Συνέντευξη με τον Κώστα Δουζίνα, βουλευτή ΣΥΡΙΖΑ Α’ Πειραιά

Τώρα πρέπει να ξανατονώσουμε το όραμά μας

douzinas

 

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Η αντιπαράθεση του ευρύτερου συντηρητικού μετώπου και του ακραίου κέντρου με την κυβέρνηση, που έχει κορμό την Αριστερά, εντείνεται.

Σε ΗΠΑ και Βρετανία υπάρχει μια φράση για το τι γίνεται γύρω από το Καπιτώλιο ή το Γουέστμινστερ. Εδώ, έχω την αίσθηση ότι υπάρχει μια ανάλογη φρενίτιδα γύρω από το Σύνταγμα, όπου πολιτικοί, δημοσιογράφοι και διάφοροι λομπίστες βρίσκονται σε συνεχή κατάσταση έξαρσης, πανικού, που ενισχύεται από την ιδρυματοποίηση της μεγάλης παραμονής στην Βουλή. Πιο ενδιαφέρον, λοιπόν, είναι αν υπάρχει στον κανονικό κόσμο αυτή η έξαρση της αντιπολιτευτικής ρητορικής. Υπάρχει μια διαφοροποίηση. Ενώ μέχρι το τέλος της αξιολόγησης η βασική αντιπολιτευτική γραμμή ήταν «εκλογές, παραιτηθείτε, φύγετε», μια συνολική αντιπαράθεση με την κυβερνητική πολιτική που απαιτούσε την άμεση αλλαγή της κυβέρνησης, μετά το τέλος της αξιολόγησης έχουμε αλλαγή θεμάτων αιχμής και των ρηγμάτων που επιδιώκει η αντιπολίτευση και ο αντιπολιτευόμενος Τύπος. Έχουμε μετάθεση από την γενική επίθεση σε συγκεκριμένα θέματα.

Είναι κυρίως ιδεολογική ή πολιτική η αντιπαράθεση;

Είναι κυρίως πολιτική. Κάθε δυο τρεις μέρες επιλέγεται ένα θέμα και γίνεται κεντρικό στις ειδήσεις και την αντιπαράθεση. Π.χ. οι «αποκαλύψεις» Βαρουφάκη, η δικαιοσύνη και οι δικαστές, τα Εξάρχεια, τα μεταπτυχιακά επιμίσθια κτλ. Από τη στιγμή που το συνολικό αντιπολιτευτικό αφήγημα της ΝΔ απέτυχε, αναζητά ασθενείς κρίκους ή ευαίσθητα σημεία για να επικεντρώνει την επίθεση. Η μεταφορά της κεντρικής πολιτικής αντίθεσης από την παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία σε επιμέρους θέματα δείχνει ότι η κυβέρνηση είναι σήμερα σε καλύτερη θέση, αλλά, κυρίως, ότι η αντιπολίτευση βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο, χωρίς να έχει αυτή τη στιγμή ένα κεντρικό στόχο.

Το «πρόβλημα»του τέλους των μνημονίων

Και αυτό το κενό, προς το παρόν, το συμπληρώνει και με οξύτητα.

Ναι. Αυτό ευνοεί την κυβέρνηση, αλλά υπάρχει και μια άλλη πτυχή. Όταν ξεκίνησαν τα μνημόνια, υπήρξε μια λογική επιβολής νεοφιλελεύθερων μέτρων στην κοινωνία και την οικονομία. Ο ΣΥΡΙΖΑ και ολόκληρη η Αριστερά αντιστάθηκε. Αλλά με την έξοδο στις αγορές και το ποθητό τέλος του μνημονίου τον Αύγουστο του 2018 ολοκληρώνεται το μνημονιακό πρόγραμμα. Αυτό δημιουργεί, νομίζω, προβλήματα και για την αντιπολίτευση και για την κυβέρνηση. Για την δεξιά, το τέλος της μνημονιακής περιόδου αποτελεί ολοκλήρωση και επιτυχία της πολιτικής που αυτή ξεκίνησε. Για την αριστερά, το τέλος της μνημονιακής περιόδου, τουλάχιστον επιφανειακά, σημαίνει εν μέρει αποδοχή, στο πρακτικό επίπεδο, της εφαρμογής πολιτικών στις οποίες είμαστε και παραμένουμε αντίθετοι. Αυτή η αντιστροφή όρων δημιούργησε, προφανώς, μεγαλύτερο πρόβλημα στην αντιπολίτευση και της αφαίρεσε τη δυνατότητα συνολικής απόρριψης του κυβερνητικού προγράμματος.

