Στον τροπικό των συναισθημάτων

xigkaki_2

 

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της «Στον τροπικό της γραφής. Οικογενειακοί δεσμοί & συναισθήματα στην Αστική Ελλάδα, 1850-1930», μιλάμε με τη συγγραφέα Δήμητρα Βασιλειάδου

 

Πώς διατύπωναν οι άνθρωποι τα συναισθήματά τους στο πλαίσιο της οικογενειακής ζωής, πότε συγκροτήθηκε το οικιακό ιδεώδες, ποια ήταν η έμφυλη συνέπεια της διχοτομίας ιδιωτικό/δημόσιο, πόσο ανιδιοτελής ήταν/είναι η οικογενειακή αγάπη; Κάποια από τα πολλά ερωτήματα που θέτει η συγγραφέας στο εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο της, καθώς διερευνά, όπως γράφει στην εισαγωγή της, την πολιτισμική συγκρότηση των οικογενειακών δεσμών στην Ελλάδα, από το 1850 μέχρι περίπου το 1930, δίνοντας τον πρώτο λόγο στα ίδια τα υποκείμενα της ιστορικής δράσης.  Μέσα από την αλληλογραφία τους, τα μέλη των οικογενειών Ιωάννη Βαλαωρίτη, Διγενή-Δούκα, Λεβίδη Βασιλειάδη, Μάκκα και Μελετόπουλου, με τις δικές τους φωνές και ρόλους,  πατέρα, μητέρας, κόρης, γιού, συζύγων, αποκαλύπτουν συναισθήματα  και σχέσεις και πώς αυτά διαφοροποιούνται σε βάθος δύο και τριών γενιών.

 

Τη συνέντευξη πήρε η Σοφία Ξυγκάκη

 

Η ιστορία των συναισθημάτων πότε αναπτύχθηκε ως επιστημονικό πεδίο;

Η ιστορία των συναισθημάτων είναι, τις τελευταίες δύο περίπου δεκαετίες, ένα δυναμικό πεδίο έρευνας. Βασίζεται στην απλή ιδέα ότι τα συναισθήματα έχουν ιστορία, και, κατά συνέπεια, αλλάζουν μέσα στο χρόνο. Μ’ αυτό εννοούμε, όχι μόνο ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι διατυπώνουν τα συναισθήματά τους και τα νοήματα που έχουν, αλλά ότι μεταβάλλονται ανάλογα και οι δράσεις στις οποίες τους παρακινούν – γιατί ξέρουμε ότι τα συναισθήματα δεν είναι μόνο κάτι που νιώθουμε, είναι και κάτι που «κάνουμε», επηρεάζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις μας.

 

Η ιδέα της «συναισθηματικής οικογένειας» πότε παρουσιάζεται;

Χονδρικά τη δεκαετία του ’70 – αρχές ’80 συγκροτούνται τα μεγάλα σχήματα από τους ιστορικούς της οικογένειας. Στη μετάβαση από την πρώιμη στη νεότερη εποχή, διαπιστώνουν ότι οι τεράστιες αλλαγές που σημειώνονται επηρεάζουν και το πώς γινόταν προσληπτή η οικογένεια και οι σχέσεις μέσα σ’ αυτήν.

 

Όπως γράφεις, το ’60 διατυπώθηκε η άποψη ότι οι γονείς, στο παρελθόν, δεν δένονταν συναισθηματικά με τα παιδιά τους, λόγω μεγάλης παιδικής θνησιμότητας.

