Συμμαχίες: τακτικές κινήσεις και στρατηγική αντίληψη

Του Χρήστου Πικριδά

Οσα διαδραματίστηκαν κατά τη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης στη Βουλή και λίγο πριν από αυτή, φαίνεται πως αποτελούν προανάκρουσμα μόνο όσων πιθανότατα θα ακολουθήσουν το αμέσως επόμενο διάστημα, αλλά και μέχρι τις βουλευτικές εκλογές. Η λήξη του μνημονιακού προγράμματος προσαρμογής μπορεί να μην έσβησε με μια μονοκοντυλιά τις συνέπειες των μνημονίων, αναμφισβήτητα όμως σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας κοινωνικά και πολιτικά περιόδου. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ότι υποχρεώνει τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις να αντιδρούν και να δρουν με βάση τα νέα δεδομένα. Δηλαδή με βάση τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την ανάγκη υπέρβασης των αρνητικών συνεπειών της κρίσης που όξυναν τα μνημόνια, και όχι με βάση την υποχρέωση αναγκαστικής εφαρμογής των συνταγών τους.

Εποχή ανακατατάξεων

Στο νέο πλαίσιο που τείνει να διαμορφωθεί, οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που δεν έχουν εγκολπωθεί την πιο ακραία εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού και της αυταρχικής επιβολής του, ωθούνται εκ των πραγμάτων να επανατοποθετηθούν με βάση τα νέα διακυβεύματα και να επανεκτιμήσουν τις σχέσεις μεταξύ τους, καθώς και να επιδιώξουν τη μεταβολή των συσχετισμών με βάση τις νέες ανάγκες τους. Είναι δυνατόν, συνεπώς, να διαμορφωθούν συνθήκες για σημαντικές αναδιατάξεις σε όλη την κλίμακα. Η έκταση και το βάθος τους θα εξαρτηθούν όχι μόνο από τους αντικειμενικούς όρους που υπάρχουν, αλλά και από τις πρωτοβουλίες που θα σημειωθούν.
Στο μέγαρο Μαξίμου (και στον ΣΥΡΙΖΑ;) φαίνεται ότι το έχουν αντιληφθεί. Αλλωστε όλοι το ζήσαμε σαν μια εν δυνάμει νέα κατάσταση στη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης και φαίνεται ότι θα το ξαναζήσουμε στη διαδικασία κύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών. Ο πρωθυπουργός, τόσο στην εκδήλωση στήριξης της συμφωνίας των Πρεσπών στο Μέγαρο Μουσικής όσο και στη συζήτηση για την παροχή ψήφου εμπιστοσύνης, προτείνοντας δημόσια τη δημιουργία ενός ευρύτατου μετώπου αριστερών, προοδευτικών, δημοκρατικών δυνάμεων αυτή τη δυνατότητα και αυτή την ανάγκη διαπίστωνε. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με πόση ακρίβεια μετρούσε τα λόγια του, αλλά είναι βέβαιο ότι, για να έχει ελπίδες επιτυχίας μια τέτοια πρόταση, πρέπει να είναι καλά μελετημένη και με σαφήνεια διατυπωμένη. Δεν αρκεί, δηλαδή, να ριχτεί απλά σαν μια καλή ιδέα, γιατί, πέρα από αυτό, κυρίως αντιπροσωπεύει μια πραγματική κοινωνική και πολιτική ανάγκη. Κάθε βήμα, συνεπώς, προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να υπηρετεί αυτή τη συγκεκριμένη ανάγκη, ούτε να την παρερμηνεύει ούτε να την υποτάσσει σε πρόχειρους σχεδιασμούς.

