Συλλαμβάνοντας το κεφάλαιο ως αξία εν κινήσει

harvey1

Την περασμένη Δευτέρα ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ βρέθηκε για μια ακόμα φορά στη χώρα μας με αφορμή τη διάλεξη που έδωσε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων που διοργανώνονται στο Μέγαρο Μουσικής, σε συνεργασία με το ινστιτούτο Μπίρκμπεκ. Στη διάλεξή του αυτή ασχολήθηκε με το κεφάλαιο ως αξία που βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, εντοπίζοντας μέσα από την ανάλυση του μνημειώδους έργου του Καρόλου Μάρξ τα σημεία εκείνα στα οποία εστιάζει ο καπιταλισμός για την αναπαραγωγή του στη σημερινή συγκυρία. Δημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο μέρος της ομιλίας του.

Του Ντέιβιντ Χάρβεϊ

Θα ήθελα να παρουσιάσω κάποια από τα συμπεράσματα στα οποία έχω καταλήξει στην προσπάθειά μου να αναπτύξω μια απλή, αλλά όχι απλοϊκή μέθοδο κατανόησης του Μαρξ, που θα τον καταστήσει εύληπτο σε όσο το δυνατόν περισσότερους. Οδηγήθηκα, λοιπόν, σε ένα διάγραμμα των τριών τόμων του Κεφαλαίου του Μαρξ, το οποίο είναι εμπνευσμένο από τον υδρολογικό κύκλο. Κατά τη διάρκεια του κύκλου αυτού το νερό παίρνει διάφορες μορφές και σκεφτόμουνα ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω κι εγώ ένα ανάλογο μοντέλο για να περιγράψω τον ορισμό του Μαρξ για το κεφάλαιο, το οποίο ορίζει ως αξία εν κινήσει· και είναι η κίνηση στην οποία θέλω να εστιάσω.
Ο πρώτος τόμο του Κεφαλαίου ξεκινάει με το χρηματικό κεφάλαιο που αγοράζει την εργατική δύναμη και τα μέσα παραγωγής. Το χρηματικό κεφάλαιο θεωρεί ότι η εργατική δύναμη είναι ήδη ένα εμπόρευμα και ότι ανέκαθεν αναπαραγόταν ως τέτοια. Θεωρεί επίσης ότι υπάρχουν μέσα παραγωγής τα οποία είτε παράγονται από το κεφάλαιο είτε προέρχονται από τη φύση. Εργατική δύναμη και μέσα παραγωγής εισέρχονται στην παραγωγική διαδικασία και παράγουν υλικά εμπορεύματα, αλλά επίσης αξία και υπεραξία. Στη συνέχεια τα εμπορεύματα που παράγονται πωλούνται στην αγορά και η αξία τους πραγματώνεται, παίρνει χρηματική μορφή. Υποστηρίζω ότι στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ θεωρεί ότι όλα πωλούνται στην αξία τους. Θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στην κυκλοφορία του κεφαλαίου και επομένως ο πρώτος τόμος είναι μια λεπτομερής μελέτη ενός μονοπατιού που μοιάζει κυκλικό. Ένα από τα συμπεράσματα που βγάζει ο Μαρξ είναι ότι η κατάσταση της εργατικής τάξης θα χειροτερεύει διαρκώς όσο η κατάσταση της τάξης των καπιταλιστών θα γίνεται όλο και καλύτερη