Η άποψη αυτή διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Φιλίπ Αριές, έναν σπουδαίο γάλλο ιστορικό και έχει δεχτεί πλέον σοβαρές κριτικές από ιστορικούς της πρώιμης νεωτερικότητας. Το σχήμα αναπαράχθηκε στη συνέχεια και, χονδρικά, υποστηρίζει ότι επειδή τα παιδιά δούλευαν από πολύ μικρά και άξιζαν οικονομικά, υπήρχε μια αρνητική συσχέτιση ανάμεσα στην οικονομική και τη συναισθηματική τους αξία. Θεωρητικά αυτό αλλάζει με την έλευση της εκβιομηχάνισης και την αναγνώριση της ιδιαιτερότητας της παιδικής ηλικίας, οπότε και αντιστρέφεται αυτή η σχέση. Επίσης, στη νεώτερη εποχή, οι άνθρωποι άρχισαν να παντρεύονται και από έρωτα. Οπότε έβαζαν στο επίκεντρο το συναίσθημα και δεν υπολόγιζαν πλέον μόνο την προίκα και τις υλικές προϋποθέσεις του βίου.Νομίζω ότι αυτή η ανάγνωση είναι περιοριστική καθώς φτιάχνει μια μεγάλη γραμμική αφήγηση εξέλιξης. Ότι δηλαδή ι οικογένειες δεν ανακάλυψαν ξαφνικά τον κόσμο των συναισθημάτων. Οι άνθρωποι ζούσαν πάντοτε συσχετικές ζωές, και διέπλεκαν ασταμάτητα, συναισθήματα και «συμφέροντα».

 

Μαρτυρίες γι’ αυτό δεν μπορούν να προέλθουν και από τη ευρωπαϊκή λογοτεχνία του 18ου και του 19ου αιώνα; Μου έκανε εντύπωση ότι, σε αποσπάσματα από την αλληλογραφία που χρησιμοποιείς, η αισθηματική γλώσσα που παρέπεμπε στα ρομαντικά, κυρίως, μυθιστορήματα χρησιμοποιούνταν και από αρραβωνιασμένα ζευγάρια προσυμφωνημένων γάμων, τα οποία γνωρίζονταν ελάχιστα.

Αυτό ήταν από τα μεγάλα ξαφνιάσματα που μου πρόσφερε αυτή η έρευνα. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι ακόμη και στους γάμους από προξενιό, που ήταν και οι περισσότεροι, χρησιμοποιούσαν το λεξιλόγιο της αγάπης. Είχε βέβαια διαμορφωθεί ήδη ένα σχήμα στο μυαλό μου για τη μεγάλη σημασία της «αγάπης» στο γάμο, ως μεταφορά και ουσία του συζυγικού δεσμού, και δεν θα μπορούσε ποτέ να ειπωθεί ότι μια γαμήλια σχέση στηριζόταν μόνο σε υλικά οφέλη. Υπήρχε πάντοτε ανάγκη να ισορροπούν η λογική και το συναίσθημα. Αυτές τις αξίες οι αστοί τις διδάσκονταν από πολλές μεριές και, όπως είπες, από τα διαβάσματά τους.

 

Βέβαια, συζητάμε για δείγματα αλληλογραφίας μιας συγκεκριμένης τάξης.

Συγκεκριμένης όσο και υπεύθυνης για τη συγκρότηση του οικογενειακού ιδεώδους, που βλέπει την οικογένεια ως έναν παράδεισο, που προστατεύει τα μέλη του από έναν εχθρικό, κατά βάση, έξω κόσμο.

 

Πώς συγκροτήθηκε το οικογενειακό ιδεώδες;

Είναι γνωστό ότι στο πέρασμα από το 18ο στον 19ο αιώνα η οριοθέτηση και η συνοχή των έτσι κι αλλιώς πολύμορφων ευρωπαϊκών αστικών στρωμάτων διασφαλίστηκε, ανάμεσα σε άλλα, από διακριτές πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις ζωής με κεντρικό γνώρισμα ένα ιδιαίτερο οικογενειακό ιδεώδες, με σαφή έμφυλα χαρακτηριστικά. Στο κέντρο του δέσποζε η οικοδέσποινα, σύζυγος και μητέρα, η οποία ήταν υπεύθυνη για την ευτυχία των υπολοίπων μελών της οικογένειας. Γνωρίζουμε επίσης ότι αυτό το ιδεώδες διαχύθηκε αργότερα με διάφορους τρόπους και παραλλαγές και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

Ωστόσο και ο ρόλος των ανδρών μέσα στην οικογένεια ήταν εξαιρετικά σημαντικός. Ο εντελής άνδρας, όπως τον αποκαλείς, συνέβαλλε στην οικιακή ευτυχία.