Η έξοδος, ωστόσο, είναι αυταξία, με την έννοια ότι μειώνει την επιτροπεία —δεν την αναιρεί— και μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει και το δικό της πρόγραμμα, για να μάχεται, να προωθεί. Υπάρχει το παράδειγμα της Πορτογαλίας.

Για την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ οι επόμενοι έξι μήνες, θα είναι η πιο κρίσιμη περίοδος από τον Σεπτέμβρη του 2015 για το μέλλον της Αριστεράς και της χώρας, γιατί με το πιθανό τέλος της επιτροπείας θα μπορέσει η Αριστερά να αρχίσει να προγραμματίζει πιο συστηματικά αλλά και να ξετυλίγει αυτό που λέγαμε «παράλληλο πρόγραμμα». Τώρα θα πρέπει να μετονομασθεί σε πρόγραμμα κοινωνικού μετασχηματισμού, μια και πρέπει να προγραμματιστεί πλήρως, πέρα από την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Μέχρι πρόσφατα, δεν διαφαινόταν η ανέλιξη ενός ολοκληρωμένου, σαφούς και ιεραρχημένου προγράμματος, ενώ οι πολιτικές σε επιμέρους πεδία ήταν αποσπασματικές, ενώ έλλειπε και το οραματικό κομμάτι, κάτι που για την αριστερά είναι απαραίτητο. Τώρα, βέβαια, κυρίως με τη δουλειά που έχει γίνει για τη δίκαιη ανάπτυξη, την παραγωγική ανασυγκρότηση, τα περιφερειακά συνέδρια, φαίνεται ότι θ’ αρχίσουν να ξετυλίγονται, τουλάχιστο στο προγραμματικό επίπεδο, πιο συγκεκριμένες αναλύσεις και εφαρμόσιμες πολιτικές, βέβαια. Την προηγούμενη περίοδο λεγόταν συνεχώς ότι «καλά είναι που έχουμε θεωρίες και όνειρα, τα οράματα και τη φαντασία μας, αλλά το βασικό είναι να κοιτάζουμε την καθημερινότητα». Δεν μπορούσε κανείς να έχει αντίρρηση μετά από επτά χρόνια μνημονιακών πολιτικών. Τώρα, υπάρχει κίνδυνος στην αντίθετη κατεύθυνση, να αφιερωθούμε σχεδόν αποκλειστικά σε λεπτομερή προγράμματα, κεντρικά, περιφερειακά, τοπικά, που, όμως, δεν έχουν το συνεκτικό ιστό ενός μακρύτερου και συνολικότερου οράματος, ενός ορίζοντα προς τον οποίο μια αριστερή κυβέρνηση πρέπει να προχωράει.

