Συνέντευξη με τον Φάμπιο Λουίς Μπαρμπόζα, καθηγητή διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σάο Πάολο

Ο Μπολσονάρο είναι η τρομακτική απάντηση μιας φοβισμένης κοινωνίας

Με τον υποψήφιο του Εργατικού Κόμματος (ΡΤ) Φερνάντο Χαντάντ να καλεί σε συστράτευση για την υπεράσπιση της δημοκρατίας και της ελευθερίας, συνεχίζεται η εκστρατεία των δύο μονομάχων ενόψει του δεύτερου γύρου των βραζιλιάνικων εκλογών. Ο Φάμπιο Λουίς Μπαρμπόζα, μιλά στην «Εποχή» για τις προοπτικές δημιουργίας ενός αντιφασιστικού μετώπου, τους σχεδιασμούς της αστικής τάξης στη Βραζιλία, και τη βραζιλιάνικη Αριστερά.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Πως φτάσαμε σε αυτό το εφιαλτικό 46% του Μπολσονάρο;
Ο Μπολσονάρο είναι η τρομακτική απάντηση μιας φοβισμένης κοινωνίας. Σε ένα πλαίσιο όπου οι συλλογικές μορφές αγώνα αμφισβητούνται, υποσχέθηκε την τάξη μέσω της αγριότητας, όπως ο Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Ερντογάν στην Τουρκία, ο Μόντι στην Ινδία, ο Ουρίμπε στην Κολομβία ή ο φασισμός στην Ιταλία. Επομένως, ο Μπολσονάρο δεν είναι μόνος: είναι μια τάση, όχι μια μεμονωμένη παρέκκλιση. Θα πρέπει να γίνει σαφές ότι ενώ τα συναισθήματα ενάντια στο ΡΤ έθρεψαν τον Μπολσονάρο, υπήρχαν πολλοί αντί-ΡΤ υποψήφιοι, οπότε αυτό είναι μόνο ένα μέρος της εξήγησης. Πολλοί Βραζιλιάνοι έχουν μετατοπίσει την υποταγή τους από τον Λούλα στον Μπολσονάρο, επομένως κάτω από την οργή τους υπάρχει η απογοήτευση με τις προηγούμενες προεδρίες του PT και η αναζήτηση ενός προσωποπαγούς ηγέτη σε ένα πλαίσιο υλικής και ψυχολογικής ανασφάλειας.

Ο δεύτερος γύρος θα είναι σκληρός

Ενόψει των εκλογών της 28ης Οκτωβρίου, μπορεί να δημιουργηθεί ένα αντιφασιστικό μέτωπο όπως έγινε στη Γαλλία εναντίον της Λεπέν;
Έχει ήδη υπάρξει ένα ισχυρό κίνημα εναντίον του Μπολσονάρο από τις γυναίκες της Βραζιλίας, γνωστό ως «όχι αυτόν!» (Ele Nao). Ήταν εκατομμύρια οι άνθρωποι που διαδήλωσαν στους δρόμους στις 29 Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, δεν φαίνεται ότι έχει μεγάλη στήριξη από τους φτωχότερους, τα πρόσωπα στους δρόμους δεν ήταν κυρίως μαύρα. Στη περίπτωση της Γαλλίας δεν υπήρχε κανένα συναίσθημα ίδιο με τα αντί-PT συναισθήματα, που σφυρηλατήθηκαν από τα ΜΜΕ μετά την καθαίρεση της Ντίλμα Ρούσεφ το 2016. Αυτό θα αποτελέσει εμπόδιο στη δημιουργία ενός τέτοιου μετώπου. Με άλλα λόγια, ένα αντί-PT μέτωπο, ακόμα και αν δεν είναι μεγάλο, είναι μια πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Στην πραγματικότητα, πολλές από τις ψήφους του Μπολσονάρο στόχευαν να του δώσουν τη νίκη από τον πρώτο γύρο, και καθώς αυτό δεν έγινε ο δεύτερος γύρος θα είναι σκληρός. Ο Μπολσονάρο δεν φαίνεται να έχει πολλά περιθώρια για να πάρει νέες ψήφους, αλλά δεν τις χρειάζεται πολύ ούτως ή άλλως.

