Στρατευμένος αλλά ελεύθερος

25 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΛΟΥΦΑΚΟΥ (1/1/94)

Στη δικτατορία του 1967 είχα την τύχη να βρεθώ συγκρατούμενος με τον Κώστα Κουλουφάκο για περισσότερα από τρία χρόνια, στο στρατόπεδο εξορίστων στο Παρθένι της Λέρου. Στην αρχή το αιρετικό του πνεύμα με ενοχλούσε και με γέμιζε καχυποψία. Πριν τη σύλληψή μου, ήμουν στέλεχος της Νεολαίας Λαμπράκη, φοιτητής, αλλά δούλευα στις συνοικιακές οργανώσεις της Β’ Περιφέρειας του Πειραιά. Η κομματική μου κουλτούρα κουβαλούσε αρκετές δόσεις δογματισμού έως και σταλινισμού. Σύντομα, όμως, κέρδισε η περιέργειά μου και η ικανότητα αυτού του χαρισματικού δασκάλου να κατακτά τον ακροατή του με το εύρος και το βάθος των γνώσεών του, αλλά και με τη σεμνότητά του. Τελικά γίναμε φίλοι, μια φιλία που πολλά και πολύ σημαντικά της χρωστάω και που κράτησε μέχρι τον θάνατό του (1994).

Την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου

Ο Κώστας Κουλουφάκος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1924. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, μαθητής ακόμα, οργάνωσε την ανεξάρτητη αντιστασιακή ομάδα «Ελεύθεροι Έλληνες», με συνέπεια τη σύλληψή του από τους Ιταλούς το 1941, τη μεταφορά και τη φυλάκισή του στο Σπολέτο της Ιταλίας. Το 1943 απέδρασε και κατεβαίνοντας νότια, συνάντησε τους συμμάχους που είχαν κάνει απόβαση στη Νότια Ιταλία. Βρέθηκε στην Αίγυπτο, κατατάχτηκε στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Συμμετείχε στο κίνημα της Μέσης Ανατολής. Μετά την καταστολή του κινήματος από τους Άγγλους, κρατήθηκε σε ένα από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των περίπου 15.000 ελλήνων στρατιωτικών για έξι μήνες. Στις αρχές του 1945 επέστρεψε στην Ελλάδα και γράφτηκε στο Χημικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών, την ίδια εποχή εντάχθηκε στην ΕΠΟΝ.
Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πέρασε στην παρανομία, συνελήφθη το 1948 και στάλθηκε στη Μακρόνησο. Γράφει ήδη στίχους, σε κάποιους μάλιστα, πολύ νωρίς το 1949, προσδιορίζει τη σχέση του με το κόμμα:
«Δεν ντρέπομαι λοιπόν που τρέμω από το φόβο. Δεν ντρέπομαι
που πονάω και βογγάω ώσπου στοιχειώνει η χαράδρα.
Δεν ντρέπομαι που θέλω να ζήσω. Γιατί θέλω να ζήσω
απροσκύνητος.
Και πάλι, καθόλου για χάρη των άλλων, καθόλου
για χάρη του Κόμματος, καθόλου για χάρη
των αυριανών γενεών-να ζήσω απροσκύνητος
μονάχα για μένα. Και κανένας γι’ αυτό να μη μου χρωστάει τιμές.
Και το Κόμμα,
πρώτα γι’ αυτό να με σέβεται και μετά να με θέλει.»
(Από τις «Μέρες στο Μακρονήσι»,
Μακρονήσι, 20 Δεκέμβρη 1949)