Ο κίνδυνος της αφομοίωσης

Το ζήτημα του οράματος υπήρχε πάντα, βέβαια

Αυτό το πρόβλημα γίνεται τώρα πιο οξύ. Αυτή η εξαιρετικά κρίσιμη περίοδος, όπου θα παιχθεί το μέλλον της Αριστεράς συμπίπτει με το πλησίασμα των εκλογών. Παραμένω κάπως αθώος και αφελής, όπως όταν γβέβαια,πάντηση εκ των προτέρων. ύρισα από το Λονδίνο και διερωτώμαι: Είναι δυνατό να επιβιώσει η αριστερή συνείδηση τα χρόνια της αριστερής κυβέρνησης και των πειρασμών της;. Έχουν αρχίσει προσωπικές πολιτικές, αναδείξεις και προβολές, ακόμη και πρακτικές «βαρονίας». Ενόψει των αναμετρήσεων που έρχονται, κάποιοι σε κόμμα, κοινοβουλευτική ομάδα και κυβέρνηση συνεχώς προσπαθούν να καταλαμβάνουν θέσεις επίδειξης και αυτοπροβολής, ξεχνώντας τη συλλογικότητα και συντροφικότητα της αριστεράς. Φοβούμαι ότι εάν αυτό δεν ελεγχθεί, δεν αυτοελεγχθεί κυρίως, διότι αυτό είναι το ήθος και το ύφος της Αριστεράς, ή δεν υπάρξει κεντρική παρέμβαση, είναι δυνατό να καθυστερήσει ή ανακόψει τη δουλειά που πρέπει να γίνει τους επόμενους έξι μήνες. Γύρισα στην Ελλάδα, όταν κλήθηκα, ως κάποιος που έχει γράψει για τη ριζοσπαστική θεωρία, έχει αγωνιστεί με τα κινήματα και έχει βοηθήσει στη δημιουργία της Σχολής των Κριτικών Νομικών Σπουδών. Ήρθα για να είμαι μάρτυρας σε μια μεγάλη ιστορική στιγμή για τη χώρα και την Ευρώπη. Πρέπει να πω ότι ορισμένες φορές, πέρα από κατανοητές δυσλειτουργίες —απειρία, έλλειψη προγραμματισμού και ειδικευμένου προσωπικού, υπερεκτίμηση των δυνάμεων— διαφαίνεται και έλλειψη αυτού που λέμε αριστερό ήθος και ύφος. Είναι το μεγαλύτερο κεφάλαιό μας και συχνά σπαταλιέται. Αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη απογοήτευση μιας περιπετειώδους και ωραίας πορείας.

Αγγίζουμε, έτσι, το ερώτημα κατά πόσο, γι’ αυτό το βαρύ και κρίσιμο έργο που περιέγραψες, υπάρχουν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές δυνατότητες να υλοποιηθεί το έργο του κοινωνικού μετασχηματισμού.

Δεν μπορούμε να έχουμε μια απάντηση εκ των προτέρων. Μπαίνεις στο νερό για να μάθεις να κολυμπάς. Οι αντικειμενικές δυνατότητες, βέβαια, υπάρχουν. Η ανεργία, η δυσπραγία, η φτώχεια, η ματαίωση των προσδοκιών συνεχίζονται και δημιουργούν εύφορη κοιλάδα για την αριστερά. Αν οι περιορισμοί που ανέφερα μπορέσουν να αποτρέψουν ή να καθυστερήσουν το πρόγραμμα μετασχηματισμού, εξαρτάται από την υποκειμενική κατάσταση. Κάποιες στιγμές χρειάζεται ακόμη και ο βολονταρισμός. Χρειάζεται, δηλαδή, να πεις ότι υπάρχει ένας τοίχος και θα τον χτυπήσεις για να ανοίξεις ρήγματα. Ο κίνδυνος δεν είναι πια οι επιθέσεις από τα αριστερά, αλλά η αφομοίωση, η πασοκοποίηση σε συμπεριφορές και νοοτροπίες.

Αλλά ας μιλήσουμε για τον δρόμο που ανοίγει η συνείδηση που επεμβαίνει και αλλάζει το κοινωνικό γίγνεσθαι, όπως έλεγε ο Χέγκελ. Οι συγκεκριμένες πολιτικές πρέπει να ξεκινούν από τα κάτω από κάθε γειτονιά, πόλη, περιφέρεια, και να ενώνονται στα μισά του δρόμου με τα σχέδια που φτιάχνει το κέντρο. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το μεγάλο κεφάλαιο που δημιουργήθηκε τα χρόνια των αντιστάσεων 2011-2013. Είχαμε νέες μορφές κοινωνικής δυναμικής και συνύπαρξης που προετοίμασαν το δρόμο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια, όταν ένα αριστερό κόμμα, ένα πρωτοφανές πείραμα για τη Δυτική Ευρώπη, παίρνει την κυβέρνηση και υπόσχεται ότι θα κάνει αυτά που ζητούσαν τα κινήματα, ο κόσμος γυρίζει σπίτι του. Οι κάλπες καλμάρουν το δρόμο. Και έχουμε την ευθύνη, κόμμα και κυβέρνηση, να μιλήσουμε πάλι, να ταρακουνήσουμε το δρόμο.

