«Συμμαχία από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα»;

Τέσσερις τρόποι για να μην ηττηθούν Ακροδεξιά και εθνικισμός

Του Σωτήρη Βαλντέν*

Παρακολουθούμε με αμηχανία, αλλά και με πανικό την αδιάκοπη ενίσχυση της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού στον δυτικό κόσμο. Πρόκειται για ένα πραγματικό τσουνάμι που θέτει σε κίνδυνο θεμελιώδεις αξίες και κατακτήσεις μας και θυμίζει δεκαετία του 1930.

Ακροδεξιοί και εθνικιστές βρίσκονται ήδη στην εξουσία σε ΗΠΑ, Ιταλία, Πολωνία, Ουγγαρία, Αυστρία, Τσεχία, Σλοβακία και αλλού, κέρδισαν το δημοψήφισμα του Brexit, ενώ ενισχύονται απειλητικά και σε πολλές άλλες χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ολλανδία και η Σουηδία.

Για την αντιμετώπιση του υπαρξιακού αυτού κινδύνου οι δημοκρατικές και αντιεθνικιστικές δυνάμεις φαίνεται να στερούνται στρατηγικής ή η στρατηγική τους είναι λαθεμένη.

Η ανάγκη για ένα πλατύ μέτωπο των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στην Ακροδεξιά είναι επιτακτική. Και η πρόταση που διατυπώθηκε για μια συμμαχία «από τον Μακρόν ώς τον Τσίπρα» ακούγεται ελκυστική, παραπέμποντας μάλιστα στα αντιφασιστικά μέτωπα περασμένων δεκαετιών. Τίθεται ωστόσο το ερώτημα για τη γραμμή πάνω στην οποία θα πρέπει να οικοδομηθεί μια τέτοια συμμαχία.

Δυστυχώς, οι κυρίαρχες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις αναζητούν τα αίτια και τους υπευθύνους γι’ αυτές τις εξελίξεις οπουδήποτε αλλού εκτός από εκεί όπου κυρίως βρίσκονται, στις πολιτικές που οι ίδιες εφαρμόζουν. Μας ζητούν δεν συχνά να συσπειρωθούμε εναντίον των εχθρών της δημοκρατίας με πολιτικές που, αντί να τους εξασθενούν, τους ενισχύουν. Ιδού τέσσερις πολιτικές που, κατά τη γνώμη μου, βοηθούν αντί να πολεμούν την Ακροδεξιά και τους εθνικιστές:

Εμμονή στον νεοφιλελευθερισμό ως όπλο κατά του λαϊκισμού της Ακροδεξιάς

Μια από τις κύριες -αν όχι η κύρια- αιτίες της κρίσης των δημοκρατιών μας και της Ευρώπης είναι ο νεοφιλελευθερισμός των τελευταίων δεκαετιών, με την ακραία λιτότητα, την υψηλή ανεργία, τις σκανδαλώδεις ανισότητες και την ανασφάλεια που επιφέρει. Η ενσωμάτωση μάλιστα του μεγαλύτερου μέρους της Σοσιαλδημοκρατίας σε αυτές τις πολιτικές έχει στερήσει τους εργαζόμενους από τους κυριότερους φυσικούς τους εκπροσώπους.

Η Ακροδεξιά το γνωρίζει και εμφανίζεται συχνά πολέμια του νεοφιλελευθερισμού (Ιταλία, Γαλλία, Ουγγαρία κλπ.). Πολλά από όσα λέει εν προκειμένω είναι σωστά, τα λέει ή θα έπρεπε να τα λέει πρώτη η Αριστερά, σοσιαλδημοκρατική και μη. Όμως πολλοί -ακόμη και προοδευτικοί- επικεντρώνουν την πολεμική τους στον «λαϊκισμό».

Η Ακροδεξιά είναι βέβαια συνώνυμη του άκρατου λαϊκισμού. Και ασφαλώς εναντιωνόμαστε απόλυτα στο να «πετάνε το μωρό μαζί με τα απόνερα» σε θέματα όπως η Ε.Ε., η παγκοσμιοποίηση, το ελεύθερο εμπόριο, η διεύρυνση ή η δημοσιονομική πειθαρχία.