Αδειούχος εξόριστος

Μετά το τέλος του εμφυλίου από τη Μακρόνησο εξορίστηκε στον Άη-Στράτη, όπου δημιουργήθηκε μια παρέα νέων ανθρώπων ( Τ.Λειβαδίτης, Τ. Πατρίκιος, Μ. Φουρτούνης, Δ. Ραυτόπουλος) που ενδιαφέρονταν κυρίως για τη λογοτεχνία, αλλά και γενικότερα για θέματα τέχνης. Επιστρέφοντας το 1953 στην Αθήνα ως αδειούχος εξόριστος για λόγους υγείας, τον είχε ήδη κερδίσει η λογοτεχνία και εγκατέλειψε τις σπουδές στη Χημεία.
Αυτή την παρέα του Άη-Στράτη τη βρίσκουμε ως βασικό πυρήνα του περιοδικού «Επιθεώρηση Τέχνης», το πρώτο τεύχος του οποίου κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1954. Η κυκλοφορία του ήταν συνεχής μέχρι τη δικτατορία, συνολικά 146 τεύχη. Ο Κουλουφάκος ήταν υπεύθυνος ύλης (1955-1962) και αρχισυντάκτης (1965-1967).
Το 1959, στο τεύχος 50-51 δημοσιεύτηκε το διήγημα «Η Σιωπή» του σοβιετικού συγγραφέα Γκράνιν, σε μετάφραση του Μαν. Φουρτούνη. Το διήγημα είχε ήδη δημοσιευθεί στη Σοβιετική Ένωση και την Ιταλία και έθιγε τα προβλήματα της γραφειοκρατίας και του κομφορμισμού στη Σοβιετική Ένωση. Η δημοσίευση προκάλεσε την μήνη της ηγεσίας του ΚΚΕ στο εξωτερικό. Ζητήθηκε να παρθούν μέτρα. Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η γνωστή «δίκη» της Επιθεώρησης Τέχνης. Κλήθηκαν σε απολογία οι: Κουλουφάκος, Πατρίκιος, Φουρτούνης, Πορφύρης. Το κόμμα εκπροσώπησαν ως κατήγοροι οι: Λεων. Κύρκος, Μ. Αυγέρης, Θ. Κορνάρος, Δ. Φωτιάδης, Π. Φουντουραδάκης, Β. Σακελλάρης, Ν.Κιτσίκης, Γ. Ρίτσος.
Μετά τη δίκη η Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού υπέβαλε την παραίτησή της και περίμενε. Διώχτηκαν οι Φουρτούνης και Ραυτόπουλος και επιβλήθηκε η εποπτική παρουσία του Δημ. Δεσποτίδη. Κατά τη διάρκεια της δίκης ο Κουλουφάκος δεσμεύτηκε να γράψει ένα κείμενο-απολογία σχετικά με την απόφαση της δημοσίευσης του διηγήματος, το οποίο θα απευθυνόταν στην Διοικούσα Επιτροπή της ΕΔΑ. Το κείμενο 120 σελίδων κατατέθηκε, αλλά δεν παρουσιάστηκε στη επιτροπή, ούτε απαντήθηκε ποτέ. Στη δικτατορία το βρήκε η ασφάλεια στα αρχεία της ΕΔΑ και επιλεγμένα αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν στον «Ελεύθερο Κόσμο». Βρέθηκε στο αρχείο του Κουλουφάκου από το γιο του Πέτρο και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά ολόκληρο το 2008 στο βιβλίο της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου «Υπόθεση Γκράνιν: η λογοτεχνική κριτική στο εδώλιο».
Το κείμενο αυτό δεν είναι απολογία. Αναλύει το έργο, εξηγεί γιατί η συντακτική επιτροπή αποφάσισε να το δημοσιεύσει και απαντά σε επιχειρήματα που ακούστηκαν κατά τη διάρκεια της συζήτησης. Εντυπωσιάζει η ικανότητα ανάλυσης των γεγονότων και σύνθεσης των επιχειρημάτων, η ευρύτητα των γνώσεών του από διαφορετικά πεδία θετικών και θεωρητικών επιστημών και τεχνών, η μαρξιστική του κατάρτιση, η ενημέρωσή του για τη διεθνή επικαιρότητα παρά τις δύσκολες συνθήκες της εποχής. Ακόμα πιο εντυπωσιακό, όμως, είναι το γεγονός, ότι δεν χρησιμοποιεί όλες αυτές τις ικανότητες και γνώσεις που εμφανώς κατέχει, για ν’ αποδείξει την ανωτερότητά του, άρα και το-αυτονόητο-δίκιο του. Ο κύριος στόχος του είναι να δημιουργήσει ρήγματα στον τρόπο σκέψης της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας του κόμματος, έτσι ώστε να γίνουν πιο αποτελεσματικοί για χάρη του οράματος.

