Συναρπαστική αφήγηση, στέρεοι χαρακτήρες

Βασίλης Τσιράκης «Οι αλώβητοι»,
εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2019

Του Στράτου Κερσανίδη

Παρακολουθώ το συγγραφικό έργο του Βασίλη Τσιράκη, από το 2004, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, «Οι ποδηλάτες του χρόνου». Ήδη από τότε είχε αρχίσει να φαίνεται πως ο Τσιράκης δεν είναι ένας ακόμη που γράφει και εκδίδει, αλλά πως έχει κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό να μας πει.
Το πρώτο εκείνο βιβλίο, ενώ δεν έκρυβε το ταλέντο του, μου φάνηκε σαν ο συγγραφέας να προσπαθούσε να καταθέσει την πολιτική του άποψη, σαν να εκβίαζε τον εαυτό του να πει αυτά που θέλει, με αποτέλεσμα ένα διδακτισμό ο οποίος αποδυνάμωνε την, όντως σημαντική, ιδέα του βιβλίου του. Όμως από την πρώτη στιγμή φάνηκε πως ο Βασίλης Τσιράκης έχει το χάρισμα της αφήγησης.
Από τότε πέρασαν 15 ολόκληρα χρόνια στη διάρκεια των οποίων ο πολυπράγμων αυτός άνθρωπος έγραψε άλλα τρία βιβλία («Ακορντεόν βιολί και φυσαρμόνικα» -2007, «Σελανίκ» – 2012 και «Τα χρόνια ανάμεσα» – 2016), αλλά και ένα θεατρικό έργο («Μετεωρολογικό δελτίο» – 2009) και σκηνοθέτησε δύο ταινίες μικρού μήκους («Ένα συν ένα» – 2010, «Το παγκάκι» – 2014 και «Εναλλακτική λύση» – 2015).
Με την έκδοση του δευτέρου του βιβλίου, ο Βασίλης Τσιράκης άρχισε να αποκτά μια πιο μεστή και πιο δεμένη γραφή. Οι ιδεολογικές του απόψεις δεν προτάσσονταν με κραυγαλέο τρόπο αλλά υπήρχαν αφομοιωμένες μέσα στην αφήγηση, αναδεικνύονταν μέσα από τους ήρωές του. Κάπως έτσι φτάσαμε στο 2012, όταν με το εξαιρετικό ιστορικό μυθιστόρημα «Σελανίκ» ο συγγραφέας έγινε ευρύτερα γνωστός, καθώς σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Επίκεντρο της αφήγησης η πόλη της Θεσσαλονίκης, δηλαδή ο χώρος που ζει και δημιουργεί ο ίδιος. Το 2016 ακολούθησαν «Τα χρόνια ανάμεσα», ακόμη ένα συναρπαστικό ιστορικό μυθιστόρημα, το δεύτερο με επίκεντρο τη Θεσσαλονίκη.
Έτσι φτάσαμε στο 2019 και στο τρίτο του ιστορικό μυθιστόρημα, «Οι αλώβητοι», με χώρο δράσης και πάλι τη Θεσσαλονίκη, συμπληρώνοντας με αυτόν τον τρόπο μια άτυπη τριλογία, η οποία έχει μεν χρονολογική σειρά αλλά επ’ ουδενί δεν αποτελεί συνέχεια.
Πρέπει να σημειώσω πως ο Βασίλης Τσιράκης πλέον, όχι μόνον έχει ωριμάσει (αυτό είχε γίνει εμφανές ήδη από το «Σελανίκ») αλλά κατά την άποψή μου -και όχι μόνο- είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους έλληνες συγγραφείς.
Το βιβλίο του είναι αποτέλεσμα μια επίμονης κι επίπονης ιστορικής έρευνας χάρη στην οποία σκιαγραφείται με αδρό τρόπο το ιστορικό πλαίσιο της εποχής που ο Τσιράκης τοποθετεί την αφήγησή του και της εμπνευσμένης μυθοπλασίας, η οποία ζωντανεύει το χώρο και το χρόνο.