Η ανάγκη για συμμαχίες

Οσο προφανής και αδήριτη ήταν πριν από μία και πλέον δεκαετία η ενότητα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς και η συγκρότησή της σε ενιαίο κόμμα ικανό να διεκδικήσει το δικαίωμα να κυβερνήσει, άλλο τόσο σαφές έγινε στη συνέχεια ότι και στις ευνοϊκότερες από την άποψη του εκλογικού συστήματος συνθήκες, δηλαδή με πριμοδότηση 50 εδρών στο πρώτο κόμμα, χρειάζεται η συγκρότηση συμμαχικού σχήματος για την εξασφάλιση της πλειοψηφίας. Το 2015 προέκυψε η ad hoc συνεργασία με τους ΑΝΕΛ , που, παρά τα προβλήματά της, έλυσε εκ των ενόντων το ζήτημα. Σήμερα φαίνεται ότι υπάρχει η δυνατότητα έγκαιρης συζήτησης και επίλυσης του προβλήματος, για να μην πούμε ότι εν όψει και απλής αναλογικής υπάρχει αναγκαιότητα.
Υπάρχουν οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να εμπλακούν σ΄αυτή τη συζήτηση; Φαίνεται ότι αρχίζουν να διαμορφώνονται στο χώρο του σοσιαλδημοκρατικού κέντρου και στις παρυφές της αριστεράς. Και η ύπαρξή τους είναι σε θέση να ωθήσει και αρνητικά διακείμενες ή διστακτικές ως τώρα δυνάμεις να διαφοροποιήσουν τη θέση τους και να συζητήσουν κι αυτές το ενδεχόμενο της συνεργασίας. Με ποια μορφή;
Η παραδοσιακή, η παλαιοκομματική αντίληψη υποδείκνυε τη συγκρότηση κομμάτων σκούπα, που όλα τα σφάζουν όλα τα μαχαιρώνουν και εφορμούν για την κατάληψη της εξουσίας, ενώ η προσδοκία της αποτελεί το κύριο ενοποιητικό στοιχείο τού σχηματισμού. Η δική μας αριστερά έχει εισαγάγει μια διαφορετική αντίληψη. Την ύπαρξη διαφορετικών κομμάτων δεν την αποδίδει σε πολιτικά καπρίτσια, αλλά σε κοινωνικές ανάγκες. Γι’ αυτό και στη θέση των υπερπολυσυλλεκτικών κομμάτων βάζει την πολιτική συμμαχιών. Και πολιτική συμμαχιών σημαίνει μετωπικές μορφές δράσης, προεκλογικές, εκλογικές ή μετεκλογικές, σε προγραμματική βάση, με διατήρηση και σεβασμό της ιδιαίτερης υπόστασης των συμμάχων, ακόμα κι όταν πρόκειται για προσωπικότητες. Οχι εξ αιτίας κάποιας υποχρέωσης που επιβάλλει ένας οδηγός καλής συμπεριφοράς, αλλά γιατί κάθε υπαρκτός πολιτικός σχηματισμός εκφράζει μια υπαρκτή κοινωνική ανάγκη, που δεν μπορεί ούτε πρέπει να αφομοιωθεί, αλλά να συντεθεί σε προγραμματική βάση μέσα σ’ ένα συμμαχικό σχήμα. Αν έχουμε καταλάβει καλά, αυτή τη θέση διατύπωσε εν συντομία ο πρωθυπουργός μιλώντας στο Μέγαρο Μουσικής.

Η μετωπική κεντροαριστερά

Το γεγονός ότι σήμερα μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ εύλογα να διεκδικήσει ηγεμονική θέση, με την γκραμσιανή έννοια, σε ένα τέτοιο συμμαχικό σχήμα, δεν σημαίνει ούτε ότι θα αφομοιωθεί σ’ αυτό με την υστεροβουλία να το χειραγωγεί, ούτε ότι πρέπει να περιοριστεί στην επιδίωξη συμμαχίας με όσους είναι ήδη πρόθυμοι και να αδιαφορήσει για τους άλλους. Είναι δελεαστικό, ίσως, να επιδιώξει κανείς ένα κατ’ όνομα κεντροαριστερό σχήμα, με την ελπίδα ότι θα είναι πιο ελκυστικό, πιο εύκολα προσεγγίσιμο. Ωστόσο, η μόνη κεντροαριστερά που αξίζει αυτό το όνομα, είναι η απλή και καθαρή μετωπική συνεργασία διακριτών δυνάμεων της αριστεράς και του κέντρου, και όχι η εξαφάνιση της αριστεράς μέσα στο κέντρο ή του κέντρου μέσα στην αριστερά, με στόχο την πρόκληση μετρίας σύγχυσης στους ψηφοφόρους, που θα μας έβαζε από την πίσω πόρτα στον παλιό “καλό” δικομματισμό, με αξιωματική εναλλακτική στην εξουσία τη δεξιά. Τουλάχιστον για την αριστερά, έχει αποδειχτεί ότι μπορεί να παίξει τον ιστορικό ρόλο της διατηρώντας τη χρήσιμη και αναγκαία διακριτή παρουσία της μέσα στα πιο πλατιά σχήματα συνεργασίας. Γιατί εκεί και μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να αποσπά δυνάμεις από την επιρροή της δεξιάς και να αγωνίζεται αποτελεσματικά για τις ανάγκες τού σήμερα έχοντας διαρκώς στραμμένο το βλέμμα της στο όραμά της για το αύριο.

Χ. Γεωργούλας