Αλλά εδώ τα προβλήματα με τη συλλογικότητα στη λειτουργία μας λειτουργούν ανασταλτικά. Δεν έχουμε ένα think tank για να βοηθάει στην δημιουργία πολιτικών, δεν βγαίνουμε δημόσια με τις ιδέες και τα οράματά μας. Έτσι, κινδυνεύουμε να χάσουμε τον ιδεολογικό αγώνα, τη μάχη της ηγεμονίας, ένα δύσκολο εγχείρημα έτσι κι αλλιώς. Η κοινοβουλευτική ομάδα δεν συνεδριάζει συχνά. Γι’ αυτό φτιάξαμε το «Εργαστήρι Ιδεών», που προσπαθεί να καλύψει την έλλειψη διαβούλευσης, θεωρητικής δουλειάς, και ανθρώπινης σχέσης. Δεν γίνεται πάντα επαρκής προετοιμασία των διαφόρων πολιτικών και χρησιμοποίηση του δυναμικού, όχι μόνο κομματικού, που έχει ειδική γνώση σε διάφορα θέματα. Χρειάζεται, λοιπόν, καλύτερη συνεργασία, καλύτερος συντονισμός, να ακούει η κυβέρνηση και οι υπουργοί τις απόψεις των βουλευτών και των στελεχών από τα διάφορα επαγγέλματα και κλάδους, διότι εκφράζουν τον παλμό της κοινωνίας. Η δημοκρατία βοηθάει στην μεταφορά των κοινωνικών αιτημάτων από τη γειτονιά στην κυβέρνηση.

Η διάκριση των εξουσιών δεν είναι πια απόλυτη

Η συγκυρία, καθώς είσαι ακαδημαϊκός στον τομέα του Δικαίου, χρειάζεται πολλές από τις γνώσεις σου. Τι λες, λοιπόν;

Όταν μπήκα στην Βουλή, ένας συνάδελφος βουλευτής μού είχε πει να ξεχάσω την επιστήμη μου, δεν θα μου χρειαστεί εδώ. Δεν γινόταν αυτό. Η σκέψη, η ακαδημαϊκή ενασχόληση δεν είναι επάγγελμα, αλλά ταυτότητα. Έτσι συνέχισα και έγραψα δύο βιβλία, «Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Εξουσία» και «Η ριζοσπαστική θεωρία των δικαιωμάτων».

Η συζήτηση περί δικαίου έφερε στην επιφάνεια μια γνωστή θεωρητική συζήτηση, το περίφημο ερώτημα περί «κράτους των δικαστών». Έχουμε προχωρήσει από ένα κράτος με κυρίαρχη την κοινοβουλευτική εξουσία, σ’ αυτό της εκτελεστικής, που εδώ και χρόνια μοιράζεται την εξουσία με τους δικαστές. Αποσιωπούνται αυτά, δεν γίνεται επιστημονική συζήτηση, αλλά μόνο πολιτικός αφρός. Η φιλελεύθερη δημοκρατία είναι το αποτέλεσμα συμβιβασμού μεταξύ της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού, μετά από μια άγρια σύγκρουση, που κράτησε περίπου έως τα μέσα του 20ού αιώνα. Ο κλασικός φιλελευθερισμός βάζει στο κέντρο το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Γι’ αυτό δεν δεχόταν την επέκταση της ψήφου στους άκληρους και τις γυναίκες, γιατί πίστευε ότι εάν οαποκτήσουν δικαίωμα ψήφου, τότε ως πλειοψηφία θα καταργήσουν την ιδιοκτησία. Έβλεπαν, δηλαδή, την εξουσία καθαρά ταξικά. Η δημοκρατική παράταξη, από την άλλη μεριά, βάζει ως πρώτο αίτημα την επέκταση της ψήφου και τη δημιουργία ενός κοινωνικού κράτους.