Όμως «απόνερα» υπάρχουν, και πολλά. Και το να «χαρίζουμε» στους εχθρούς της δημοκρατίας την πάλη για να αλλάξουν πολιτικές που αποδεικνύονται ολοένα και πιο καταστροφικές και αδιέξοδες κοινωνικά και οικονομικά, το να εμφανίζουμε την υπεράσπισή τους ως μάχη κατά της Ακροδεξιάς αποτελεί αυτοκτονική στρατηγική.

Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Ιταλία. Η ακροδεξιά / λαϊκιστική κυβέρνηση διεκδικεί χαλάρωση της λιτότητας, μεγαλύτερη ευελιξία στα δημοσιονομικά και εξισορρόπηση των ισοζυγίων με τη Γερμανία. Πώς να το κάνουμε, σ’ αυτά έχει βασικά δίκιο.

Όμως το κατεστημένο των Βρυξελλών, που μόλις τέλειωσε έναν υποκριτικό γύρο αυτοκριτικής για τα εγκληματικά «λάθη» του στην Ελλάδα, επαναλαμβάνει τα ίδια σαν να μην έχει διδαχτεί τίποτε: άτεγκτη εμμονή στη δημοσιονομική «ορθοδοξία» και εκστρατεία εκφοβισμού (που ενισχύει και τις αναταραχές στις αγορές). Αλλά τα πράγματα είναι τώρα δυσκολότερα.

Το 2015 είχαν να κάνουν με μια μικρή οικονομία και μια αριστερή, φιλοευρωπαϊκή κυβέρνηση. Τώρα έχουν μπροστά τους την τρίτη οικονομία της Ευρωζώνης και μια εν πολλοίς ακροδεξιά, ευρωσκεπτικιστική, χυδαία κυβέρνηση αγνώστων προθέσεων.

Μια υποχώρηση κινδυνεύει να φανεί ως υποχώρηση στην Ακροδεξιά, αλλά μια κάθετη σύγκρουση θα τινάξει στον αέρα το ευρώ και την Ευρώπη, και μάλιστα με το «ηθικό πλεονέκτημα» στην πλευρά των φασιστών! Θα ήταν καλύτερα αν η Ευρώπη και η Γερμανία είχαν δείξει ευελιξία το 2015. Όμως τώρα -που οι συσχετισμοί δεν τους επιτρέπουν να συντρίψουν το «άτακτο παιδί»- ας μην μας πάνε, υπνοβατούντες, στον γκρεμό.

Αλλά και στη Γαλλία η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Μακρόν, που τον καθιέρωσε ως τον «Πρόεδρο των πλουσίων», κάθε άλλο παρά θωρακίζει από την επικράτηση της Ακροδεξιάς στις επόμενες εκλογές. Το πολιτικό κενό που διαμορφώνεται στη χώρα μόνο τη δημοκρατία δεν εξυπηρετεί. Ούτε βέβαια πολεμάμε πειστικά τον προστατευτισμό του Τραμπ όταν καλούμαστε να υπερασπιστούμε τα θηριώδη πλεονάσματα της Γερμανίας, αυτά ακριβώς που καταστρέφουν τον Νότο της Ευρώπης.

Μια αποτελεσματική στρατηγική κατά της Ακροδεξιάς θα συνδύαζε την απόρριψη του προστατευτισμού και του ευρωσκεπτικισμού με την πάλη για την προοδευτική μεταρρύθμιση της Ευρώπης και την αντίκρουση των αρνητικών πλευρών της παγκοσμιοποίησης, έχοντας συνείδηση πως το σημερινό ευρωπαϊκό και παγκόσμιο status quo ούτε υπερασπίσιμο είναι ούτε βιώσιμο.

Ακόμη θα ξεσκέπαζε την υποκρισία όσων στην Ακροδεξιά δηλώνουν «φιλολαϊκοί» αλλά ακολουθούν και αυτοί πολιτικές που ευνοούν τους πλούσιους (οικονομική πολιτική Τραμπ, φορολογική πολιτική Λέγκας, προγράμματα ακροδεξιών σε Γερμανία, Σουηδία, Ολλανδία και αλλού κ.λπ.).

