Στρατηγική για την ένταξη προσφύγων και μεταναστών

Ζητούμενο η υλοποίησή της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το νομοσχέδιο σχολιάζουν εκπρόσωποι από το Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες, τον τομέα Διεθνούς Προστασίας της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ και το SolidarityNow

Το σχεδιασμό για την «Εθνική Στρατηγική για την Ένταξη» κατέθεσε σε διαβούλευση το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής στις 15 Ιανουαρίου, όπου και θα παραμείνει για σχόλια και συστάσεις μέχρι και τις 15 Φεβρουαρίου. Το υπουργείο εξηγεί στο κείμενο ότι η αναθεώρηση της ενταξιακής πολιτικής της χώρας είναι αναγκαία, καθώς από το 2013 που εκπονήθηκε τελευταία φορά, έχουν συντελεστεί σημαντικά γεγονότα, όπως οι αυξημένες ροές των προσφύγων, αλλά και η ίδρυση ξεχωριστού υπουργείου για το ζήτημα, που πρέπει να ληφθούν υπόψιν.
Ως κύριοι στόχοι της στρατηγικής αναφέρονται η ένταξη των αιτούντων και εχόντων άσυλο, η διευκόλυνση των μεταναστών που λόγω της οικονομικής κρίσης δυσκολεύονται να διατηρήσουν το καθεστώς νόμιμης διαμονής, η ενίσχυση του ρόλου της τοπικής αυτοδιοίκησης στις διαδικασίες ένταξης, η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας, η δημιουργία συντονιστικού πλαισίου για τη συνοχή των ενταξιακών δράσεων, η συνεργασία όλων των φορέων, ο εκσυγχρονισμός της χορήγησης αδειών και ασύλου μέσω ψηφιοποίησης του συστήματος, και τέλος η καλύτερη πληροφόρηση των προσφύγων και των μεταναστών.
«Αποτελεί βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για τη χάραξη στρατηγικής και μέσων επίτευξης της κοινοτικής ένταξης μεταναστών και προσφύγων στη χώρα», σχολιάζει σχετικά στην «Εποχή» ο Βασίλης Παπαδόπουλος, συντονιστής της Νομικής Υπηρεσίας του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ). «Θεωρούμε ότι η στρατηγική για την ένταξη είναι το απαραίτητο συμπλήρωμα στη μικρή, αλλά απτή πρόοδο, που έχει σημειωθεί στην υποδοχή των αιτούντων άσυλο και στην καταγραφή του αιτήματός τους. Επίσης, μέχρι τώρα, δικαιολογημένα, λίγη προσοχή είχε δοθεί, αφού πάρουν οι άνθρωποι το άσυλο, και είναι απαραίτητο να αλλάξει αυτό», σημειώνει και ο Πέτρος Μάστακας, μέλος του τομέα Διεθνούς Προστασίας της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Ο σχεδιασμός έχει τύχει εν γένει θετικού καλωσορίσματος καταρχάς από τις κοινωνικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στο θέμα, αν και σημειώνουν την ύπαρξη κάποιων κενών και ελλείψεων που περιέχει.

Τα θεμέλια της υποδοχής

Ένα από τα θέματα που προκύπτουν, είναι κατά πόσο η ένταξη πατάει σε γερά θεμέλια, σύμφωνα με τη Δομίνικα Σπυράτου, υπεύθυνη Συνηγορίας στο SolidarityNow, από τη στιγμή που ακόμα υπάρχουν προβλήματα στην υποδοχή.
Ο σχεδιασμός προβλέπει δράσεις που αφορούν τη βελτίωση των συνθηκών υποδοχής, όπως αναβάθμιση των hotspots μέσω προσλήψεων προσωπικού, ενίσχυση των υποδομών και αγορά ηλεκτρονικού εξοπλισμού για γρηγορότερη καταγραφή. Αντίστοιχα, προβλέπεται ενίσχυση της υπηρεσίας Ασύλου με προσωπικό, και ειδικά για τη νομική συνδρομή των αιτούντων, των υποδομών για τη στέγαση των ασυνόδευτων ανήλικων, αλλά και εν γένει προσλήψεις για απαραίτητες υπηρεσίες, όπως διερμηνεία, ψυχοκοινωνική υποστήριξη κτλ.
Ακόμα όμως και αν υλοποιηθούν αυτά, δεν σημαίνει ότι η κατάσταση στα νησιά θα άλλαζε άρδην. «Καλωσορίζουμε και εμείς τη στρατηγική για την ένταξη, καθώς την περιμέναμε καιρό. Από εκεί και πέρα, βέβαια, υπάρχουν περιθώρια βελτιώσεων. Για παράδειγμα, γίνεται λόγος για αποσυμφόρηση των νησιών και καλύτερη κατανομή της υποδοχής των προσφύγων, αλλά αυτή δεν μπορεί να υπάρξει, αν δεν αρθεί ο γεωγραφικός περιορισμός που τους εγκλωβίζει εκεί για μεγάλα χρονικά διαστήματα», εξηγεί η Δομίνικα Σπυράτου.