Η φιλελεύθερη δημοκρατία του 20ού αιώνα συγκεράζει τις δυο απόψεις. Όμως, οι φιλελεύθεροι δεν ξεχνούν τους φόβους τους για κίνδυνο ταξικού κράτους κτλ. Η προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, που έδινε η περιορισμένη ψήφος, περνάει στα δικαστήρια. Ο έλεγχος συνταγματικότητας εισάγεται στις ΗΠΑ, και το Ανώτατο Δικαστήριο, που δημιουργεί την εξουσία για τον εαυτό του μιας και δεν υπάρχει στο Σύνταγμα, την χρησιμοποιεί για να ακυρώσει νόμους που περιορίζουν τις ώρες εργασίας, υποστηρίζουν τις συλλογικές συμβάσεις, απαγορεύουν την παιδική εργασία ή απαγορεύουν τις φυλετικές διακρίσεις κτλ. Έχουμε, δηλαδή, τη δημιουργία μιας προστατευτικής της ιδιοκτησίας δημοκρατία. Αλλά υπάρχει και η ευρωπαϊκή άποψη, που εκφράζει ο Χάμπερμας και η σοσιαλδημοκρατία. Υποστηρίζει ότι το μεταπολεμικό κράτος στηρίζεται σε μια συναρχία, ένα συνδυασμό λαϊκής κυριαρχίας και ατομικών δικαιωμάτων, στα οποία η ιδιοκτησία είναι ένα. Ο έλεγχος των νόμων δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στην προστασία της ιδιοκτησίας και των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά στο συνδυασμό των δύο αρχών. Στη νομική θεωρία της Δ. Ευρώπης είναι σαφές ότι, επειδή η λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή η πολιτική θέληση της κυβέρνησης που εκφράζεται με τις εκλογές, είναι εξίσου ισχυρή με την προστασία της ιδιοκτησίας, όταν υπάρχουν θέματα συνταγματικότητας νόμων η ιδέα των οποίων έχει τεθεί και συζητηθεί στις εκλογές. Πολιτικές που αποτελούν τον πυρήνα του προγράμματος μιας κυβέρνησης, πρέπει να γίνονται σεβαστές. Τα δικαστήρια αποφεύγουν να ανακατευτούν σε τέτοιες διενέξεις, εφόσον δεν υπάρχει σαφής νομική απάντηση. Σέβονται, λοιπόν, την κυβερνητική θέληση, και μέσω αυτής τη λαϊκή κυριαρχία για θέματα που βρίσκονται στον πυρήνα του πολιτικού προγράμματος του κόμματος που νίκησε στις εκλογές. Έχουν δημιουργήσει, προς τούτο, μια σειρά δικλείδες στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη. Κλασικό παράδειγμα είναι η προσφυγή στις ΗΠΑ εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ, η οποία απορρίφθηκε, διότι θεωρήθηκε, δικαίως, ότι ο πόλεμος ήταν το επίδικο των εκλογών. Στην Ελλάδα έχουμε την αρχή της αναγκαιότητας που χρησιμοποίησε το ΣτΕ, για να βρει το πρώτο μνημόνιο συνταγματικό, αλλά όχι στην περίπτωση του νόμου Παππά.

Νομίζω ότι προσεγγίζουμε στη συζήτησή μας θέματα που τέθηκαν στην τρέχουσα διαπάλη περί δικαστικής εξουσία και δικαστών.