Όμως, το διεθνές πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο φαίνεται να θέλει «και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο». Πρώτη του προτεραιότητα δεν είναι η απόκρουση της Ακροδεξιάς, αλλά η διατήρηση ανέπαφων των προνομίων του.

«Δανεισμός» από την ατζέντα της Ακροδεξιάς σε θέματα ταυτότητας

Η ανερχόμενη τάση στις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις της Ευρώπης -πρώτιστα τις συντηρητικές, αλλά όχι μόνο- είναι να υιοθετούν μέρος της αντι-μεταναστευτικής και ξενοφοβικής πλατφόρμας της Ακροδεξιάς με το επιχείρημα πως έτσι θα συγκρατήσουν τους ψηφοφόρους τους.

Σε όλη σχεδόν την Ευρώπη (από τη Δανία, ώς τη Μόρια) επικρίνεται και ακυρώνεται η ανοικτή πολιτική του 2015, προτείνονται και υιοθετούνται μέτρα που προπαγανδίζει η Ακροδεξιά, παραγνωρίζεται το διεθνές και ανθρωπιστικό δίκαιο και επιδεικνύεται μια ανεκτικότητα σε ξενοφοβικές και ρατσιστικές «ευαισθησίες» που μάταια θα την αναζητήσουμε στα οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα.

Ασφαλώς στα θέματα αυτά η μάχη δεν έχει κριθεί. Υπάρχουν ακόμα ισχυρές αντιστάσεις στην Ακροδεξιά πολιτική κατά των προσφύγων και των μεταναστών. Ο Όρμπαν και το Βίσεγκραντ καταδικάζονται, το ίδιο και οι Ιταλοί όταν αφήνουν πρόσφυγες να πνίγονται στη Μεσόγειο. Όμως η υποκρισία περισσεύει. Η Ευρώπη βρίσκει κοινό παρονομαστή σε απραγματοποίητα και απάνθρωπα σχέδια για hotspots σε τρίτες χώρες.

Οι Ιταλοί κατηγορούνται πιο πολύ επειδή ζητούν την κατανομή των βαρών και σε άλλα κράτη – μέλη, παρά για την εγκληματική τους συμπεριφορά στους μετανάστες. H επιστροφή των αιτούντων άσυλο στις χώρες της πρώτης εισόδου, δηλαδή το «φόρτωμα» όλου του βάρους ενός ευρωπαϊκού προβλήματος στην Ιταλία και την Ελλάδα, εμφανίζεται ως προοδευτική πολιτική.

Η Ιστορία έχει αποδείξει πως η τακτική της υιοθέτησης ακροδεξιών πολιτικών σε ζητήματα ταυτότητας δεν αποδυναμώνει την Ακροδεξιά, την ενισχύει. Η μετατόπιση του κέντρου βάρους της πολιτικής ζωής προς την κατεύθυνσή της οδηγεί τους πολίτες να προτιμούν το αυθεντικό από τις απομιμήσεις. Αυτό επιβεβαιώνεται ήδη στη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Σουηδία και την Αυστρία.

Η υποχωρητικότητα στο μεταναστευτικό, ανοίγει τον δρόμο στη νομιμοποίηση και τον διάλογο με την Ακροδεξιά και στη συνέχεια στη διαμόρφωση συμμαχιών εξουσίας με αυτή. Ήδη τέτοιες τάσεις παρατηρούμε σε πολλές χώρες.

Η πάλη κατά της Ακροδεξιάς ως σταυροφορία κατά της Ρωσίας του Πούτιν

Διαβάζοντας τον φιλελεύθερο διεθνή Τύπο θα νόμιζε κανείς πως το κύριο πρόβλημα με τον Τραμπ είναι η συμπάθειά του για τη Ρωσία του Πούτιν και η στήριξή του από αυτήν. Το ότι ο Τραμπ κλιμακώνει καθημερινά την αντιρωσική σταυροφορία αγνοείται ή αποδίδεται στο ότι το «σώφρον» περιβάλλον του κατορθώνει να τον παρακάμψει. Ο «φιλορωσισμός» είναι και κεντρικό στοιχείο στο κατηγορητήριο κατά Ευρωπαίων ακροδεξιών (Λεπέν, Όρμπαν κ.λπ.). Θέλουν να μας κάνουν να πιστεύουμε πως η βασική αιτία της ανόδου της Ακροδεξιάς είναι τα βρόμικα παιχνίδια και τα ρούβλια του Πούτιν.