Αυτή είναι μια υπόθεση που κάνω, ακριβώς επειδή μ’ ενδιέφερε να δω και τους άντρες μέσα στην οικογένεια, να δω δηλαδή τι γίνεται πέρα από το ιδεολόγημα της παντοδύναμης οικοδέσποινας. Νομίζω λοιπόν ότι ένας άντρας κατακτά την πλήρη έμφυλη ικανότητα (genderproficiency), είναι δηλαδή «καλός» στο να είναι «άντρας», όταν γίνεται ο ίδιος αρχηγός οικογένειας, και συντηρεί τα εξαρτώμενα από αυτόν μέλη της. Η εργασία παραμένει ένας σημαντικός προθάλαμος που τον οδηγεί στην κατάκτηση του εντελούς ανδρισμού.

xigkaki_3

Στις πηγές κάνει εντύπωση, όχι μόνο πόσο αυστηρό, αλλά και πόσο λεπτομερές είναι το κανονιστικό καθεστώς που προτείνεται ως ιδανικό οικιακό ιδεώδες – του Σαριπόλου, για παράδειγμα: ένα σχήμα που περιλαμβάνει τα πάντα.

Πράγματι. Καταγράφει με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες μια δραστήρια, μονιασμένη οικιακή μονάδα, «κυψέλη» την αποκαλεί ο ίδιος, με τα μέλη της να εργάζονται αδιάλειπτα για την κατάκτηση της οικογενειακής ευτυχίας.

Έστησε σχολαστικά και μια εξαιρετική επιχειρηματολογία για να αιτιολογήσει τις πολλές θυγατέρες.

Ο Σαρίπολος είναι πολύ ιδιότυπη περίπτωση.

Του έτυχε αυτή η τρομερή θηλυγονία και κάτι έπρεπε να κάνει, δεν μπορούσε να το αφήσει έτσι! Αν διαβάσει κανείς την αυτοβιογραφία του, έχει πολύ ενδιαφέρον, ήταν παρών στις γέννες των εννιά παιδιών του, είχε κιόλας ξεγεννήσει μια κόρη του. Είχε μια γυναίκα πολύ νεώτερή του, αλλά μορφωμένη, ο ίδιος την είχε μορφώσει, και τις οκτώ κόρες του, στο τέλος έκαναν κι ένα αγόρι. Όλα αυτά βέβαια τον 19ο αιώνα γιατί ο 20ός ήταν μια άλλη εποχή. Έχουν αλλάξει τα πάντα.

 

Στην οικογενειακή κοινωνικότητα του 19ου αιώνα όλα συνέβαιναν εντός σπιτιού;

Ακριβώς. Οι αστικές οικογένειες του 19ου, συναντιούνται κατά βάση μέσα στα συγγενικά και τα φιλικά σπίτια, ανταλλάσσουν επισκέψεις κ.λπ. Αυτή η ελεγχόμενη κοινωνικότητα εξυπηρετούσε και τις γαμήλιες στρατηγικές τους. Ξέρουμε από την ιστορική έρευνα ότι παντρεύονταν μεταξύ τους. Βέβαια, οι αστοί ήταν ακόμα λίγοι αριθμητικά. Όταν περνάμε στον 20ό αιώνα, που πληθαίνουν τα αστικά στρώματα και αποκτούν μεγαλύτερη ποικιλία, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι και τόποι συνεύρεσης, όχι μόνο μέσα από τα συγγενικά δίκτυα. Υπάρχει ένα σαφές άνοιγμα στο δημόσιο χώρο, εμφανίζονται χώροι μικτής κοινωνικότητας για νεαρούς άντρες και γυναίκες.