Οι τηλεοπτικές άδειες και η φοροδιαφυγή αποτέλεσαν τον πυρήνα της εκλογικής διαμάχης. Σε όλα τα μεγάλα θέματα, κοινωνικά-οικονομικά, που καταλήγουν στα δικαστήρια υπάρχουν δυο αντίδικοι με ισχυρά επιχειρήματα, και η απόφαση παίρνεται με ψηφοφορία των δικαστών. Εξάλλου, αν υπήρχε μια μόνο σωστή απάντηση, δεν θα υπήρχε και Πρωτοδικείο, και Εφετείο και Άρειος Πάγος. Αναγνωρίζεται, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει μία προφανής σωστή απάντηση. Η φιλολογία περί ουδέτερης δικαιοσύνης είναι ένας μύθος. Η πολιτική και η ιδεολογική άποψη των δικαστών είναι μέσα στις αποφάσεις τους, επειδή κάθε ερμηνεία είναι δημιουργική, φτιάχνει αντί να «αποκαλύπτει» τη λύση. Όλα τα δύσκολα θέματα κρίνονται μ’ αυτή την οπτική και επιχειρηματολογία. Υπάρχει νομικό περιοδικό, διεθνώς, που να μην έχει άρθρα κριτικής αποφάσεων; Έτσι προχωρεί και η νομική επιστήμη, καταλαβαίνουν και οι δικαστές τις επιπτώσεις των αποφάσεων τους. Άλλο ζήτημα είναι το ύφος που χρησιμοποιείται, η προσοχή και η ευπρέπεια που πρέπει να επιδεικνύεται συμβατή με το αριστερό ήθος.

Αλλά, να προσθέσω ότι ο ρόλος των δικαστών έχει αποκτήσει πρόσφατα ακόμη πιο κεντρική νομοθετική μορφή. Οι νόμοι είναι γενικοί, γεμάτοι με ασαφείς έννοιες, αναλογικότητα, χρηστά ήθη κλπ, και όταν τους χρησιμοποιούν τα δικαστήρια, νομοθετούν, κάνοντας συγκεκριμένες, μέσω της εφαρμογής, έννοιες που δεν έχουν ευκρινές περιεχόμενο. Η διάκριση των εξουσιών δεν είναι πια απόλυτη —ποτέ δεν ήταν. Επομένως, θα λέγαμε πρώτον, ότι πρέπει να γίνεται μεγαλύτερη συζήτηση κατανόησης των γενικών κατευθύνσεων που υπάρχουν στη νομική θεωρία και πολιτική φιλοσοφία, και, δεύτερον, να βρούμε τρόπους ελέγχου της νομοθετικής μορφής εξουσίας των δικαστών. Ένας τρόπος είναι να γίνεται ο έλεγχος πριν από την νομοθέτηση. Ένας τέτοιος θεσμός πρέπει να είναι συμβουλευτικός, διότι, εντέλει, προτιμώ την πολιτική εξουσία, όποιας ιδεολογίας και αν είναι.

«Ο νόμος και η τάξη»

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει θέσει ζήτημα δικαστικής εξουσίας και η ΝΔ τον κατηγορεί για αντιθεσμική στάση…

Με τη συνταγματική αναθεώρηση αυτά τα θέματα πρέπει να ξανά-τεθούν στο δημόσιο διάλογο και να ακουστούν οι διάφορες απόψεις. Η κυβέρνηση, κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για αντί-θεσμική παρέμβαση. Οι νόμοι της είναι στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης του ελληνικού λαού. Κάποιες από τις κεντρικές νομοθετικές της κινήσεις απέτυχαν, λόγω παρέμβασης των δικαστηρίων. Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι τα δικαστήρια είναι και η μόνη αποτελεσματική αντιπολίτευση. Μερικές φορές το ύφος της κριτικής από κυβερνητικά στελέχη σε αυτές τις αποφάσεις μπορεί να είναι υπερβολικό, αλλά αυτό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αντίθεσμική παρέμβαση. Η κυβέρνηση έχει δηλώσει αμέσως και επανειλημμένως πως οι αποφάσεις θα γίνουν σεβαστές. Αντίθετα, η ανακοίνωση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, οι οποίοι, όταν δηλώνουν ότι η Ελλάδα γίνεται σαν την Πολωνία ή την Τουρκία, αναλαμβάνουν φανερά ένα πολιτικό ρόλο, που συνήθως αποκρύπτουν. Όταν, όμως, η Ένωση κάνει επιθετικές δηλώσεις , τότε μπαίνουν στο κέντρο της πολιτικής διαμάχης με ανοικτά αντιπολιτευτικό ρόλο. Για τη νομική θεωρία αντιθεσμικές είναι δηλώσεις που βάζουν τους δικαστές σε ανοιχτή σύγκρουση με την κυβέρνηση και τη νομοθετική εξουσία.

