Συμπεράσματα από τη συζήτηση στη Βουλή

Γιατί, λοιπόν, προκάλεσε τη συζήτηση για την οικονομία, την Πέμπτη στη Βουλή ο πρόεδρος της κ. Κυριάκος Μητσοτάκης; Εφόσον μίλησε μόνο 10 λεπτά για την οικονομία, εφόσον δεν αναφέρθηκε καν στο ζήτημα του χρέους, όπως επεσήμανε ο υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος; Σχολιασμό, συνολικά, αυτής της συζήτησης, οξείας αντιπαράθεσης κάνει στη σελίδα 6, ο συνεργάτης μας Ορέστης Αθανασίου. Αλλά αναζητώντας το κίνητρο του κ. Μητσοτάκη θα μεταφέρω εδώ την εξήγηση που δίνει ο βουλευτής Θ. Δρίτσας στην συνέντευξή του (σελ. 7). Το επέλεξε, αν και η κυβέρνηση μετά την απόφαση του Γιούρογκρουπ είχε σαφώς υπεροχή επιχειρημάτων, ακριβώς για να αλλάξει την ατζέντα να αποδιαρθρώσει το αφήγημα της κυβέρνησης που κέρδιζε, εν μέσω εμποδίων, πόντους.
Αυτό που τελικά κυριάρχησε σ΄ αυτή τη συζήτηση ήταν η προσπάθεια της ΝΔ να εμφανίσει μια κυβέρνηση ασταθή με έντονα εσωτερικά προβλήματα, που το μόνο που πρέπει να κάνει, διότι δεν μπορεί να επιλύσει ζητήματα, είναι να παραιτηθεί αμέσως. Εκλογές λοιπόν! Εξάλλου, συμφωνεί και η κ. Γεννηματά, αν και με εμφανές άγχος –πως να μην έχει;– και γι΄ αυτό κάτι ψέλλισε για πόλωση κ.τ.λ.

Προσοχή στην υποτίμηση

Δεν πρέπει να υποτιμάμε το σχέδιο της ΝΔ να αρχίσει από τώρα μια προεκλογική περίοδο, συγκρουσιακή μάλιστα, που θα έχει ένα σωρό, επιπλέον, αβεβαιότητες. Πρώτον, διότι με 152 βουλευτές η πλειοψηφία, και εφόσον υπάρχει η διάσταση απόψεων ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έχει πρόβλημα, κατά την άποψη της κοινής γνώμης. Δεύτερον, διότι η αβεβαιότητα είναι δυσμενές περιβάλλον για να λειτουργήσει η δυναμική της οικονομίας. Τρίτον, διότι το έργο που έχει βάλει μπροστά να κάνει η κυβέρνηση —ήδη ξεκίνησε με δύο σοβαρά νομοσχέδια την προηγούμενη εβδομάδα, το εργασιακό και τον ΟΤΑ— δεν φοβάται, μεν, την αντιπαράθεση, όσο σκληρή και αν είναι, αλλά κινδυνεύει από την υπονόμευση, ιδίως καθώς διαθέτει και επικοινωνιακή υπεροπλία ο αντίπαλος.
Η τακτική της ΝΔ, καθώς τελεσίδικα πλέον έχει αποφασίσει να πάει έτσι ως τις εκλογές, με την άκρατη καταστροφολογία, την πόλωση χωρίς περιεχόμενο, προσωπικές επιθέσεις κ.τ.λ. δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Εμποδίζει, τουλάχιστον, να ακουστούν στην κοινωνία οι προτάσεις της κυβέρνησης, οι πρωτοβουλίες της, το έργο της. Κι αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέο. Προφανώς, η ΝΔ έχει μια πολιτική που δεν πείθει ούτε τα κυβερνητικά στελέχη της —η διαφοροποίηση του κ. Μεϊμαράκη είναι μόνο αυτό που άφησαν να φανεί— ούτε και το ευρύτερο σύστημα στήριξής της.
Ωστόσο, αυτό ταυτόχρονα τους ανησυχεί, διότι η πολιτική αυτή κάνει δομικές ζημιές στην ικανότητα να ηγεμονεύει ένα μεγάλο συντηρητικό κόμμα. Στενεύει, επικίνδυνα, τη βάση της με τα ανοίγματα στην ακροδεξιά —είδαμε τον αδιανόητο θαυμασμό στελέχους της ΝΔ στον Ουρμπάν της Ουγγαρίας!— και την καταστροφολογία της. Το να πηγαίνει ανάποδα από τα παραδοσιακά ιδεολογικά διεθνή στηρίγματα της μόνο οι κουτοί και φανατικοί δεν βλέπουν ότι υποσκάπτει, μακροπρόθεσμα την τελική αξιοπιστία της.