Ο ενεργός ρόλος των δήμων

Ως κύριος πυλώνας της στρατηγικής για την ένταξη τίθεται η τοπική αυτοδιοίκηση, και ιδιαίτερα οι δήμοι. Στο σχεδιασμό προτείνεται να εκπονηθεί και να κατατεθεί στο υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής σχέδιο δράσης για την ένταξη από κάθε δήμο, να δημιουργηθεί μηχανισμός κατανομής για αναλογικότερη φιλοξενία των προσφύγων, να δημιουργηθεί εθνικό χρηματοδοτικό πρόγραμμα για την ένταξη, να επεκταθούν τα Κέντρα Ένταξης Μεταναστών πέραν των 9 δήμων που υπάρχουν, να δημιουργήσει κάθε δήμος ειδική ηλεκτρονική πλατφόρμα για την πληροφόρηση μεταναστών και προσφύγων. Ενώ συγκεκριμένα για το ζήτημα της στέγασης προτείνεται η επέκταση του προγράμματος διαμερισμάτων της Ύπατης Αρμοστείας για τους αιτούντες άσυλο, η σταδιακή επέκταση του πιλοτικού προγράμματος για τη στέγαση 5.000 αναγνωρισμένων προσφύγων, που θα εφαρμοστεί σε άμεσο χρονικό διάστημα, όπως και η δυνατότητα κοινωνικής κατοικίας από τους δήμους, που θα αφορά όλους τους πολίτες, και η στέγαση προσφύγων σε αγροτικές περιοχές με μειωμένο πληθυσμό, που θα συντελούσε και στη δημογραφική τους ενίσχυση.
«Ο σχεδιασμός για μεγαλύτερη εμπλοκή των δήμων στο ζήτημα της ένταξης βρίσκεται στη σωστή κατεύθυνση. Τίθεται, βέβαια, το ζήτημα κατά πόσον θα γίνει αποδεκτό και θα υλοποιηθεί, αφού αυτή τη χρονιά με τις εκλογές, αρκετοί δήμοι, ιδιαίτερα οι μεγάλοι, δεν φαίνεται να εστιάζουν εκεί το ενδιαφέρον τους, ούτε να διαθέτουν πόρους για την ένταξη των προσφύγων και των μεταναστών», σημειώνει ο Βασίλης Παπαδόπουλος.
Ταυτόχρονα, ζήτημα προς διαλεύκανση αποτελεί και κατά πόσο αυτές οι προτάσεις θα είναι δεσμευτικές για τους δήμους ή θα είναι προαιρετική η συμμετοχή τους, καθώς δεν διευκρινίζεται μέσα στο κείμενο της στρατηγικής, σύμφωνα με την Δομίνικα Σπυράτου: «Συμφωνούμε με τη λογική ότι οι ενταξιακές δράσεις πρέπει να γίνονται σε τοπικό επίπεδο, για να αγγίζουν όντως τις ζωές των προσφύγων και των μεταναστών, αλλά και να υπάρχει αποκέντρωση των προγραμμάτων. Υπάρχουν δήμοι που έχουν κάνει ήδη βήματα για την ένταξη, και ελπίζουμε να συνεχίσουν και μετεκλογικά. Από εκεί και πέρα, όμως, στη στρατηγική δεν φαίνεται αν η ύπαρξη δράσεων θα είναι υποχρεωτική για όλους τους δήμους, αν θα υπάρχει κάποιος μηχανισμός ελέγχου αυτών, όπως και σε ποιο χρόνο θα πρέπει να υλοποιηθούν τα προγράμματα και το εύρος τους».
Ενώ, όπως τονίζει και ο Πέτρος Μάστακας «ο αυξημένος ρόλος των δήμων είναι μια πολύ σωστή καινοτομία, για να υλοποιηθεί όμως θα πρέπει να υπάρξουν γρήγορα οι σχετικές νομοθετικές τροποποιήσεις, αλλά και η υποστήριξη αυτού του έργου με πόρους, που θα είναι άμεσα διαθέσιμοι και προσβάσιμοι».