Λοιπόν;

Πρέπει να πέσουν γενικά οι τόνοι αυτής της σύγκρουσης, δεν κάνει καλό σε κανένα. Όμως, η συζήτηση πρέπει να ανοίξει για να γίνει κατανοητό ότι, σε τελική ανάλυση, ό, τι κι αν ψηφίζει ένας δικαστής, μέσα στη λογική της γενικής ουδετερότητας που συνταγματικά, υποτίθεται, εκφράζει η δικαστική εξουσία, θα πρέπει να μην κάνει δηλώσεις εναντίον της εκλεγμένης κυβέρνησης. Η ιστορία μας διεθνώς και στην Ελλάδα δείχνει ότι στις μεγάλες πολιτικές και ταξικές συγκρούσεις οι δικαστές τείνουν να παίρνουν τη θέση του «νόμου και της τάξης». Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι γενικά υπάρχει μία δημοκρατική οργάνωση του κρατικού μηχανισμού, που, προφανώς, δοκιμάζεται από το σοκ των ελίτ από την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι, όμως, ένα να πούμε ότι πολιτικές απόψεις συμμετέχουν στην ερμηνεία των νόμων, και αυτό είναι αναπόφευκτο, και είναι άλλο να γίνονται παράγοντες μιας άγριας αντιπολιτευτικής στάσης που ξεκινάει μέσα από την πολιτική διένεξη και όχι μέσα από την αυστηρή ερμηνεία των νόμων, η οποία πάντα θα παραμένει βέβαια πολιτική.

Μεταξύ τραγικού και κωμικού, από τη ΝΔ και μέρος της υπόλοιπης αντιπολίτευσης τέθηκε το ερώτημα αν τίθεται ζήτημα δημοκρατίας εξαιτίας, βέβαια, της Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ.

Στο μετεμφυλιακό κράτος, η Αριστερά ήταν πάντα στο στόχαστρο της κρατικής πολιτικής και πολλών δικαστικών αποφάσεων. Τα τελευταία χρόνια υπήρξε μια συνταγματική ισορροπία. Εάν όμως η έννοια της δημοκρατίας τίθεται με τους όρους που ακούμε από τον κ. Βαρουφάκη ή άλλους, ότι ο λαός έκανε λάθος που ψήφισε τον ΣΥΡΙΖΑ τότε πραγματικά έχουμε πρόβλημα. Γυρίζουμε στη λογική που επικράτησε μεταπολεμικά στην Ιταλία και εδώ, ότι η Αριστερά δεν πρέπει ποτέ να μπει στη κυβέρνηση και όλα τα απαραίτητα μέτρα πρέπει να παρθούν να το πετύχουν. Η τυπική δημοκρατία λειτουργεί καλά και ελπίζουμε ότι η συνταγματική αναθεώρηση θα την εμβαθύνει και δυναμώσει. Όχι μόνο, λοιπόν, δεν θεωρώ ότι υπάρχει ζήτημα δημοκρατίας, αλλά ακριβώς η εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ, ενός κόμματος αριστερού, για πρώτη φορά στην Ελλάδα δείχνει ότι έχουμε μια ισχυρή ζωντανή δημοκρατία.

Ο κ. Βαρουφάκης υπέπεσε στο αμάρτημα της εποχής

Πώς σχολιάζεις όλα όσα προέκυψαν πρόσφατα σχετικά με τον πρώην υπουργό Γιάννη Βαρουφάκη;

Το ύφος του κ. Βαρουφάκη, είναι αλήθεια, μου είχε κάνει εντύπωση. Στην πρώτη περίοδο της υπουργίας του ήταν εξαιρετικά χρήσιμος, γιατί έπρεπε να δημοσιοποιηθούν και στην Ευρώπη οι θέσεις εναντίον των μνημονίων και του νεοφιλελευθερισμού από τα οποία τόσα είχε υποφέρει ο λαός. Τα γνώριζαν αυτά οι πανεπιστημιακοί, ο κόσμος της Αριστεράς αλλά όχι και η κοινή γνώμη. Επομένως, την πρώτη περίοδο το ύφος και το περιεχόμενο των αναλύσεων του κ. Βαρουφάκη βοήθησε. Από ένα σημείο και πέρα, όμως, ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε τις διαπραγματεύσεις ήταν προβληματικός, όπως εξηγώ στο βιβλίο μου. Μετά την παραίτηση του, διέπραξε το θανάσιμο αμάρτημα της σύγχρονης εποχής, την εγωμανή αχαριστία. Η ανάλυση λόγου του βιβλίου του θα έδειχνε ότι η πιο συνηθισμένη λέξη σ’ αυτό είναι το «εγώ».