 

Πώς εκφράζεται αυτή η αλλαγή μέσα από την αλληλογραφία στα συγκεκριμένα δείγματα αυτών των πέντε οικογενειών;

Τα γράμματά τους μονοπωλούνται, στις πιο «κοσμικές» από τις αλληλογράφους, από τις πολυάριθμες δραστηριότητές τους, έξω από το σπίτι. Θεάματα, βεγγέρες, επισκέψεις, εκθέσεις, ομιλίες, κτλ, έχει κανείς την εντύπωση ότι η ζωή τους πια έχει στραφεί προς το δημόσιο χώρο. Είναι αστές βέβαια, μην το ξεχνάμε αυτό. Οπότε και η συναισθηματική ζωή των οικογενειών και η συζυγικότητα αλλάζουν, δεν βρίσκει πλέον κανείς τον/τη σύζυγο μόνο μέσα από οικογενειακά δίκτυα. Γι’ αυτό ο έρωτας αρχίζει να αποκτά πια άλλη αξία.

 

Που ήταν το άρρητο κομμάτι. Κανείς δεν μιλούσε για έρωτα τον 19ο αιώνα.

Στις αλληλογραφίες των ζευγαριών του 19ου αιώνα καταγραφόταν μόνο ένας έρωτας λελογισμένος, να το πω έτσι, που σήμαινε εκτίμηση, συμπάθεια. Απουσίαζαν πλήρως οι σωματικές του διαστάσεις, ό,τι συνδεόταν με την ενσώματη επιθυμία και τη σεξουαλικότητα. Ο έρωτας με αυτήν την έννοια θεωρούταν καταστροφικός. Η ηθική διάσταση εδώ είναι πολύ κεντρική. Στον 20ό αιώνα φαίνεται ότι οι άνθρωποι είναι πιο ανοιχτοί, τουλάχιστον στα γράμματά τους, και αρχίζουν να γράφουν και για το σώμα και τις ορέξεις του.

 

Πολύ ενδιαφέρον είχε και η ένταξη της σεξουαλικότητας ως θείο σχέδιο στους φυσικούς νόμους, στις αρχές του 20ού αιώνα.

Έξυπνοι και επίκαιροι σχολιαστές της εποχής, όπως ο Γαλανός που ήταν και θεολόγος, αντιλαμβάνονται την αλλαγή στις αντιλήψεις, και για να μην ξεφύγουν ανεξέλεγκτα προς περιοχές ανήθικες, ήταν πολύ πρόθυμος ο ίδιος να εντάξει τη σεξουαλικότητα στο θεϊκό σχέδιο. Η αναπαραγωγή συνεχίζει ασφαλώς να είναι κεντρική. Ο Θεός εντάσσει τη σωματική έλξη στο σχέδιό του γιατί μέσα από αυτήν αναπαράγεται το ανθρώπινο γένος – είναι, κατά συνέπεια, μια πράξη που έχει την ευλογία του και μ’ αυτήν την έννοια δεν είναι ανήθικη, το αντίθετο.

 

Πώς προστατεύονται από αυτό τον «κίνδυνο» τα κορίτσια;

Ε, δεν προστατεύονται. Υπάρχει ολόκληρη φιλολογία εκείνη την εποχή, φαντάζομαι και μέσα στο σπίτι θα άκουγαν πολλά, το ξέρουμε και από γραπτά κείμενα, κανονιστικά κείμενα που προσπαθούν να προστατέψουν τα κορίτσια, επειδή είναι πιο άπειρα στη ζωή, και θεωρούνται πιο ευάλωτα συναισθηματικά, ανορθολογικά και αδύναμα από τη «φύση» τους. Μεγάλη συζήτηση για το τι είναι «φυσικό» και τι όχι. Ο έρωτας πάντως θεωρείται σταθερά επικίνδυνος.

 

Πολλές απόψεις έχουν ισχύ και τώρα.

Τότε διαμορφώθηκαν, για να παγιωθούν σε κοινούς τόπους.