Το ζήτημα της στέγασης και της εργασίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει να αποσαφηνιστεί το ζήτημα της στέγασης, τόσο των αιτούντων άσυλο, όσο και των αναγνωρισμένων προσφύγων που σιγά σιγά αυξάνονται, καθώς είναι βασικός παράγοντας της ένταξης, επηρεάζοντας κι άλλους τομείς, όπως αναφέρει ο Πέτρος Μάστακας. «Η Ελλάδα έχει πολλή καλή νομοθεσία για τους δικαιούχους άσυλο, αλλά πολλές φορές ακυρώνεται από την αδυναμία υλοποίησης αυτών που προβλέπονται. Για παράδειγμα, θεωρητικά είναι δικαιούχοι του κοινωνικού επιδόματος αλληλεγγύης, αλλά για να το πάρουν, θα πρέπει να δηλώσουν κάποιο σπίτι, είτε δικό τους, είτε που το νοικιάζουν, είτε που φιλοξενούνται, και αυτό μέχρι σήμερα δεν συμβαίνει, αφού δεν υπάρχει κάποιο πρόγραμμα κοινωνικής στέγης».
Πριν από την αύξηση των προσφυγικών ροών το 2015, η ελληνική πολιτεία δεν προέβλεπε καμία παροχή στέγασης για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Από το 2015 έχουν υπάρξει αρκετά προγράμματα για τη στέγαση των αιτούντων άσυλο, στα οποία όμως παύουν να έχουν δυνατότητα συμμετοχής –τυπικά- όταν λάβουν το άσυλο.
Το επόμενο διάστημα θα υλοποιηθεί πιλοτικό πρόγραμμα για τη στέγαση 5.000 αναγνωρισμένων προσφύγων που θα έχει διάρκεια 6 μηνών, όπου εξετάζεται και η ταυτόχρονη παροχή κάποιου οικονομικού επιδόματος. Στη στρατηγική προτείνεται η γεωγραφική επέκταση του προγράμματος, κρίνεται όμως απαραίτητη και η χρονική του επέκταση. «Το διάστημα των έξι μηνών είναι μικρό για να επιτευχθεί η ένταξη των δικαιούχων διεθνούς προστασίας και να είναι τελείως αυτόνομοι, χρειάζεται επιμήκυνση. Παρόλα αυτά είναι μια αρχή και ένα πλαίσιο που δεν είχε υπάρξει ξανά μέχρι τώρα», επισημαίνει ο συντονιστής νομικής υπηρεσίας του ΕΣΠ.
Πέραν της στέγασης, βασικός παράγοντας ένταξης αποτελεί και η εργασία των προσφύγων και των μεταναστών. Οι δράσεις για αυτό τον τομέα θα ανήκουν στην ευθύνη κυρίως του κεντρικού κράτους, όπως περιγράφεται στο κείμενο της στρατηγικής, όπως και αυτοί της υγείας, της εκπαίδευσης, της ψηφιοποίησης και της αναβάθμισης του κώδικα Μετανάστευσης ανάμεσα σε άλλα. Για την εργασία συγκεκριμένα προβλέπεται η χαρτογράφηση των επαγγελματικών ικανοτήτων, η δημιουργία ειδικού πληροφοριακού συστήματος, η ύπαρξη επαγγελματικών συμβούλων για τους πρόσφυγες και μετανάστες, η δυνατότητα απασχόλησης σε αγροτικές εργασίες, αλλά και ίδρυσης μικρών επιχειρήσεων. «Υπάρχει ένα ποσοστό προσφύγων που εργάζονται ήδη, αλλά είναι μικρό, οπότε είναι αναγκαίο να υπάρξουν αυτά τα προγράμματα απασχόλησης, που όμως δεν μπορούν να είναι μόνο για μια τριετία, που είναι ο γενικός χρόνος εφαρμογής της στρατηγικής. Λείπουν, βέβαια, και κάποιες επιπρόσθετες δράσεις, που θα βοηθούσαν στην απασχόληση των προσφύγων, ιδίως στις μονογονεϊκές οικογένειες, όπως είναι η φύλαξη των παιδιών ή οι θέσεις σε παιδικούς σταθμούς. Πριν, επίσης, μιλήσουμε για start up, θα πρέπει να δούμε πώς εφαρμόζονται πιο απλά πράγματα, όπως η έκδοση ΑΜΚΑ ή τραπεζικών λογαριασμών, που ενώ έχουν δικαίωμα σε αυτό οι πρόσφυγες, πολλές φορές δεν τυγχάνουν εξυπηρέτησης από τους υπαλλήλους», συμπληρώνει η Δομίνικα Σπυράτου.