Η θέση του διανοούμενου

Όλη αυτή η προσπάθεια απορρέει από τις απόψεις του για το ρόλο των διανοούμενων στο κόμμα και στη κοινωνία. Η θέση του διανοούμενου είναι μέσα στη συλλογικότητα. Στρατευμένος, αλλά ελεύθερος να ερευνά μακριά από κάθε είδους κομφορμισμού. Ο ρόλος του είναι η αφύπνιση των ανθρώπων, η κινητοποίησή τους στον αγώνα, η εξύψωση του ιδεολογικού τους επιπέδου, η εξέλιξή τους στην πορεία για το σοσιαλισμό.
Για τον Κουλουφάκο δεν μπορεί το κόμμα να είναι αγελαία καταφυγή, κάτω από κάποια ηγεσία, αλλά ένα μέσο, όπου άνθρωποι μ’ ελεύθερη και κριτική σκέψη επιδιώκουν να οδηγήσουν την κοινωνία σ’ ένα ανώτερο επίπεδο και συγχρόνως η λειτουργία του κόμματος να είναι πεδίο πειραματισμού και άσκησης του οράματός τους.
Σε ένα δεύτερο πολυσέλιδο κείμενο γραμμένο το 1964, το οποίο απευθύνεται στο κόμμα και έχει τον τίτλο «Η Επιθεώρηση Τέχνης και η παρουσία της Αριστεράς στον πνευματικό χώρο», γράφει: «είναι επιταγή της Ιστορίας να σταθεί το κίνημά μας το πιο ουμανιστικό απ’ όλα τα ουμανιστικά κινήματα που γνώρισε η ανθρωπότητα στη μακραίωνη ιστορία της».

Ξανά εξόριστος

Στη δικτατορία εξορίστηκε ξανά στη Γυάρο και στη Λέρο, για τέσσερα χρόνια περίπου. Το 1968 μετά τη διάσπαση του ΚΚΕ στήριξε το ΚΚΕ εσωτερικού με επιφυλάξεις, χωρίς κομματική ένταξη. Την ίδια χρονιά, παρ’ όλο που βρισκόταν κρατούμενος στο νοσοκομείο, έκανε έγγραφη διαμαρτυρία κατά της εισβολής των σοβιετικών στρατευμάτων στην Τσεχοσλοβακία.
Μετά την επιστροφή του, το 1971, δημιούργησε τον εκδοτικό οίκο «Διογένης» με την επιθυμία να επιδράσει στα πνευματικά και πολιτιστικά πράγματα του τόπου.

Ανανέωση και κομμουνισμός

Το 1987 στη διάσπαση του ΚΚΕ εσωτερικού, στο τελευταίο συνέδριό του, υποστήριξε με πάθος τον όρο «κομμουνιστικό» στον τίτλο του κόμματος, όχι με νοσταλγία, αλλά με την πεποίθηση, ότι ο κομμουνισμός παραμένει επίκαιρος. Ο κομμουνισμός της απελευθέρωσης, σε αντίθεση με τον υπαρκτό σοσιαλισμό, αποτελεί τη μόνη ρεαλιστική δυνατότητα για την εξέλιξη του σύγχρονου ανθρώπου και τη συνέχεια του πολιτισμού του.
Υπερασπιζόμενος αυτόν τον κομμουνισμό, συμμετείχε το 1989 και το 1990 στις βουλευτικές εκλογές με το ΚΚΕ εσωτερικού-Ανανεωτική Αριστερά, ως επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε καμία πιθανότητα εκλογής.
Ο Κώστας Κουλουφάκος ήταν ένας χαρισματικός διανοούμενος. Το έργο του περιλαμβάνει ποίηση, διηγήματα, μεταφράσεις, λογοτεχνικές αναλύσεις, κριτικές, δοκίμια για τη θεωρία της τέχνης. Δίδαξε λογοτεχνία σε θεατρικές σχολές και στην ιδιωτική εκπαίδευση.
Βίωσε μία από τις πιο δύσκολες ιστορικές περιόδους της χώρας μας. Προσπάθησε να γεφυρώσει την αντίφαση ανάμεσα στην ελεύθερη και κριτική σκέψη και τις δεσμεύσεις της συλλογικότητας (κόμματος), θεωρώντας και τις δύο, απαραίτητες προϋποθέσεις για την προσέγγιση του οράματος.

Σταμάτης Κοιλάκος