Τι υποστηρίζει η αστική τάξη σε αυτές τις εκλογές; Ποια λύση είναι προτιμότερη για το κεφάλαιο και τις ελίτ, και γιατί;
Για την αστική τάξη της Βραζιλίας, η οικονομία δεν αποτελεί θέμα διένεξης στις εκλογές: όποιος κερδίσει θα αντιμετωπίσει τα προβλήματα του νεοφιλελευθερισμού με περισσότερο νεοφιλελευθερισμό. Είτε μέσα από τον ουτοπικό τρόπο ενός «συνεκτικού νεοφιλελευθερισμού» που κηρύσσει το PT, είτε από τον ούλτρα νεοφιλελευθερισμό του Μπολσονάρο. Οι διαφορές που έχει η αστική τάξη αφορούν μόνο την πολιτική μορφή για τη διαχείριση των κρίσεων της Βραζιλίας. Το ποια θα είναι η θεσμική, νομική και πολιτιστική ρύθμιση που θα αντικαταστήσει την περίοδο της βραζιλιάνικης «Νέας Δημοκρατίας» που ακολούθησε τη δικτατορία (1964-1985), και η οποία τώρα καταδικάζεται οριστικά. Σε πρώτο πλάνο, υπάρχουν δύο δρόμοι. Με τα δικά του λόγια, ο Λούλα προσφέρει αξιοπιστία και σταθερότητα. Η αξιοπιστία για την οποία μιλάει δεν αφορά τους «από πάνω» αλλά τους «από κάτω»: αυτό που λέει ο Λούλα η κοινωνία θα το δεχτεί. Με άλλα λόγια, ο λουλισμός προσφέρει την ικανότητά του για πειθώ και λαϊκή εξουδετέρωση ως ένα μονοπάτι για την τάξη. Αν η Ντίλμα Ρούσεφ ήταν η σκιά του Λούλα, ο Φερνάντο Χαντάντ, ο υποψήφιος του PT, είναι σχεδιασμένος να αποτελέσει το άβαταρ αυτής της πολιτικής. Στον αντίθετο, συμπληρωματικό πόλο, βρίσκεται o Mπολσονάρο. Συνοψίζοντας, αυτοί είναι δύο διαφορετικοί τρόποι για να διαχειριστεί η κρίση της Βραζιλίας: το PT προσφέρει σταθερότητα μέσω της συμφιλίωσης, ενώ ο Μπολσονάρο προτείνει το ίδιο μέσω της βίας. Και οι δύο είναι προσωρινές, και αναγκαστικά ασταθείς, απαντήσεις μιας μπουρζουαζίας που βρίσκεται σε φάση αναδιοργάνωσης. Επειδή αυτό που επωάζει η κυρίαρχη τάξη, είναι ένας μπολσοναρισμός χωρίς τον Μπολσονάρο. Στη Γαλλία, η φασίστρια Μαρίν Λεπέν διαμαρτυρήθηκε για εκείνους που πήγαν μαζί για να την νικήσουν στο δεύτερο γύρο. Γιατί, σε τελική ανάλυση, αυτό που είπε η δυσαρεστημένη Λεπέν, είναι ότι εκλέγουν κάποιον που εφαρμόζει τις δικές της πολιτικές αλλά χωρίς να κάνει θόρυβο. Κάτω από τη σκόνη των επόμενων εκλογών, η βραζιλιάνικη αστική τάξη δημιουργεί τον δικό της Μακρόν.

Αυξανόμενη βαρβαρότητα

Έχει ήδη υπάρξει ένα ισχυρό κίνημα εναντίον του Μπολσονάρο από τις γυναίκες της Βραζιλίας, γνωστό ως «όχι αυτόν!» (Ele Nao). Ήταν εκατομμύρια οι άνθρωποι που διαδήλωσαν στους δρόμους στις 29 Σεπτεμβρίου. Την Παρασκευή υποστηρικιτές του Μπολσονάρο χάραξαν με σουγιά μια σβάστικα στην κοιλιά μιας γυναίκας που φορούσε μπλούζα με το σύνθημα «όχι αυτόν!».