Απαραίτητη η εμπλοκή της κοινωνίας

Προκειμένου να αρθούν αυτά τα εμπόδια, είναι απαραίτητη, σύμφωνα με την ίδια, τόσο η περαιτέρω εμπλοκή της κοινωνίας, όσο και η επιμόρφωση των υπαλλήλων εν γένει στις υπηρεσίες, όχι μόνο του δημοσίου, όπως προβλέπεται από τη στρατηγική.
Για το ζήτημα αυτό ο σχεδιασμός του υπουργείου κάνει λόγο για διαπολιτισμικές δράσεις, με ενίσχυση του ρόλου των πολιτισμικών διαμεσολαβητών, τη διενέργεια δημόσιου διαλόγου, κοινών πολιτιστικών και αθλητικών δραστηριοτήτων, ενώ δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στο ρόλο των ίδιων των μεταναστευτικών και προσφυγικών κοινοτήτων στη συμμετοχή στα κοινά. Παρόλα αυτά, όπως επισημαίνεται από την υπεύθυνη συνηγορίας του SolidaityNow «θα ήταν καλό να είχε ζητηθεί η γνώμη των κοινοτήτων και πριν τη διαβούλευση, να είναι οι ίδιοι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες σχεδιαστές της ένταξής τους».

Η δεύτερη γενιά δεν είναι μετανάστες

Αν και η στρατηγική εστιάζει περισσότερο στην ομάδα των προσφύγων, προβλέπονται δράσεις και για τους μετανάστες που βρίσκονται χρόνια στην Ελλάδα, «γεγονός που αποτελεί ζητούμενο, αφού σε πολλές περιπτώσεις δεν είχε επιτευχθεί η ένταξή τους τα προηγούμενα χρόνια», σύμφωνα με τον Βασίλη Παπαδόπουλο.
Βασικό στοιχείο, όμως, που δεν αναφέρεται στη στρατηγική, όπως σημειώνει ο ίδιος, είναι αυτό της ιθαγένειας. «Δεν υπάρχει καθόλου ο άξονας της ιθαγένειας, προφανώς έχουν εξαγγελθεί τροποποιήσεις, αλλά είναι σημαντικό να αναφέρεται η ιθαγένεια στη στρατηγική, γιατί αυτή αποτελεί την απώτερη ένταξη».
Παράλληλα, η στρατηγική αναφέρεται και σε δράσεις ειδικά για τη δεύτερη γενιά, όπως διευκόλυνση επιστροφής στα θρανία μέσω σχολείων δεύτερης ευκαιρίας, για όσους άφησαν τις σπουδές τους, και ενδυνάμωσή τους, ειδικά των γυναικών, για ανάληψη θέσεων ευθύνης.
Η εικόνα, όμως, που σχηματίζεται για τη δεύτερη γενιά από τη στρατηγική, προκάλεσε τον προβληματισμό της οργάνωσης Generation 2.0, καθώς αναφέρεται σε αυτήν σαν άτομα χαμηλότερου μορφωτικού και οικονομικού επιπέδου. Στην ανακοίνωσή της, η οργάνωση σημειώνει πως «από την εποχή της προηγούμενης Εθνικής Στρατηγικής για την Ένταξη (2013) έως και σήμερα είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι έχει σημειωθεί μια πρόοδος στη θεσμική αντιμετώπιση της δεύτερης γενιάς. Σήμερα, σε αντίθεση με το 2013, υπάρχει η νομική κάλυψη, που παρέχει πρόσβαση στην ιθαγένεια, υπάρχουν ωστόσο ζητήματα ζωτικής σημασίας, τα οποία δεν θίγονται, ενώ ταυτόχρονα δημιουργείται ένα προβληματικό προφίλ της δεύτερης γενιάς (…)Έχοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά, τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες της συγκεκριμένης ομάδας θα θέλαμε, παραδείγματος χάριν, αντί του χαμηλότερου οικονομικού και εκπαιδευτικού προφίλ, να εξετάζαμε την κοινωνικο-οικονομική κινητικότητα (social mobility) της συγκεκριμένης ομάδας. Αντί για σχολική διαρροή, το κατά πόσο το εκπαιδευτικό σύστημα είναι προσαρμοσμένο στην πολυπολιτισμική πραγματικότητα. Αντί να μειώνεται μια ολόκληρη γενιά παιδιών μεταναστών, θα θέλαμε να είχαμε δει στοχευμένες δράσεις που αντιμετωπίζουν τον κοινωνικό αποκλεισμό και το ρατσισμό που βιώνει η συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων. Επίσης, κάτι που πράγματι θα είχε ενδιαφέρον σε μια Στρατηγική Ένταξης αναφορικά με τη δεύτερη γενιά, θα ήταν η συμβολή της ίδιας στην ένταξη των γονέων τους, που ούτως ή άλλως συμβαίνει. Αυτό θα ήταν μια ολιστική προσέγγιση βασισμένη στην πραγματικότητα, αλλά και τις εμπειρίες, όπως τις βιώνει αυτή η “αόρατη” γενιά. Και κάτι τελευταίο για τη φράση “μετανάστες και μετανάστριες δεύτερης γενιάς”. Πόσες φορές χρειάζεται να πούμε ότι η δεύτερη γενιά δεν είναι μετανάστες».