 

Σε ό,τι αφορά την όχι και τόσο δεδομένη ιδιωτικότητα της αλληλογραφίας: Ήταν απολαυστικό το σπαραξικάρδιο γράμμα της Καμπάνη στον αρραβωνιαστικό της Μελετόπουλο που εκφράζει την επιθυμία της για την προίκα, ένα άλλο μεγάλο θέμα, που θα διευκόλυνε το γάμο της, γνωρίζοντας ότι τα γράμματά της περνούσαν από τον έλεγχο του πατέρα της και θα το δει. Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο παραλήπτης.

Χτίζεται γράμμα – γράμμα ένα παιχνίδι. Η Μαρία Καμπάνη γνωρίζει ότι ο πατέρας της διαβάζει τα γράμματά της πριν τα ταχυδρομήσει. Και χρησιμοποιεί την παραβίαση του απόρρητου της αλληλογραφίας, που τότε βέβαια την θεωρούσαν εντελώς φυσική, για να πετύχει τους στόχους της. Αντιστρέφει δυναμικά τη θέση στην οποία βρίσκεται, και η υποταγή της στον πατέρα γίνεται εκείνη τη στιγμή η δύναμή της. Ταυτόχρονα, εκτός από τη σημασία που αποδίδει στην προίκα που θα πάρει, δηλώνει και πόσο πολύ αγαπάει τον μνηστήρα της. Και έτσι εξισορροπεί τις συναισθηματικές και υλικές πλευρές της ζωής της. Με τη γαμήλια σχέση δημιουργείται ένα σύμπλεγμα από συναισθήματα, ανάγκες και υλικά αγαθά, ώστε η ρήξη του γαμήλιου δεσμού να αποδεικνύεται συχνά αδύνατη. Ο γάμος συνεχίζει και σήμερα να έχει ιδιαίτερη αξία για την ελληνική κοινωνία.

 

Ναι, η διαπλοκή αφορά και το περιβάλλον του ζευγαριού, που πιέζει να μη διαρρηχθεί αυτός ο πυρήνας.

Είναι σημαντικό για το κυρίαρχο οικιακό ιδεώδες: ο γάμος πρέπει να είναι παντοτινός. Ξεκίνησα, λοιπόν, με ερωτήματα που με απασχολούσαν σήμερα για να διαβάσω αυτό το υλικό. Και σε ό,τι αφορά τα συναισθήματα και την ιστορική τους συγκρότηση, που είναι κεντρικά στο βιβλίο αυτό, με ενδιέφερε να δω πώς οι οικογένειες στο παρελθόν νοηματοδοτούσαν τα συναισθήματά τους, σε ποιο αξιακό σύστημα τα ενέγραφαν και ποιες ήταν δράσεις που αυτά πυροδοτούσαν.

 

Πώς αναπτύσσεται το ιδανικό της συντροφικότητας;

Αυτό είναι ένα ακόμη από τα μεγάλα ιδεολογήματα που έφτιαξε ο 19ος αιώνας. Η ανάπτυξη του αστικού ιδεώδους συμπεριλαμβάνει και τη συντροφικότητα των συζύγων, που συμπληρώνουν ταιριαστά ο ένας τον άλλο και ζουν αρμονική ζωή νυν και αεί.

 

Άρα και αυτή η ωραία ιδέα εντάσσεται στο οικιακό ιδεώδες.

Γι’ αυτό ακριβώς νομίζω ότι συνιστά ολισθηρό έδαφος για να σκεφτούμε παραγωγικά πάνω στις ιστορικές διαστάσεις του γάμου, γιατί το ιδανικό της συντροφικότητας μοιάζει να είναι άχρονο. Κι αυτή η εξισωτική λέξη αποσιωπά, μου φαίνεται, τις έμφυλες ιεραρχίες καθώς τις κρύβει κάτω από το χαλί της συντροφικότητας.

 

Μείζον θέμα, που μας βασανίζει βέβαια ακόμη, η επίκληση της θυσίας μέσα στην οικογένεια.