Συνετή κατανάλωση

Η διαδικασία της κυκλοφορίας, και κυρίως το ερώτημα της πραγμάτωσης της αξίας, εξετάζεται στο δεύτερο τόμο του Κεφαλαίου. Εκεί, θεωρεί ότι δεν υπάρχει καμιά τεχνολογική μεταβολή· θεωρεί, δηλαδή, ότι αυτό είναι μια σταθερά, σε αντίθεση με τον πρώτο τόμο, στον οποίο θεωρείται μεταβλητή. Προκύπτουν, έτσι, συγκεκριμένα προβλήματα σε ό,τι αφορά το ζήτημα της πραγμάτωσης. Στον πρόλογο του πρώτου τόμου ο Μαρξ αναφέρει ότι αν οδηγήσει κανείς το εμπόρευμά του στην αγορά και δεν το πουλήσει, δεν μπορεί να πραγματώσει την αξία του, και τότε αυτή δεν υπάρχει. Η πραγμάτωση της αξίας βασίζεται στην ύπαρξη μιας αγοράς στην οποία πραγματοποιούνται αγορές. Αυτό σημαίνει ότι οι ανάγκες και οι επιθυμίες είναι θεμελιώδους σημασίας. Η ικανοποίηση τους προϋποθέτει τη δυνατότητα πληρωμής και επομένως η πραγματική καταναλωτική ζήτηση είναι απολύτως απαραίτητη. Αυτή βασίζεται στις ανάγκες και τις επιθυμίες, αλλά και στη ροή χρήματος για να αγοραστούν αυτές. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική παράμετρο του επιχειρήματος, γιατί ιστορικά η κατασκευή των επιθυμιών και των αναγκών υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των καπιταλιστικών κοινωνιών και πραγματοποιείται με διάφορους τρόπους. Ο τρόπος, δε, με τον οποίον καθοδηγούμαστε σε συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες, αλλά και το τι συμβαίνει αν δεν επιθυμούμε κάτι που παράγει το κεφάλαιο είναι αντικείμενα μελέτης.
Ο δεύτερος τόμος, επομένως, ασχολείται με την πραγμάτωση της αξίας και εκεί βρίσκουμε μια διαφορετική εκδοχή σχετικά με την κατάσταση της εργατικής τάξης, καθώς ο Μαρξ αναφέρει ότι αν αυτή συμπιεστεί πέραν ενός σημείου, τότε παύει να υπάρχει αγορά. Η κατάσταση της εργατικής τάξης, επομένως, πρέπει να παραμένει σχετικά σταθερή ή σε μερικές περιπτώσεις και να καλυτερεύει, έτσι ώστε να διευκολύνεται η πραγμάτωση του κεφαλαίου. Ο Μαρξ καταλήγει στην υπόθεση ότι για να πραγματώνεται η αξία σε όφελος του κεφαλαίου είναι απαραίτητη μια συνετή κατανάλωση, η οποία πρέπει να επιτυγχάνεται σε κάθε καπιταλιστική κοινωνία. Δεν είναι συνετή για την ανθρωπότητα ή την εργατική τάξη, αλλά για τη συσσώρευση κεφαλαίου, το οποίο πρέπει να παρέμβει στις επιθυμίες και τις ανάγκες μας, για να επιτύχει αυτή τη συνετή κατανάλωση.
Ο τρίτος τόμος επικεντρώνεται στην κυκλοφορία. Υπάρχουν διάφορες μορφές κυκλοφορίας που πρέπει να εξετάσουμε. Το χρήμα κατανέμεται με διαφορετικούς τρόπους: μισθοί, φόροι, το κέρδος των βιομηχάνων, το κέρδος των εμπόρων, οι γαιοπρόσοδοι και οι τόκοι των τραπεζών. Στον τρίτο τόμο λοιπόν έχουμε μια ανάλυση της κυκλοφορίας σαν όλα τα υπόλοιπα στοιχεία να παραμένουν σταθερά. Αν θεωρήσουμε συνολικά το Κεφάλαιο, πρόκειται για διαφορετικά τμήματα της κυκλοφορίας, τα οποία εξετάζονται από τον Μαρξ υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που είναι κρίσιμες, καθώς αν αυτές αρθούν τα συμπεράσματα είναι πολύ διαφορετικά. Ο Μαρξ ανέφερε συχνά ότι ενδιαφερόταν εν τέλει για την ολότητα, τη συνολική διαδικασία κυκλοφορίας και, όπως κι εγώ, για τις συνθήκες στις οποίες αυτή πραγματοποιείται. Η αναπαραγωγή της ανθρώπινης φύσης· η παραγωγή και αναπαραγωγή του πολιτισμού και σε πιο βαθμό προσφέρει τη βάση για τις ανάγκες και επιθυμίες, αλλά και ο βαθμός στον οποίο αυτές οι δυνατότητες που προκύπτουν μεταξύ των ανθρώπων ως ελεύθερα χαρίσματα μπορούν να γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης από το κεφάλαιο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αίσθηση του χρόνου· κοινωνίες χρονικά πειθαρχημένες μπορούσαν να προσαρμοστούν στα εργοστασιακά ωράρια καλύτερα απ’ ότι ας πούμε φυλές της Αφρικής που η χρονική τους πειθαρχία είναι πολύ διαφορετική. Το κεφάλαιο χρησιμοποιεί συχνά ελεύθερα χαρίσματα της ανθρώπινης φύσης, όπως χρησιμοποιεί και ελεύθερους φυσικούς πόρους. Στη συνέχεια η κυκλοφορία διαιρείται, γιατί οι μισθοί επιστρέφουν ως ζήτηση, οι φόροι επιστρέφουν εν μέρει με όρους κρατικών δαπανών ως πραγματική ζήτηση και μερικές φορές ως επανεπενδύσεις. Το βιομηχανικό κέρδος κατευθύνεται εν μέρει στην κατανάλωση της αστικής τάξης, το ίδιο και οι γαιοπρόσοδοι. Εν μέρει, όμως, παίρνουν κι αυτά τη μορφή επανεπενδύσεων.