Υπάρχει ασφαλώς μια αποκρουστική ιδεολογική και πολιτική συνάφεια του Πούτιν με τους ανά τον κόσμο ακροδεξιούς. Είναι επίσης σαφές πως η Μόσχα ενισχύει όλες τις δυνάμεις που μπορούν να εξασθενήσουν τη Δύση και την Ευρώπη στο πλαίσιο ενός σπιράλ κλιμακούμενου ψυχρού πολέμου. Όμως, η ικανότητα του Πούτιν να επηρεάσει τις εξελίξεις στις δυτικές χώρες προβάλλεται υπερβολικά, σε βαθμό καρικατούρας, και η συνωμοσιολογία τείνει να υποκαταστήσει την ανάλυση των αιτίων της ανόδου της Ακροδεξιάς και της κρίσης της Ευρώπης.

Το αφήγημα αυτό εντάσσεται στο από εικοσαετίας σχέδιο της Δύσης να περιθωριοποιήσει περαιτέρω τη Ρωσία. Η επιθετική δυτική στρατηγική είναι η κύρια αιτία του νέου ψυχρού πολέμου και ο Πούτιν εκφράζει τη θέληση της χώρας του να αμυνθεί, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό όλα τα πρόσφορα μέσα. Εξάλλου η δυτική επιθετικότητα (στην οποία μάλιστα πρωτοστατούν, ιδίως στις ΗΠΑ, οι φιλελεύθεροι) συμβάλλει στην ενίσχυση του καθεστώτος Πούτιν.

Το να αποδίδουμε την άνοδο της Ακροδεξιάς στη δράση της Ρωσίας και όχι στα εσωτερικά προβλήματα των κοινωνιών μας δεν είναι αξιόπιστο. Οι δυνητικοί οπαδοί της Ακροδεξιάς δεν εκφοβίζονται από τη ρωσοφοβία του κατεστημένου. Μάλλον ενισχύεται η πεποίθησή τους ότι τους «δουλεύουν». Ίσως να ενισχύεται και η δημοτικότητα του Πούτιν. Και βέβαια η ταύτιση της πάλης κατά της Ακροδεξιάς με μια πολιτική που εξυπηρετεί τους εμπόρους του πολέμου και θέτει σε σοβαρό κίνδυνο την παγκόσμια ειρήνη κάθε άλλο παρά ενισχύει το «ηθικό πλεονέκτημα» των δημοκρατικών δυνάμεων.

Δημοκρατικές «ζαβολιές» στο όνομα του πολέμου κατά των εχθρών της

Όλοι συμφωνούμε πως κάθε μέσο είναι θεμιτό για την άμυνα της δημοκρατίας έναντι μιας εκτροπής. Το ερώτημα είναι αν είναι θεμιτή και η παραγνώριση των δημοκρατικών κανόνων για να εμποδιστεί η με νόμιμα μέσα άνοδος στην εξουσία ή και διακυβέρνηση της Ακροδεξιάς. Η δημοκρατική απάντηση είναι, πιστεύω, «όχι», τουλάχιστον όταν η απειλή για την κατάλυση της δημοκρατίας δεν είναι έκδηλη και άμεση. Γιατί ποιος αποφασίζει πότε και πόσο απειλείται η δημοκρατία;

Δυστυχώς τον τελευταίο καιρό παρατηρούμε όλο και πιο συχνά ενέργειες που παραβιάζουν κραυγαλέα τη δημοκρατική πρακτική, ακόμη και τη νομιμότητα, με αιτιολογία την καταπολέμηση της Ακροδεξιάς και του εθνικισμού.