Ο διπλός κίνδυνος για τη ΝΔ

Ανησυχούν ότι, ιδιαίτερα μετά τη διάσπαση του Κέντρου, μένει μεγάλος χώρος για τον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο για να μπορεί, με μεγάλες πιθανότητες νίκης, να πάει στις εκλογές αλλά να καθιερωθεί ως ένα μεγάλο κόμμα της Αριστεράς, ένας ισχυρός πολιτικός και κοινωνικός πόλος. Ένα κύριο άρθρο της «Καθημερινής» —η ίδια εφημερίδα που την Κυριακή πάλι με κύριο άρθρο ήταν άκρως επαινετική για την επιτυχία του Γιούρογκρουπ— κατήγγειλε τον ΣΥΡΙΖΑ και το Μαξίμου ότι επιχειρούν να διασπάσουν την κεντροαριστερά και άφησε το υπονοούμενο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θέλει και υποκινεί να υπάρξει κόμμα της ακροδεξιάς.
Η αβαθής πολιτική της ΝΔ φάνηκε στη Βουλή απ΄ όλες τις πλευρές. Και μόνο που διανοήθηκε ο πρόεδρος της να υποστηρίξει ότι το 2014 το ελληνικό χρέος ήταν βιώσιμο, ήταν κωμικοτραγικό. Μετά ήταν οι περικοπές στις συντάξεις. Εδώ κινδυνεύει με ένα, διπλό μάλιστα, βατερλώ. Αποκάλυψε, δια του κ. Χατζηδάκη, ότι ήδη είχε αποδεχθεί ότι θα γίνουν περικοπές και ότι αν η ΝΔ εκλεγόταν δεν θα το άλλαζε!
Επιπλέον, με την επίθεση στον κ. Μοσκοβισί και το αίτημα προς γερμανούς αξιωματούχους να μην κάνουν αποδεκτή ενδεχόμενη πρόθεση ελληνικών αρχών να μην εφαρμόσουν τις περικοπές, απέδειξαν ότι δεν θέλουν να μην περικοπούν οι συντάξεις για να έχουν τεκμήρια ότι υπάρχει τέταρτο μνημόνιο.
Η κατάθεση τροπολογιών από ΝΔ και ΚΙΝΑΛ που προβλέπει την κατάργηση των ψηφισμένων διατάξεων για τις περικοπές συντάξεων και αφορολόγητου ύστερα από 12 περικοπές της δικής τους θητείας είναι προκλητική. Ποιος συνταξιούχος μπορεί να τους πιστέψει; Φυσικά, παίζουν ένα παιχνίδι πίεσης διότι προφανώς δεν είναι λογικό να πούνε τι σχεδιάζουν στην κυβέρνηση για «όταν έρθει η ώρα», όπως έχει πει ο Πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας. Όπως επανέλαβε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, Δημ. Τσανακόπουλος, «η συζήτηση αυτή θα γίνει όταν έχουμε τα τελικά, εν πάση περιπτώσει, αποτελέσματα, δημοσιονομικά αποτελέσματα, για το 2018 και προβλέψεις για τη δημοσιονομική πορεία του 2019». Πρόσθεσε μάλιστα ότι «οι περισσότεροι ξένοι επενδυτές, με τους οποίους μιλάμε εμείς αναγνωρίζουν και μάλιστα υπερθεματίζουν ως προς το γεγονός ότι το μέτρο αυτό είναι δημοσιονομικά αχρείαστο και επίσης θεωρούν ότι δεν είναι απίθανο να δημιουργήσει και περιορισμούς στην τάση ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας».