Το κέντρο του συστήματος

Αυτό, λοιπόν είναι το καπιταλιστικό σύστημα που σημαδεύει τους χάρτες. Και εγείρονται ενδιαφέροντα ερωτήματα από την εξέτασή του. Το πρώτο είναι πού βρίσκεται η δύναμη που το κινεί. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι ο επιχειρηματίας παίρνει κάποια χρήματα και τα χρησιμοποιεί ως κεφάλαιο. Κεφάλαιο επομένως, σ’ αυτό το πλαίσιο είναι το χρήμα που χρησιμοποιείται με συγκεκριμένο τρόπο από έναν καπιταλιστή επιχειρηματία με σκοπό το κέρδος που προέρχεται από την υπεραξία. Από τον πρώτο τόμο του κεφαλαίου θα συμπέρανε κανείς ότι αυτό είναι το κέντρο που κινητοποιεί το σύστημα. Στο δεύτερο τόμο προκύπτει μια διαφορετική απάντηση ή αν θέλετε μια παρεμφερής απάντηση. Γιατί το ερώτημα που προκύπτει είναι τι συμβαίνει όταν η διαδικασία μπλοκαριστεί, αν δεν υπάρχει ανάγκη για ένα εμπόρευμα ή αν δεν υπάρχει πραγματική ζήτηση. Τι θα έκανε ένας συνετός καπιταλιστής; Θα σταματούσε την παραγωγή. Όλο το σύστημα θα κατέρρεε, αν δεν εξασφαλιζόταν η συνετή κατανάλωση ενός εμπορεύματος. Πώς μπορεί, όμως, να χειραγωγηθεί η κατανάλωση ή η ζήτηση; Ξέρουμε ότι πολλές φορές αυτό γίνεται μέσω του κράτους, του κρατικού μηχανισμού, και έτσι μέσω των κρατικών δαπανών έχουμε ένα κεϋνσιανό μοντέλο που παίζει σημαντικό ρόλο στην ενεργοποίηση των συνθηκών που με τη σειρά τους ενεργοποιούν τον παραγωγό να μπει στη διαδικασία παραγωγής υπεραξίας ξανά. Η πραγμάτωση της αξίας τότε, έχει διαφορετική πηγή ζήτησης.
Τι συμβαίνει με την κυκλοφορία; Εδώ βρίσκουμε κάτι πραγματικά ενδιαφέρον. Υπάρχει ένα σημείο στο οποίο η κυκλοφορία παίζει καίριο ρόλο για την ολοκλήρωση του κυκλώματος. Η υπεραξία θεωρεί ότι στο τέλος κάθε μέρας υπάρχει κάτι περισσότερο απ’ ό,τι στην αρχή της. Από ποιο σημείο του συστήματος προέρχεται αυτό το περισσότερο; Η απάντηση είναι ότι έρχεται από το πεδίο της κυκλοφορίας και συγκεκριμένα από τις αποταμιεύσεις και πιο συγκεκριμένα από το χρηματοπιστωτικό τομέα. Μ’ άλλα λόγια ο χρηματοπιστωτικός τομέας αναπτύσσει τις δικές του μορφές πίστης και αυτό που ο Μαρξ αποκαλεί «φανταστικό κεφάλαιο», που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη συνέχιση της λειτουργίας του συστήματος. Υπάρχουν επομένως τρία σημεία συντονισμού εδώ: ένα στην παραγωγή, ένα τη στιγμή της πραγμάτωσης και ένα στην κυκλοφορία στα οποία το χρήμα αποσύρεται και μπαίνει σε τράπεζες και χρηματοπιστωτικούς θεσμούς και στη συνέχεια εναπανακυκλοφορεί σαν τοκοφόρο κεφάλαιο, σαν φανταστικό κεφάλαιο. Και σ’ αυτό το πεδίο μπορεί να δημιουργηθεί η δύναμη του χρήματος που στη συνέχεια γίνεται σημαντική. Αν διαβάσει κανείς τον τρίτο τόμο του κεφαλαίου θα αναρωτηθεί ποιοι είναι οι άνθρωποι εκείνοι που θα έπρεπε να τον ανησυχούν όταν εξετάζει τη λειτουργία του καπιταλισμού. Και είναι οι ομολογιούχοι, οι τραπεζίτες, οι κεφαλαιούχοι. Αυτά τα τρία πεδία δύναμης που εισέρχονται στο σύστημα αλληλοσυμπληρώνονται κατά κάποιο τρόπο. Άρα το πρώτο πράγμα από το οποίο πρέπει να ξεφύγουμε είναι η αντίληψη ότι ο μόνος τρόπος λειτουργίας του κεφαλαίου είναι οι άπληστοι επιχειρηματίες που παίρνουν λεφτά και τα πολλαπλασιάζουν.