Χρονοδιάγραμμα και πόροι

Συμπερασματικά, η στρατηγική για την ένταξη των μεταναστών και των προσφύγων στη χώρα, παρά τα κενά που παρουσιάζει, φαίνεται να τυγχάνει της αποδοχής των σχετικών κοινωνικών φορέων.
Το βασικό, όμως, ζητούμενο τέτοιων πολιτικών είναι η υλοποίησή τους. Αυτή, πρώτον, αφορά την ύπαρξη πόρων. Σύμφωνα με το κείμενο, προτείνεται η αξιοποίηση εθνικών πόρων, τόσο στο πλαίσιο του τακτικού προϋπολογισμού όσο και στο πλαίσιο του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων (2018-2020), και κοινοτικών πόρων από το Ευρωπαϊκό Ταμείο για το Άσυλο, τη Μετανάστευση και την Ένταξη, τα Ευρωπαϊκά Διαρθρωτικά και Επενδυτικά Ταμεία, το ΕΣΠΑ, το χρηματοδοτικό μηχανισμό του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, το Ταμείο Ευρωπαϊκής Βοήθειας για τους Απόρους, το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Μετανάστευσης, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, την Αναπτυξιακή Τράπεζα του Συμβουλίου της Ευρώπης και από άλλες πρωτοβουλίες.
Δεύτερον, σύμφωνα με τη Δομίνικα Σπυράτου, είναι ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθεί το χρονοδιάγραμμα των δράσεων. «Προκειμένου η στρατηγική για την ένταξη να μην αποτελεί μόνο ένα θεωρητικό κείμενο, είναι αναγκαίο να υπάρξει ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων που προτείνονται, να συγκεκριμενοποιηθεί πότε θα ξεκινήσουν, πότε θα ολοκληρωθούν, και να μην τίθεται μόνο ένα γενικό πλαίσιο τριετίας. Επίσης, θα ήταν καλό οι στόχοι της στρατηγικής να ποσοτικοποιηθούν, για παράδειγμα, πόσοι υπολογίζουμε να έχουν βρει εργασία τα επόμενα χρόνια κτλ, καθώς με αυτόν τον τρόπο θα είναι πιο ασφαλής έπειτα η αξιολόγηση των δράσεων και η επίτευξη των στόχων».
Ενώ, τέλος, σημαντική είναι και η συμβολή όλων των υπουργείων για την υλοποίηση της ένταξης, σημειώνει ο Πέτρος Μάστακας: «Χρειάζεται περαιτέρω δουλειά για επιτάχυνση. Είναι ένα πολύ ωραίο σχέδιο, που μας βρίσκει σύμφωνους σε όλα τα κρίσιμα σημεία, αλλά πρέπει να μπει στο στάδιο της υλοποίησης, και για να γίνει αυτό χρειάζεται διυπουργικός συντονισμός, ώστε όλα τα υπουργεία να συμπεριλάβουν στο σχεδιασμό τους τις ανάγκες των δικαιούχων διεθνούς προστασίας και των άλλων ευάλωτων ομάδων. Επίσης πρέπει να προχωρήσει η υλοποίηση προγραμμάτων που έχουν ήδη εξαγγελθεί, όπως η γλωσσομάθεια για τους ενήλικες αλλοδαπούς, που έχει σχεδιαστεί από πέρυσι».

Τζέλα Αλιπράντη