Η παγίδα της πόλωσης

Κάθε φορά που, σε μια φάση σύγκρουσης της κυβέρνησης με την ΝΔ εξετάζει κανείς την τακτική των δύο πλευρών όσον αφορά αυτή της ΝΔ την εντοπίζει αμέσως. Με του ΣΥΡΙΖΑ ή σωστότερα του Μαξίμου, συμβαίνει το εξής. Ενώ βρίσκεται κανείς μπροστά σε συγκροτημένες απόψεις και επεξεργασμένα επόμενα βήματα, ορόσημα, στο τέλος θα υπάρχει και προσφυγή στις υποθέσεις διαφθοράς με τον πιο αποδιαρθρωτικό τρόπο της ίδιας της προσπάθειας να αποκαλυφθούν οι πηγές της διαφθοράς. Οι πολίτες αυτό που καταλαβαίνουν είναι ότι επιδιώκεται, ακολουθώντας την τακτική του κ. Μητσοτάκη, μια προσωπική αντιπαράθεση, μια ένταση που απομακρύνει από την ουσία. Το αποκαρδιωτικό είναι ότι η κυβέρνηση έχει προτάσεις και έργο ουσίας και με αυτό τον τρόπο το δυσκολεύει να λειτουργήσει στην κοινωνία. Πως καθορίζεται αυτή η γραμμή, σε ποια κομματικά όργανα; Υπάρχουν, άραγε, επιστημονικά επιτελεία που προτείνουν αυτή την αντιφατική τακτική, που μας απομακρύνει από τον τρόπο που μας ανέδειξε σε ηγεμονική δύναμη;
Αυτή η αντίφαση στη γραμμή, που κατά τα δύο τρίτα υπηρετεί την ουσία της πολιτικής της κυβέρνησης και μετά επιλέγει τη σύγκρουση, την πόλωση που επιθυμεί διακαώς και επιδιώκει η ΝΔ, για να κρύβει την γύμνια της ή την ακροδεξιά τάση της δεν μας ωφελεί. Εμείς θέλουμε να είναι καθαρό στον κόσμο και πρώτα απ΄ όλα στους εργαζόμενους και τους νέους ποιος θέλει να εκπροσωπήσει τα δικά τους συμφέροντα και ποια τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Ο χρόνος που έχουμε δεν είναι πολύς.

 

 

ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

Οι εργοδότες, ασφαλώς, αντιδρούν

pavlos1

Οτιδήποτε επιχειρηθεί ν΄ αλλάξει στην εργασιακή ζούγκλα που θεμελιώθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης και των μνημονίων προκαλεί αμέσως οξύτατες αντιδράσεις και δέσμη επικρίσεων από «σοβαρούς» αναλυτές ότι έτσι «χαλάει το επενδυτικό κλίμα» και «διώχνει τις επενδύσεις». Αυτό ζήσαμε και την προηγούμενη εβδομάδα με αφορμή την κατάθεση από το υπουργείο Εργασίας ενός νομοσχεδίου–σκούπα που ρυθμίζει πολλά «μικρά» πράγματα, που είναι όμως πολύ «μεγάλα» για την ζωή και τις συνθήκες εργασίας των πιο ακραία εκμεταλλευομένων εργαζομένων στο σύγχρονο αχαλίνωτο καπιταλισμό. Αυτών που έχουν εφευρεθεί για να εργάζονται χωρίς δικαιώματα (καθαρίστριες/ες, φύλακες, υπάλληλοι κ. ά.)
Στο νομοσχέδιο με τον τίτλο «Ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις – αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας – ενίσχυση της πρότασης των εργαζομένων – επιτροπεία ασυνόδευτων ανηλίκων και άλλες διατάξεις» μια διάταξη συγκέντρωσε τα περισσότερα πυρά: αυτή που ρυθμίζει το καθεστώς των εργαζομένων σε εργολαβικές εταιρείες. Προβλέπεται η «συνευθύνη» των «εργολάβων» με τους κανονικούς εργοδότες, δηλαδή των μεγάλων εταιρειών που ο εργολάβος προμηθεύει εργαζόμενους. Αυτό είναι όμως μια ανατροπή.
Ως τώρα η αυθαιρεσία και η υπερεκμετάλλευση γινόταν, διότι η ανάδοχος εταιρεία κρυβόταν πίσω από τον εργολάβο που έκανε ότι ήθελε, ενώ στην πραγματικότητα τα υπερκέρδη από αυτές τις πρακτικές ήταν γι΄ αυτήν. Τώρα προβλέπεται ότι «η επιχείρηση που αναθέτει ένα έργο σε μία τρίτη εταιρεία, θα ευθύνεται εξίσου για ό,τι έχει να κάνει με τους εργαζόμενους που θα απασχολήσει η εταιρεία αυτή. Θα πρέπει, ως εκ τούτου, να καταβάλει (η επιχείρηση που ανέθεσε το έργο) μισθούς, ασφαλιστικές εισφορές, αποζημίωση απόλυσης σε περίπτωση που η εργολαβική εταιρεία αθετήσει τις υποχρεώσεις της. Πράγμα πάρα πολύ συνηθισμένο ακόμη και από «αξιοσέβαστες» εταιρείες που, ενώ επαίρονται, διαπνέονται από αισθήματα «εταιρικής ευθύνης».
Η αντίδραση ήταν άμεση, σκληρή και συντονισμένη. Μιλάμε, βέβαια, για μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Υπολογίζεται, π.χ. ότι στο χρηματοπιστωτικό τομέα αποτελούν το 10%. Στην πραγματικότητα αυτοί οι εργαζόμενοι εργάζονται ως ενοικιαζόμενοι, αλλά χωρίς τα δικαιώματά τους. Δύο απ΄ αυτά είναι: η ίση αμοιβή του δανειζόμενου προσωπικού με το τακτικό προσωπικό και η υποχρέωση πρόσληψης του εργαζόμενου από τον έμμεσο εργοδότη μετά από χρονικό διάστημα 36 μηνών.
Ήταν αναμενόμενο, λοιπόν, οι εργοδότες να αντιδράσουν. Με κοινή τους επιστολή, οι ΣΕΒ, ΓΣΕΒΕΕ, ΕΣΕΕ και ΣΕΤΕ ζητούν την απόσυρση της διάταξης που ρυθμίζει τα θέματα των εργολαβιών και υπεργολαβιών. Υπήρξε το ανάλογο, ξεχωριστό αίτημα του ΣΕΒ, τον οποίο το υπουργείο Εργασίας κατηγόρησε ότι «είναι αντίθετος στην επιβολή κανόνων για την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων». Ο ΣΕΒ με κομψό τρόπο υποστήριξε ότι «χρειάζεται μία πιο προσεκτική προσέγγιση στο πρόβλημα, ώστε να μη δημιουργείται πρόσθετο βάρος στις επιχειρήσεις».
Την απάντηση σ΄ αυτά τα εξ αρχής ταξικά επιχειρήματα έδωσαν οι εργαζόμενοι όταν παρενέβησαν στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής. Η Βασιλική Χριστοπούλου, πρόεδρος του Συλλόγου Δανειζομένων Προσωπικού Τραπεζικού Τομέα, αποκάλυψε το τέχνασμα. Υποστήριξε ότι «με το πρόσχημα του “έργου”, οι τράπεζες δανείζονται προσωπικό από εταιρείες, ικανοποιώντας τον διακαή τους πόθο να απασχολούν εργαζόμενους που δεν ανήκουν σε σωματείο, δεν καλύπτονται από συλλογική σύμβαση, μετατρέπονται εύκολα σε μερικής απασχόλησης, απολύονται πανεύκολα και ξαναπροσλαμβάνονται με χειρότερους όρους, αν χρειαστεί». Γι΄ αυτό, ασφαλώς, αντέδρασαν.

Παύλος Κλαυδιανός