Στο ΣτΕ κρίνεται η τύχη του ρέματος της Πικροδάφνης

Οι αθλητικές εγκαταστάσεις στο Φάληρο στενεύουν πολύ την κοίτη του ρέματος. Πηγή: Κωνσταντίνος Λουπασάκης

Το ρέμα της Πικροδάφνης θα απασχολήσει την ερχόμενη Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου, για μια ακόμη φορά το Συμβούλιο της Επικρατείας, καθώς μετά από αρκετές αναβολές θα εκδικαστεί η προσφυγή πολιτών και κατοίκων εναντίον της μελέτης διευθέτησης του ρέματος από την Περιφέρεια Αττικής.
Επίκεντρο ενός πολύμορφου και ανθεκτικού στο χρόνο κινήματος, το ρέμα της Πικροδάφνης αποτελεί το τελευταίο ανοιχτό ρέμα της νότιας Αθήνας και ένα από τα λίγα της Αττικής. Η μελέτη κατά της οποίας ασκήθηκε προσφυγή κρίνει το ρέμα επικίνδυνο για πλημμυρισμό και, σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, προτείνει τη μετατροπή του σε ανοιχτό οχετό εγκιβωτίζοντας τις όχθες και το βυθό του με τη χρήση συρματοκιβωτίων σχεδόν σε όλο το μήκος της κοίτης του. Η Ροδούλα Κωνσταντινίδου από το Δίκτυο για την διάσωση του ρέματος της Πικροδάφνης μάς εξηγεί ότι «η Πικροδάφνη πλημμυρίζει στις εκβολές της μόνο ή σε περιοχές που υπάρχουν καταπατήσεις και λάθος τεχνικά έργα. Αν διορθωθούν αυτά η Πικροδάφνη θα σώσει περισσότερες ζωές από αυτές που έχει ήδη σώσει με τη διατήρηση της κοίτης σε φυσική μορφή». Παράλληλα, πολλές είναι οι παράνομες παρεμβάσεις στην κοίτη του ρέματος τόσο από ιδιώτες που έχουν οικοδομήσει εντός της όσο και από Δήμους, όπως του Π. Φαλήρου, που έχει φτιάξει αθλητικές εγκαταστάσεις, στενεύοντας την κοίτη του ρέματος, ή του Αλίμου που έχει διαπλατύνει παραρεμάτιο οδικό άξονα σε βάρος της Πικροδάφνης.

Αναντιστοιχίες στη μελέτη

Στο συμπέρασμα ότι υπάρχουν σημαντικά λάθη στην εκπόνηση της μελέτης, μερικά από τα οποία είναι επικίνδυνα, καταλήγει ο κ. Κωνσταντίνος Λουπασάκης, αναπληρωτής καθηγητής του ΕΜΠ και πρόεδρος της Ελληνικής Επιτροπής Τεχνικής Γεωλογίας, ο οποίος μετά από ανάθεση του Δήμου Αγ. Δημητρίου συνέταξε μελέτη αξιολόγησης της προτεινόμενης απο την Περιφέρεια μελέτης (αναλυτικά η συνέντευξή του στη διπλανή σελίδα). «Επειδή το δημοτικό συμβούλιο δεν μπορούσε να αξιολογήσει τεχνικά στοιχεία της ΜΠΕ, ανέθεσε στο εργαστήριο του κ. Λουπασάκη να αξιολογήσει τη μελέτη της Περιφέρειας» εξηγεί στην «Εποχή» η κ. Μαρία Ανδρούτσου, δήμαρχος του Αγ. Δημητρίου. «Μάς απέδειξε ότι υπήρχε αναντιστοιχία ανάμεσα στην ανάγκη και την προτεινόμενη λύση, που άλλοτε ήταν υπερδιαστασιολογημένη και άλλοτε υποδιαστασιολογημένη» , συνεχίζει η δήμαρχος του Αγίου Δημητρίου που είναι ο μόνος Δήμος που έχει γνωμοδοτήσει αρνητικά για τη μελέτης της Περιφέρειας που κρίνεται στο ΣτΕ: «βασισμένοι στη μελέτη αξιολόγησης αμφισβητήσαμε την πρόταση οριοθέτησης κυρίως σε ό,τι αφορά τα έργα διευθέτησης και ανάπλασης». Επιδίωξη του δήμου Αγ. Δημητρίου είναι να διατηρήσει όσο το δυνατόν τη φυσική κοίτη του ρέματος, «αμφισβητώντας τα έργα εκεί που δεν χρειάζονται, όπου δεν βρίσκονται νομίμως υφιστάμενα κτίσματα. Όπου υπάρχει αδόμητη επιφάνεια και η οριοθέτηση μπορεί να πάρει μεγαλύτερο εύρος, εκεί θα προτείνουμε διευρυμένη οριοθέτηση», συνεχίζει. Άλλωστε, όπως τονίζει, η περιοχή δεν αντιμετωπίζει πλημμυρικά φαινόμενα, παρά μόνο όπου υπάρχει ανθρωπογενής παρέμβαση, «αν αυτή την ανατρέψουμε ή τη διαμορφώσουμε σωστότερα, πιθανά να μην προκύπτει ανάγκη για τόσο μεγάλα και επιβαρυντικά έργα» επισημαίνει. Τα συμπεράσματα του Αγ. Δημητρίου παρουσιάστηκαν και στη συνεδρίαση του περιφερειακού συμβουλίου που ενέκρινε τη μελέτη: «προσπαθήσαμε να πείσουμε το συμβούλιο, αλλά τα επιχειρήματά μας δεν έπεισαν τα μέλη του που απεδέχθησαν την εισήγηση της Αρχής», σημειώνει η δήμαρχος.
Το αποτέλεσμα του ΣτΕ θα είναι σημαντικό γιατί θα αποτελέσει και έναν οδοδείκτη για τα εναπομείναντα ανοιχτά ρέματα της Αττικής. «Έχουμε προσφύγει για την ακύρωση των περιβαλλοντικών ορων και κατ’ επέκταση όλης της μελέτης που έχει εκπονηθεί από την Περιφέρεια, γιατί καταστρέφει την Πικροδάφνη ως οικοσύστημα και της στερεί την δυνατότητα επαναφοράς μετατρέποντάς τη σε ανοιχτό οχετό εγκιβωτισμένο στις 3 πλευρές του» δηλώνει η κ. Κωνσταντινίδου στην «Εποχή».