Επειδή η αγάπη είναι ιδίωμα, ένα πολυποίκιλο συναίσθημα με συμβολική αξία για την οικογένεια, στην πορεία της έρευνας φάνηκε ότι μία από τις όψεις της αγάπης, η οποία εκφράζεται πολύ ηχηρά στις σχέσεις γονιών και παιδιών είναι η θυσία, ιδιαίτερα από τις μητέρες. Η αγάπη τους συνήθως εκφράζεται ως θυσία για χάρη των παιδιών τους και έτσι η αγάπη/θυσία απαιτεί ανταλλάγματα από αυτά, δεν είναι δηλαδή ούτε ανιδιοτελής, ούτε ένα συναίσθημα που δομείται μόνο από θετικά υλικά.

 xigkaki_1

Μέσω της αλληλογραφίας, από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, ασκείται φοβερός έλεγχος στα παιδιά: καθοδηγούνται για το πώς να ζήσουν, ποιους να βλέπουν.

Φαίνεται πράγματι καθαρά μέσα από την αλληλογραφία ότι οι γονείς εξακολουθούν να ελέγχουν τα παιδιά τους, από μακριά, συνήθως τα αγόρια βέβαια, που έφευγαν από το πατρικό σπίτι για σπουδές. Τα γράμματά τους περιλαμβάνουν σειρά οδηγιών, τις οποίες τα παιδιά οφείλουν να ακολουθούν τυφλά. Υπάρχει κι ένα δίκτυο ανθρώπων στον τόπο σπουδών των παιδιών που ελέγχει τη ζωή τους, συγγενείς, φίλοι, δάσκαλοι, που επίσης γράφουν επιστολές προς τους γονείς τους για τους πληροφορήσουν για όσα συμβαίνουν.

Υπάρχει όμως κάποια αλλαγή σε αυτό το αυστηρό μοτίβο των σχέσεων γονιών-παιδιών στον 20ό αιώνα.

Οπωσδήποτε παρατηρείται μια απομάκρυνση από αυτόν τον κανόνα που δόμησε ο 19ος αιώνας (και προκύπτει πολύ καθαρά από τα γράμματα που ανταλλάσσουν γονείς και παιδιά την επόμενη περίοδο των μεγάλων αλλαγών). Ελπίζω να μην με έχει παρασύρει η γλώσσα, γιατί αλλάζει πολύ και η επιστολική γλώσσα στις αρχές του 20ού, περνάμε από διάφορες εκδοχές καθαρεύουσας σε μια αστική δημοτική που μοιάζει πολύ με τη σημερινή γλώσσα. Αυτό προξενεί κατά την ανάγνωση ένα αίσθημα οικειότητας. Έχουμε όμως και μια μετάβαση από τον πληθυντικό στον ενικό.

 

Βέβαια, από το «Σεβαστέ μοι, πάτερ» στο παιχνιδιάρικο «Aγαπητέ Μουσιού και αγαπητή jumping kangaroo»!

Η γλώσσα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι ακολουθεί από κοντά τη ζωή κι έτσι ερμηνεύω αυτή τη διαφορά στο γλωσσικό ύφος: ότι αλλάζουν οι ίδιες οι σχέσεις και εκφράζονται πλέον τα συναισθήματα και οι επιθυμίες με μεγαλύτερη αμεσότητα. Πριν οι γονείς ήταν θεοί, κανείς δεν μπορούσε να τους αμφισβητήσει.