Πέρυσι που ετοίμαζα το βιβλίο μου, διάβασα και το βιβλίο του κ. Τζέιμς Γκαλμπρέιθ με τίτλο «Καλώς ήλθατε στο δηλητηριασμένο δισκοπότηρο». Το ξανακοίταξα τώρα, λοιπόν, και νομίζω ότι κάποια σημεία του είναι άξια μνείας. Λέει ο κ. Γκαλμπρέιθ ότι έφθασε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 2015, για να βοηθήσει τον υπουργό Οικονομικών ως έμπιστος συνεργάτης του και μεσολαβητής με τη διεθνή κοινή γνώμη και τους οικονομικούς παράγοντες. Γράφει σχετικά (σελ. 10) ότι «παρότι έδινα συμβουλές στον κ. Βαρουφάκη, δεν είχα ασχοληθεί με οτιδήποτε εμπιστευτικό, μέχρις ότου μου ζήτησε να συντονίσω την προετοιμασία του plan B, το σενάριο της εξόδου από το ευρώ σε περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις αποτύγχαναν. Η προσπάθεια παρέμεινε μυστική μέχρις ότου ο Γιάνης αποφάσισε να την αποκαλύψει μετά από την παραίτησή του». Και συνεχίζει (σελ. 17): «Συντόνισα αυτή την προσπάθεια περίπου για έξι εβδομάδες, στηριγμένος στη νομική και οικονομική αρωγή ξένων φίλων και ένα πολύ μικρό αριθμό ελλήνων ειδικών. Από πολλές πλευρές ήταν, απλώς, μια ακαδημαϊκή άσκηση, να διαβάζουμε, να κάνουμε περίληψη και να ξανασκεφτόμαστε δημοσιευμένες εργασίες άλλων, έτσι όπως κάνουν οι πανεπιστημιακοί. Η πολιτική ευαισθησία του θέματος απαιτούσε απόλυτη εμπιστευτικότητα, η οποία περιόρισε και τις επικοινωνίες μας, αλλά και το τι θα μπορούσαμε να μάθουμε. Η πρόβλεψή μας για το τι θα συνέβαινε από μια έξοδο από το ευρώ δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα αισιόδοξη, και όπως αρχίσαμε να καταγράφουμε τα θέματα και τις προκλήσεις, γινόταν λιγότερο αισιόδοξη, σε τέτοιο επίπεδο που τώρα πιστεύω ότι υπερεκτιμούσαμε τις δυσκολίες και δεν παίρναμε υπόψη ορισμένους τρόπους με τους οποίους μπορούσαμε να τους αποφύγουμε. Στο τέλος δεν είχε σημασία. Ενώ, απ’ ό,τι έμαθα αργότερα, υπήρξε μόνο μια υψηλού επιπέδου συνάντηση γι’ αυτό το θέμα, ο πρωθυπουργός δεν ζήτησε να γίνει οποιαδήποτε ενημέρωση από εμάς και η δουλειά μας σ’ αυτό το θέμα τέλειωσε, ουσιαστικά, με την κατάθεση ενός εκτενούς μνημονίου στις αρχές Μαΐου.» Δεν μιλάει πουθενά ο κ Γκάλμπρειθ για εναλλακτικό νόμισμα. Δεύτερον, το περίφημο Plan B ήταν μια ακαδημαϊκή δουλεία, στηριγμένη σε δημοσιευμένα άρθρα. Τρίτον, ουδέποτε ενημέρωσε τον πρωθυπουργό, ο οποίος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον.