτω» της 1ης Νοέμβρη, όσο και την περασμένη Τετάρτη, όταν και πραγματοποίησαν ξεχωριστές πορείες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη, η πορεία στάθηκε για αρκετή ώρα έξω από το «κόκκινο κτίριο», όπου ένας εργάτης έχασε πρόσφατα τη ζωή του πέφτοντας από σκαλωσιά στη διάρκεια εργασιών.
Επίσης στη Θεσσαλονίκη, έντονη κινητικότητα επιδεικνύει το τελευταία διάστημα η Επιτροπή Αγώνα Διανομέων: με ξεχωριστή μοτοπορεία την ημέρα της απεργίας διαμαρτυρήθηκε για τα θύματα σε εργατικά ατυχήματα (10 οι νεκροί ντελιβεράδες τα τελευταία 2 χρόνια), τις τριτοκοσμικές συνθήκες εργασίας, τα περιστατικά ξυλοδαρμών από εργοδότες (ένα ήρθε στην επιφάνεια πριν μερικές ημέρες μέσω της ΕΡΤ), την ανασφάλιστη εργασία, την εντατικοποίηση και την κλοπή δώρων, αργιών, υπερωριών.

«Με ενοικίαση και εργολαβία, οι συλλογικές συμβάσεις είναι ουτοπία»

Παράλληλα, ελπιδοφόρα είναι η δραστηριοποίηση «εργολαβικών» εργαζομένων, οι οποίοι το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα μετά τη νομοθετική πρωτοβουλία για καθιέρωση της «συνευθύνης» εργολάβου και πραγματικού εργοδότη, διεκδικούν το αυτονόητο ενάντια στη διαρκή ομηρία: να πάψουν να είναι εργαζόμενοι δεύτερης κατηγορίας, εκτός συλλογικών συμβάσεων, παρότι κάνουν την ίδια δουλειά με τους διπλανούς τους.
Στην περίπτωσή τους αναδεικνύεται ακόμα μία παθογένεια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, η οποία στις περισσότερες περιπτώσεις αφήνει στην «απ’ έξω» τους εργαζόμενους αυτούς, όπως μας υπενθυμίζει πρόσφατο ψήφισμα του Συλλόγου Δανειζομένου Προσωπικού Τραπεζικού Τομέα (δικό του το σύνθημα του μεσότιτλου, από την απεργιακή διαδήλωση). Με αυτό, ζητεί από την ΟΤΟΕ «να πρωτοστατήσει στον αγώνα για την κατάργηση της δεύτερης κατηγορίας εργαζομένων μέσα στις τράπεζες και την ένταξή τους στο τακτικό προσωπικό».
Σημειώνουμε ότι οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι αποτελούν, σύμφωνα με εκτιμήσεις συνδικαλιστών, το 10% του συνόλου των τραπεζοϋπαλλήλων και, μάλιστα, σε κατά τόπους διευθύνσεις, το 50%, 60% ή και το 90% του προσωπικού.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και ο αγώνας των εργολαβικών της Cosco οι οποίοι διεκδικούν, μετά την πρόσφατη ένταξή τους στα βαρέα και ανθυγιεινά, την υπογραφή συλλογικής σύμβασης εργασίας, κόντρα στην προσπάθεια της διοίκησης για δραστηριοποίηση, όπως καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι «εργοδοτικού σωματείου», η εγκυρότητα του οποίου θα κριθεί δικαστικά, μετά τις παρατυπίες που κατήγγειλε η «Ένωση Εργαζομένων Διακίνησης Εμπ/τίων στις προβλήτες του Πειραιά». Η τελευταία πρωταγωνίστησε στην περιφρούρηση της πύλης του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων, από τα ξημερώματα της Τετάρτης, μαζί με την Ένωση Λιμενεργατών του ΟΛΠ.
Σε αναβρασμό βρίσκονται και οι εργολαβικοί της ΔΕΣΦΑ που αποτελούν το 62% του ανθρώπινου δυναμικού του Διαχειριστή Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου (περίπου 350 εργαζόμενοι σε σύνολο 550) και διεκδικούν να προσληφθούν από τον πραγματικό τους εργοδότη (τη ΔΕΣΦΑ), αντί των τρίτων εταιρειών, πριν ολοκληρωθεί η πώληση του 66% της ΔΕΣΦΑ στην κοινοπραξία «SENFLUGA Energy Infrastructure Holdings S.A.». Μετά τη συμμετοχή τους στην απεργία της Τετάρτης αναμένεται, σύμφωνα με όσα τόνισαν συνδικαλιστικοί τους εκπρόσωποι στην «Εποχή», να συνεχίσουν τις κινητοποιήσεις για άμεση απορρόφησή τους στην εταιρεία και όχι σταδιακή (η οποία θα ολοκληρωθεί το 2020), όπως προτείνει το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
«Πρέπει όλες οι ομοσπονδίες να εγγράψουν μέλη τους όλους αυτούς τους εργαζόμενους και να μην επιτρέψουμε να υπάρχουν δύο και τρεις κατηγορίες εργαζομένων», σχολιάζει ο Γ. Μυλωνάς: «Πρέπει οι “μόνιμοι” να διεκδικήσουν για τους εργολαβικούς να έχουν ίσα και ίδια δικαιώματα, διότι όσο υπάρχουν εργολαβίες, τόσο οι μισθοί και τα δικαιώματα όλων, θα συρρικνώνονται».
Τέλος, στον κόσμο της επισφάλειας (και όχι μόνο) απευθύνεται και η συλλογικότητα Reworkers που συμμετείχε στην πορεία της Τετάρτης, καλώντας τους εργαζόμενους να «πατήσουν» στις μέχρι τώρα νίκες (όπως η προαναγγελθείσα από την κυβέρνηση κατάργηση του υποκατώτατου μισθού) και να υπερβούν τις αγκυλώσεις της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας.

Τάσος Γιαννόπουλος