Με ποια λογική ο ανεύθυνος Πρόεδρος της Ιταλίας νομιμοποιείται (πολιτικά ή και θεσμικά) να αποκλείει τον προτεινόμενο από την εκλεγμένη κυβέρνηση υπουργό Οικονομικών, επειδή εκτιμά πως ο τελευταίος είναι αντίθετος στο ευρώ; Πόσο δημοκρατικό είναι να ασκείται πίεση για επανάληψη ή ακύρωση δημοψηφισμάτων (Αγγλία, Ολλανδία) επειδή το αποτέλεσμα δεν αρέσει;

Πόσο θεμιτό είναι οι φιλελεύθεροι να πανηγυρίζουν όταν αποκαλύπτεται πως κάποιοι ανώνυμοι σύμβουλοι του δημοκρατικά εκλεγμένου Αμερικανού Προέδρου συνωμοτούν ενάντια στις αποφάσεις και τη θέληση του αφεντικού τους; Πόσο δημοκρατικό είναι οι μεγάλοι της Δύσης να θριαμβολογούν για το 91% του μακεδονικού δημοψηφίσματος, την ώρα που όλοι γνωρίζουμε πως οι αντίπαλοι του «ναι» απείχαν και η αποχή ήταν αισθητά μεγαλύτερη από ό,τι αναμενόταν;

Η «υπεράσπιση της δημοκρατίας» με τέτοια μέσα οδηγεί μαθηματικά στην υπονόμευσή της, αφού όλο και περισσότεροι πολίτες πείθονται πως οι κανόνες και οι αξίες της δημοκρατίας είναι ευκαιριακά προπετάσματα καπνού που χρησιμοποιούν οι ισχυροί όταν και μόνο τους συμφέρει.

Πλατιά ενότητα κατά της Ακροδεξιάς με ποια γραμμή

Η πρόσφατη πρόταση για διαμόρφωση ενός πανευρωπαϊκού πλατιού μετώπου κατά της Ακροδεξιάς «από τον Μακρόν έως τον Τσίπρα» που διατυπώθηκε από στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος της Ιταλίας (ενός σοσιαλδημοκρατικού κόμματος που, σημειωτέον, με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική του και την υπεροψία του ηγέτη του, συνέβαλε τα μέγιστα στην επικράτηση της Ακροδεξιάς και των λαϊκιστών) παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Με τον Αννίβα ante portas, σε ορισμένες στιγμές και καταστάσεις, όπως π.χ. στον δεύτερο γύρο των γαλλικών εκλογών, προέχει να του φράξουμε τον δρόμο, ακόμη και χωρίς προαπαιτούμενα.

Όμως, ως στρατηγική, η πλατιά ενότητα κατά της Ακροδεξιάς δεν μπορεί να ξεφύγει από το ερώτημα «σε ποια βάση», με ποια γραμμή. Νομίζω λοιπόν ότι φανερό πως μια ενότητα όπου ηγεμονεύουν όσοι εμμένουν στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, υποχωρούν στην ατζέντα της Ακροδεξιάς στο μεταναστευτικό, προσπαθούν να μετατρέψουν τον αντιφασιστικό αγώνα σε αντιρωσική σταυροφορία και δεν διστάζουν να μετέρχονται αντιδημοκρατικά κόλπα, περιφρονώντας βάναυσα τον κόσμο που υποτίθεται πως εκπροσωπούν, δεν θα εξασθενήσει την Ακροδεξιά, αλλά θα τη φέρει γρηγορότερα στην εξουσία. Η δημοκρατική Αριστερά δεν μπορεί να συναινεί σε ένα τέτοιο μέτωπο.

Χωρίς αλλαγή κατεύθυνσης στην οικονομική πολιτική και στις πολιτικές της Ευρώπης, χωρίς ασυμβίβαστο μέτωπο στον ρατσισμό και την ξενοφοβία, χωρίς μια φιλειρηνική πολιτική διεθνώς και χωρίς σεβασμό στους πολίτες και προσπάθεια γεφύρωσης του χάσματος που έχει προκληθεί ανάμεσα σ’ αυτούς και τη δημοκρατική πολιτική, οι δημοκρατίες μας και η Ευρώπη οδηγούνται στον γκρεμό.

Με αυτή και μόνο τη στρατηγική πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να προσέλθει η δημοκρατική Αριστερά σε οποιαδήποτε συζήτηση για το απαραίτητο νέο αντιφασιστικό μέτωπο.

 

* Ο Σωτήρης Βαλντέν διδάσκει στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών

Πηγή: Αυγή