 

Στον 20ό αιώνα, πια, βλέπουμε και τη διαφορά σε ό,τι αφορά το σώμα και τη σεξουαλικότητα στην αλληλογραφία, όχι μόνο μεταξύ αδελφών αλλά, επίσης, ανάμεσα σε γονείς -και μητέρες- και παιδιά. Αναφέρονται στις επισκέψεις στους οίκους ανοχής, στα νοσήματα, κτλ

Ναι, κατά κύριο λόγο τα αγόρια, να το τονίσουμε αυτό. Μπορούν και λένε πλέον στους γονείς τους πράγματα που παλιότερα ήταν, αν και κοινό μυστικό, εντελώς απαγορευμένα. Όπως το ότι οι αστοί είχαν τις πρώτες τους σεξουαλικές εμπειρίες με πόρνες. Ο νεαρός Ντίνος Βαλαωρίτης, λοιπόν, γράφει στον πατέρα του ότι κόλλησε κάποιο αφροδίσιο στην εμπόλεμη Θεσσαλονίκη του 1913 και τον ενημερώνει για τη θεραπεία που ακολουθεί. Και το νέο μεταφέρεται αμέσως και στη μητέρα. Το ξέρουμε αυτό γιατί σε επόμενο γράμμα της συνιστά στον γιο της να προσέχει τα «παληογύναια» της πόλης.

 

Μου άρεσε πολύ και το επίμετρο, στο οποίο αναφέρεσαι αναλυτικά στην πρακτική της επιστολογραφίας, στην τελετουργία της γραφής…

Να θυμίσουμε ότι την εποχή εκείνη τα γράμματα ήταν ο μόνος τρόπος επικοινωνίας με κάποιον που ήταν μακριά και πώς η απουσία είχε εντελώς διαφορετικά νοήματα από αυτά που έχει σήμερα, ήταν πολύ πιο ισχυρή ως αίσθηση, απόλυτη. Και κάποιος μπορεί να περίμενε ένα και ενάμιση μήνα για να έρθουν στο σπίτι του νέα μέσα από ένα κομμάτι γραμμένο χαρτί, νέα που πια είχαν παλιώσει. Τα γράμματα είναι ένας κόσμος μαγικός, πολυθεματικός, συνιστούν πολύ ζωντανό και γοητευτικό υλικό για μας τους ιστορικούς.

 

Και η επιλογή του υλικού ήταν προσωπική, χαρακτήριζε το είδος της επιστολής, όπως πολύ σημαντική, πάντα, η διαδικασία της γραφής που αποτελεί πολύτιμη μορφή συνομιλίας με τον εαυτό σου.

Βλέπει κανείς πολλών ειδών χαρτιά, μελάνια, φακέλους, ακριβές και φτηνές πένες, και όλα αυτά επιδρούν στο πώς γράφονται τα ίδια τα γράμματα. Ο γραφικός χαρακτήρας, δεν είναι παρά το σωματικό ίχνος που αφήνει ο συντάκτης πάνω στο χαρτί. Για τον παραλήπτη το γράμμα εκπροσωπεί πάντοτε τον αποστολέα, το γράμμα «είναι» ο άλλος, ο αγαπημένος απών, που μέσα από τη διαδικασία της γραφής και της ανάγνωσης γίνεται παρών. Τα γράμματα είναι ένας κόσμος μαγικός, πολυθεματικός. Όμως, ταν κάποιος γράφει, επιστολές στην περίπτωσή μας, ποτέ δεν γράφει μόνο για τον παραλήπτη τους. Το σημειώνει πολύ ωραία κάπου η Brigitte Diaz: γράφοντας, απευθύνεσαι σε κάποιον άλλον για να βρεις τον εαυτό σου.

 

Δήμητρα Βασιλειάδου, Στον τροπικό της γραφής. Οικογενειακοί δεσμοί & συναισθήματα στην Αστική Ελλάδα, 1850-1930, Εκδόσεις Gutenberg, 2018

 

* Η Δήμητρα Βασιλειάδου είναι διδάκτορας Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με την ιστορία της οικογένειας και των συναισθημάτων, τους αυτοβιογραφικούς λόγους, την ιστορία του ανδρισμού, τους ομοκοινωνικούς δεσμούς και την ιστορία της σεξουαλικότητας (19ος – αρχές 20ού αιώνα). Την περίοδο αυτή δουλεύει το επόμενο βιβλίο της με θέμα την ιστορική διαμόρφωση της μελαγχολίας ως ασθένειας στο γύρισμα του 20ού αιώνα.