Ο μηχανισμός του χρέους

Υπάρχουν και κάποια επιπλέον ερωτήματα, που κατά τη γνώμη μου είναι πολύ σημαντικά. Πότε μπορεί να διακοπεί η διαδικασία αυτή; Τι συμβαίνει αν διακοπεί και που μπορεί να συμβεί αυτό; Με άλλα λόγια πώς το σύστημα αυτό δημιουργεί πιθανές κρίσεις; Όταν το χρηματικό κεφάλαιο εισέρχεται στην αγορά μπορεί να μην βρει αρκετή εργατική δύναμη. Μπορεί να μην βρει επαρκή μέσα παραγωγής. Στην περίπτωση αυτή θα εγκλωβιστεί εκεί. Δεύτερον μπορεί να υπάρξει πρόβλημα στην πραγματική παραγωγική διαδικασία. Μπορεί να υπάρξει διακοπή όταν δεν υπάρχει αγορά για ένα εμπόρευμα ή όταν οι τράπεζες αντί να δανείζουν εντός του κυκλώματος, δανείζουν στους γαιοκτήμονες ή σε άλλες τράπεζες ή στο κράτος. Στην πραγματικότητα όντως συμβαίνουν όλα τα παραπάνω. Αν όλο το χρήμα κατευθυνθεί προς το κράτος και καθόλου προς την παραγωγή, τότε ο καπιταλισμός ως σύστημα πεθαίνει.
Υπάρχουν επομένως όλ’ αυτά τα σημεία στα οποία η διαδικασία μπορεί να σταματήσει. Τι σημαίνει αυτό για την μαρξιστική ανάλυση; Ο Μαρξ είχε πει ότι το κεφάλαιο είναι αξία σε κίνηση, αλλά είπε και κάτι άλλο που δεν έχει την αναγνώριση που θα έπρεπε στο έργο του: το κεφάλαιο έχει να κάνει και με αυτό που ονόμαζε «αντι-αξία», δηλαδή ένα στοιχείο που πρόκειται να μπλοκάρει το σύστημα. Για παράδειγμα, αν στο σημείο της πραγμάτωσης δεν υπάρχει αγορά για ένα εμπόρευμα τότε δεν υπάρχει αξία. Χάνεται, επομένως, αξία από την εργατική δύναμη που αγοράστηκε και από τα μέσα παραγωγής που αναπτύχθηκαν. Υπάρχει επομένως υποτίμηση, η αντι-αξία είναι μια θεωρία υποτίμησης.
Και αυτό το σύστημα έχει πολλά εγγενή σημεία υποτίμησης, γιατί όπως λέει ο Μαρξ «δεν είναι απλά το σύστημα, αλλά η ταχύτητα με την οποία κινείται που έχει σημασία». Η επιβράδυνση για οποιοδήποτε λόγο σημαίνει απώλεια αξίας. Υπάρχει επομένως μια συνεχής μάχη μεταξύ της παραγωγής αξίας και του τρόπου με τον οποίο αυτή υπερβαίνει τα προβλήματα της αντι-αξίας. Έτσι, η αντι-αξία μετατρέπεται σε αιτία κινητοποίησης αξίας ικανής να ανακτήσει αυτή που είτε χάθηκε είτε χάνεται. Ο Μαρξ, λοιπόν, εφευρίσκει μια πολύ ενδιαφέρουσα γλώσσα, λέγοντας ότι σε κάθε ένα από τα στοιχεία του συστήματος υπάρχει και ένα στοιχείο αντι-αξίας που πρέπει να αντικατασταθεί στην παραγωγή αξίας. Και η μεγαλύτερη μορφή αντι-αξίας σήμερα είναι φυσικά το χρέος. Το χρέος είναι αντι-αξία, μια αξίωση επί των μελλοντικών αξιών, κάτι