Αδυναμία συμμόρφωσης

Στην τελευταία εκδίκαση της υπόθεση τον περασμένο Μάιο, το ΣτΕ, προκειμένου να συζητήσει την προσφυγή, ζήτησε σχέδιο προεδρικού διατάγματος οριοθέτησης του ρέματος της Πικροδάφνης ώστε να το συνεκτιμήσει στην έκδοση της απόφασης. Η οριοθέτηση του ρέματος διαχωρίζει και αποτυπώνει το ζωτικό χώρο του, λαμβάνοντας υπόψιν τον οικοσυστημικό και υδρογεωλογικό του χαρακτήρα. Οφείλει να προηγείται της διευθέτησης, η οποία είναι μια διαδικασία με την οποία διαμορφώνεται, αν είναι αναγκαίο, με τεχνικά έργα η κοίτη του ρέματος. Λίγες μέρες πριν, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση έδωσε προς δημόσια διαβούλευση πρόταση οριοθέτησης του ρέματος με καταληκτική ημερομηνία την 15η Δεκεμβρίου. Η κ. Ανδρούτσου, δήμαρχος Αγ. Δημητρίου, εκτίμησε, μιλώντας στην «Εποχή», με επιφύλαξη, καθώς ακόμα δεν έχει ολοκληρωμένη άποψη ο Δήμος, ότι «υπάρχει μια εμμονή στην αρχικά προτεινόμενη λύση, δηλαδή στη σχεδόν καθ’ ολοκληρίαν παρουσία συρματοκιβωτίων». Εξάλλου, η Ροδούλα Κωνσταντινίδου, εκτιμά ότι «με την μελέτη οριοθέτησης σώζεται ό,τι ήταν δυνατό να σωθεί από καταπατήσεις ιδιωτών και Δήμων, στενεύοντας το χώρο του ποταμού». Εκτιμά, δε, ότι «θα έπρεπε το ΣτΕ να ακυρώσει τη μελέτη της Περιφέρειας, για να είναι συνεπές με την απόφαση του Μαϊου, γιατί η Διοίκηση δεν κατάφερε εντός της χρονικής προθεσμίας να φέρει σχέδιο προεδρικού διατάγματος», κρίνωντας ότι τυχόν παράταση «θα δείξει εύνοια προς τη διοίκηση».

Υποχρέωση η αντιπλημμυρική προστασία

Η Περιφέρεια Αττικής υπερασπίζεται τη μελέτη στη βάση της υποχρέωσής της να αντιμετωπίσει τον πλημμυρικό κίνδυνο. «Με βάση το σχέδιο διαχείρισης κινδύνου πλημμύρας το ρέμα της Πικροδάφνης ανήκει στα ρέματα που ειδικά στο κάτω μέρος του είναι υψηλού πλημμυρικού κινδύνου», τονίζει η Αγγέλικα Σαπουνά, αντιπεριφερειάρχης Έργων και Υποδομών. Στη συζήτησή μας η αντιπεριφερειάρχης επισημαίνει ότι το ρέμα έχει αλλοιωθεί εδώ και πολλές δεκαετίες με την παρουσία πολλών κτισμάτων ιδιωτικής και δημόσιας χρήσης για την έγκριση της κατασκευής των οποίων, όμως, δεν έχει αρμοδιότητα η Περιφέρεια. Συμπληρώνει, δε, ότι η Περιφέρεια, ως προς την αστυνόμευση των ρεμάτων μπορεί απλά να επισημάνει ότι κάτι χτίζεται εντός ενός ρέματος, για να αναλάβουν στη συνέχεια οι αρμόδιες υπηρεσίες των δήμων, της Αποκεντρωμένης Διοίκησης κτλ. Η Α. Σαπουνά τονίζει την υποχρέωση της Περιφέρειας να παρέμβει για την αντιπλημμυρική προστασία εντός μιας συγκεκριμένης συνθήκης που περιλαμβάνει την ανελαστική, πυκνή, οικιστική ανάπτυξη γύρω από τα ρέματα, για την οποία δεν είναι υπεύθυνη: «ο μελετητής έρχεται στις συνθήκες αυτές και μ’ αυτούς τους περιορισμούς προτείνει αυτές τις λύσεις», συμπληρώνει για τη μελέτη. «Η μελέτη αφήνει χωμάτινη το 61% του συνόλου της κοίτης, καλύπτει με συρματοκιβώτια το 26% του συνόλου της και με σκυρόδεμα το 12,4 %, ενώ παράλληλα το ρέμα παραμένει ανοιχτό. Το ρέμα δεν εγκιβωτίζεται», τονίζει. «Σύμφωνα με τους τεχνικούς που έχουν κάνει τη μελέτη είναι παρά πολύ ήπια».

Πέτρος Κοντές