Ο χώρος είναι η Θεσσαλονίκη αλλά οι ήρωές του ταξιδεύουν από την Τασκένδη ως το Παρίσι. Ο χρόνος περικλείεται στην περίοδο από τον Εμφύλιο μέχρι λίγο πριν από την πτώση της δικτατορίας. Μέσα στην Ιστορία και την Γεωγραφία συναντούμε ανθρώπους, ανθρώπους αληθινούς, γήινους, με σάρκα και οστά. Όχι ενδεδυμένους το μανδύα των ηρώων αλλά γεμάτους με προτερήματα και ελαττώματα, ικανούς να πράξουν το καλύτερο αλλά και το χειρότερο.
Εδώ οφείλω να αναφερθώ στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει ο Τσιράκης τους χαρακτήρες του. Κι αυτό επειδή εν τέλει μυθοπλασία είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Αυτό το γνωρίζει πολύ καλά ο συγγραφέας κι έτσι αφιερώνει πολύ κόπο για να χτίσει τους χαρακτήρες του. Έτσι τους βλέπουμε ολοκληρωμένους, να πατούν στα πόδια τους, να εντάσσονται με ομαλό τρόπο στην αφήγηση. Κι όπως σημείωσα λίγο παραπάνω, δεν εντάσσονται στο μανιχαϊστικό μοντέλο, από ’δω οι καλοί κι από ’κει οι κακοί.
Η πλοκή παρασέρνει, προκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει κι άλλο, να μην ακουμπήσει το βιβλίο στο κομοδίνο για να ξαποστάσει, αλλά να συνεχίσει για μερικές σελίδες ακόμη. Και αυτό συμβαίνει με ένα βιβλίο αρκετά ογκώδες, με 490 περίπου σελίδες.
Ήδη από το προηγούμενο βιβλίο του, αν δεν κάνω λάθος, ο Βασίλης Τσιράκης επέλεξε να χρησιμοποιεί μεγάλες προτάσεις. Να μην κάνει κατάχρηση της τελείας και να αφήνει τη γραφή να ρέει. Αρκετά ριψοκίνδυνο, θα έλεγα, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος ο αναγνώστης (-στρια) να κουραστεί, να μην καταφέρει να βγάλει με μιαν ανάσα την τεράστια πρόταση. Όμως, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Ούτε η ανάγνωση είναι κουραστική αλλά και ανάσες μπορεί να πάρεις. Αυτό φυσικά οφείλεται στο ίδιο το ταλέντο του συγγραφέα ο οποίος έχει τον τρόπο του, ξέρει πώς να χειριστεί το λόγο αλλά και το αναγνώστη (-στρια).
Στους Αλώβητους, παρακολουθούμε μέσα από τους ήρωες του Τσιράκη, τη μεγάλη περιπέτεια της χώρας. Εμφύλιος, προσφυγιά, διώξεις, ταξικοί αγώνες, χαφιέδες, διώκτες και διωκόμενοι, πλούσιοι και φτωχοί, αγάπη και μίσος. Μπροστά από τα μάτια μας περνά η πολύχρωμη Θεσσαλονίκη των ανθρώπων και της Ιστορίας, η πόλη με το πλούσιο παρελθόν και το αμφισβητούμενο παρόν.
Όλα αυτά ο Βασίλης Τσιράκης τα δένει, τα κάνει μυθοπλασία, όχι όμως μόνον για την απόλαυση της ανάγνωσης. Αντίθετα, συνδυάζει την απόλαυση, την οποία όλοι αναζητούμε όταν διαβάζουμε ένα βιβλίο, με την ιδεολογική θέση. Η οποία διαπερνά τις σελίδες, βρίσκεται παντού, στην πλοκή, στα λόγια των ηρώων, στις πράξεις τους. Χωρίς όμως να φωνάζει «κοιτάξτε, είμαι εδώ». Γιατί ο Βασίλης Τσιράκης έχει, και πολύ καλά κάνει, ιδεολογική τοποθέτηση. Την οποία καταθέτει μέσα από τις πράξεις των ανθρώπων και αφήνει στον αναγνώστη (-στρια) την ευχέρεια ή τη διάθεση να την ανακαλύψει.