που πρέπει να εξοφληθεί. Όσο περισσότερο χρέος υπάρχει τόσο μεγαλύτερη είναι η αναγκαιότητα αυτού του συστήματος να κινητοποιηθεί για να εξοφλήσει την αξία και την αντι-αξία. Εξετάζοντας τη συνολική εικόνα, είναι αυτή η σχέση αξίας – αντι-αξίας που είναι κρίσιμη. Ίσως ακούγεται λίγο παράξενο, αλλά ας θυμηθούμε ότι οι φυσικοί σήμερα λένε ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ύλη χωρίς την αντι-ύλη, και είναι αυτή η διαλεκτική σχέση μεταξύ τους που είναι εξαιρετικά σημαντική, ώστε να καταλάβουν το σύμπαν. Με τον ίδιο τρόπο νομίζω ότι ο Μαρξ σε όλη του την ανάλυση αναφέρεται στην αξία και την αντι-αξία. Ποτέ ξεκάθαρα, αλλά εγείρει το ερώτημα ξανά και ξανά.
Ίσως κάποιοι το ερμηνεύσουν σαν επιρροή του Χέγκελ, αλλά εγώ είμαι σίγουρος ότι πήρε την ιδέα αυτή από τον Χέγκελ και την τροποποίησε, όπως κάνει με τη διαλεκτική του γενικά, σε κάτι διαφορετικό. Και αυτό το διαφορετικό είναι η αντίληψη ότι το ίδιο το κεφάλαιο παράγει συνθήκες αντι-αξίας, που στη συνέχεια απαιτούν την παραγωγή αξίας. Μ’ αυτή την έννοια οι άπληστοι επιχειρηματίες κινητοποιούνται όχι λόγω της απληστίας τους, αλλά λόγω της υπερχρέωσής τους που δεν τους αφήνει άλλη επιλογή. Αυτό σημαίνει, και είναι σημαντικό για μένα, ότι υποθηκεύεται το μέλλον. Στην πραγματικότητα λέει ότι δεν υπάρχει μέλλον μέχρι να εξοφληθεί το χρέος. Η υποθήκευση αυτή βασίζεται στην αναγκαιότητα παραγωγής υπεραξίας, χωρίς να υπάρχει άλλη επιλογή. Το βρίσκω καταπληκτικό, καθώς η μόνιμη επωδός του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού είναι η ελευθερία επιλογής. Αυτός, όμως, είναι ένας κόσμος ανελευθερίας, ένας κόσμος υποθηκευμένος, όχι μόνο σε εθνικό επίπεδο, αλλά και σε εταιρικό και προσωπικό. Ο φοιτητικός πληθυσμός των ΗΠΑ χρωστά 1 τρισ. δολάρια. Είναι χρεωμένος. Το μέλλον του είναι υποθηκευμένο. Οφείλουν να ξεχρεώσουν πριν αρχίσουν να ζουν πραγματικά. Μετατοπιστήκαμε σ’ έναν κόσμο που ηγεμονεύει το κέντρο ισχύος του πεδίου της κυκλοφορίας, δηλαδή οι τράπεζες, οι μηχανισμοί χρηματοδότησης και δημιουργίας χρέους, ώστε καθίσταται δύσκολο να σκεφτούμε ένα μέλλον διαφορετικό απ’ το να συνεχίσουμε να παράγουμε αξία ώστε να εξοφλήσουμε το χρέος.

Μετάφραση: Πέτρος Κοντές

* Ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ είναι καθηγητής Ανθρωπολογίας και Γεωγραφίας στο Κέντρο Μεταπτυχιακών Σπουδών του City University της Νέας Υόρκης