 

Τι θα σημάνει μια ενδεχόμενη νίκη του Μπολσονάρο για τη Βραζιλία και την Λατινική Αμερική;
Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα, ο νικητής αυτών των εκλογών είναι ήδη ο Μπολσονάρο, γιατί ήταν αυτός που έβαλε τους όρους στο δημόσιο διάλογο. Ο άξονας της συζήτησης μετατοπίστηκε προς τα δεξιά, απομακρύνοντας περισσότερο την συζήτηση από τα διαρθρωτικά ζητήματα. Το μήνυμα είναι σαφές: η Βραζιλία, μαζί με μεγάλο μέρος της σύγχρονης παγκόσμιας πολιτικής, κινείται προς το στυγνό νεοφιλελευθερισμό και την κρατική καταστολή. Με λίγα λόγια, αντιμετωπίζουμε μια αυξανομένη βαρβαρότητα. Από την σκοπιά της Αριστεράς, είναι απαραίτητη μια κριτική αξιολόγηση των πρόσφατων προοδευτικών κυβερνήσεων στη Νότια Αμερική. Η πρόθεσή της να ελαττώσει την ανισότητα και την εξάρτηση χωρίς να αντιμετωπίσει τις ρίζες αυτών των προβλημάτων αποδείχτηκε ότι είναι μια αποτυχία, και έχει μερίδιο ευθύνης για την σημερινή κρίση. Πρέπει να αναρωτηθούμε αν αυτές οι κυβερνήσεις, όπως του Ομπραντόρ τώρα στο Μεξικό, ήταν ένα σημάδι της αλλαγής ή μια εναλλακτική διαδρομή της διαχείρισης κρίσεων. Τις τελευταίες δεκαετίες, πολλοί πίστευαν ότι η Βραζιλία ήταν η πολιτική του μέλλοντος στη Λατινική Αμερική: ο συνεκτικός νεοφιλελευθερισμός μέσω της ταξικής συμφιλίωσης. Τώρα που αυτό είναι παρελθόν, ξαφνικά ανακαλύπτουμε τους μελλοντικούς μας άξονες στην Κολομβία. Το Μεξικό σήμερα ακολουθεί μια ναρκοπολιτική όπως η Κολομβία, μέσα σε ένα ελπιδοφόρο πλαίσιο όπως η Βραζιλία πριν από μια δεκαετία. Κοιτάζουμε στο Μεξικό με το πικρό συναίσθημα μιας ταινίας που έχει ήδη παιχτεί, και της οποίας το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο.

Αν νικήσει ο Χαντάντ, θεωρείς ότι μπορεί να δημιουργηθεί μια σταθερή κυβέρνηση; Ο Μπολσονάρο και οι δυνάμεις που τον υποστηρίζουν θα αναγνωρίσουν το αποτέλεσμα;
Ο Μπολσονάρο έχει δηλώσει ότι το ΡΤ μπορεί να κερδίσει μόνο μέσω απάτης, και επομένως δεν θα αναγνωρίσει αυτήν την νίκη. Πέρα από την απερίσκεπτη ομιλία του, οποιαδήποτε κυβέρνηση και αν έρθει θα είναι ασταθής. Ο Χαντάντ θα προσπαθήσει να κάνει το καλύτερο για να διευκολύνει το κεφάλαιο και όλες τις εκφάνσεις της συντηρητικής πολιτικής. Ωστόσο, η κυρίαρχη τάξη είναι ξεκάθαρη από την μαζική εξέγερση του Ιουνίου του 2013: οι εποχές του συνεκτικού νεοφιλελευθερισμού έχουν τελειώσει. Έχουν μετακινηθεί από την συμφιλίωση στον ταξικό πόλεμο. Αυτό είναι το υπόβαθρο της λουλιστικής αγωνίας: η εποχή του έγινε απλά αναχρονιστική. Πέρα από το άμεσο, η αστική τάξη κινείται προς την κατεύθυνση του Μπολσονάρο. Σε περίπτωση που δεν κερδίσει τώρα, κάποιος άλλος πιο διακριτικός θα πάρει την ευθύνη της ατζέντας του, αργά ή γρήγορα. Για την Αριστερά, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι ο λουλισμός δεν είναι το αντίδοτο του φασισμού, αλλά είναι ένα φάρμακο που εμποδίζει την κατανόηση του τι συμβαίνει. Μόνο μέσα από τον αγώνα θα ξεφύγουμε από τη βαρβαρότητα, όχι με την μορφίνη.