Κώστας Μελάς: Πού θα βρούμε τα λεφτά; Εκεί θα βρούμε τα λεφτά

Πού θα βρούμε τα λεφτά; Εκεί θα βρούμε τα λεφτά

Στον απόηχο του τρομοκρατικού λόγου της προεκλογικής καμπάνιας της ΝΔ
και των συμμαχιών της, επιχειρούμε μια απόδοση της αντικειμενικής πραγματικότητας.
Συμπέρασμα: υπάρχουν προβλήματα για μια κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ,
αλλά υπάρχουν και λύσεις. 

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Τέθηκε ζήτημα βραχυπρόθεσμου δανεισμού από τη νέα κυβέρνηση, για υποχρεώσεις ως το τέλος Μαρτίου. Το υπουργείο Οικονομικών υποστήριξε ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει μέσω εντόκων γραμματίων, επειδή το συμφωνημένο όριο έχει ήδη καλυφθεί. Πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα;
Πρόκειται για τις χρηματοδοτικές ανάγκες του κράτους για εξυπηρέτηση του χρέους  ως το τέλος Μαρτίου, δηλαδή την περίοδο όπου δεν θα έχει ακόμη σχηματισθεί κυβέρνηση ή δεν θα έχει ολοκληρωθεί μια νέα διαπραγμάτευση για να λύσει και παρόμοια ζητήματα. Καμιά κυβέρνηση ούτε και της ΝΔ δεν προλαβαίνει να το αντιμετωπίσει αυτό. Πρέπει, λοιπόν, να βρεθεί ένας τρόπος, και αυτός δεν είναι άλλος απ’ αυτόν που θα χρησιμοποιήσει και μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. 
Είναι πάρα πολύ απλός. Οι ανάγκες είναι 4,3 δισ. συνολικά, 2,1 έως μέσα Φεβρουαρίου και τα 2,2 στις αρχές του Μαρτίου. Είναι εξοφλήσεις του ΔΝΤ (2,1 δισ.) και απαιτήσεις ιδιωτών και ΕΚΤ για ομόλογα που δεν είχαν συμπεριληφθεί στο PSI. Οι πηγές είναι οι εξής. Πρώτον, υπάρχει πρωτογενές πλεόνασμα, το οποίο διαφημίζει η κυβέρνηση. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στο τέλος του 2014, είναι περίπου 2,0 δισ. Υπενθυμίζουμε ότι η συμφωνία του μνημονίου λέει ότι αυτό αποπληρώνει χρέος. Δεύτερον, είναι δυνατόν να υπάρξει ενδοκυβερνητικός δανεισμός. Σύμφωνα με μελέτες του υπουργείου Οικονομικών, μπορεί να φθάσει τα 6 – 7 δισ. Δηλαδή, διάφοροι οργανισμοί του ευρύτερου δημόσιου τομέα έχουν αποταμιεύσεις, τις οποίες η κυβέρνηση δανείζεται μέσω ρέπος και μετά τα επιστρέφει. Τρίτον, η ΕΚΤ και οι Εθνικές Κεντρικές Τράπεζες δεν μας έχουν επιστρέψει ένα ποσό 2 δισ. περίπου από το πρόγραμμα αγοράς ομολόγων στην πρωτογενή και δευτερογενή αγορά, το SPM και το ANFA. Δεν τα συνυπολογίζω, όμως, διότι μπορεί να μη δοθούν το πρώτο τρίμηνο. Τέταρτον, από τα 11,5 δισ. του ΤΧΣ (Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας), που δεν χρησιμοποιήθηκαν για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, έχουν κρατηθεί τα 3 δισ. από το Ταμείο για περίπτωση ανάγκης, τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν από μια κυβέρνηση. Πέμπτον, είναι η αύξηση των εντόκων γραμματίων, δηλαδή το θέμα που ήλθε στην επικαιρότητα. Υπάρχει πράγματι συμφωνία με την ΕΚΤ να μειωθεί ο δανεισμός μέσω των εντόκων γραμματίων, για να μπορέσει να αυξηθεί η ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος, επειδή η έκδοση εντόκων δεσμεύει ρευστότητα που θα πήγαινε στην πραγματική οικονομία. Όμως, δεν απαγορεύει, για παράδειγμα, να πάρει 3 δισ. έντοκα παραπάνω, αν χρειαστεί, και μάλιστα για να αποπληρώσει τα δικά τους χρήματα.

Υπάρχει πρόβλημα ρευστότητας;

Ποια είναι η ουσία εδώ από οικονομική άποψη;
Εκείνο που έχει σημασία, και κατά την άποψή μου είναι δεσμευτικό, είναι αυτό που είπε η ΕΚΤ. Από τα μέχρι 15 δισ. έντοκα μόνο τα 3,5 μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως collateral (ενέχυρο) στην ΕΚΤ για να αντληθεί ρευστότητα, να δανειστούν εκ νέου οι τράπεζες. Δηλαδή, με την έκδοση νέων εντόκων μειώνουν τη ρευστότητα και δεν μπορούν μετά να αναπληρώσουν ένα κομμάτι της. Αυτή είναι η αλήθεια. Δεν απαγορεύει, όμως, κανένας στην κυβέρνηση να βγάλει 2 και 3 και 4 δισ. έντοκα. Αυτό που λέει η ΕΚΤ συμβαίνει όντως, όμως δεν θα χαλάσει ο κόσμος αν για τρεις μήνες, πχ, μειωθεί κατά 3 δισ. η ρευστότητα από μια οικονομία η οποία, δυστυχώς, πνίγεται από την έλλειψη ρευστότητας. Η ρευστότητα στην ελληνική οικονομία ( πιστωτική επέκταση) δεν αυξάνεται, συνεχίζει να μειώνεται σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ. 
Εν κατακλείδι, υπήρξε μια κινδυνολογία, η οποία δεν έχει κανένα έδαφος, τουλάχιστον μέχρι τον Μάρτιο. Παρενθετικά, να συμπληρώσω ότι υπάρχει ακόμη μια πηγή πόρων  μέσα στο 2015: πρόκειται  για τις προνομιούχες μετοχές και τα warrants  που κατέχουν οι τράπεζες, που το ύψος τους ανέρχεται σε 2,7 δισ. ευρώ. Βεβαίως, αυτό πιθανά δεν μπορεί να γίνει εντός του Μαρτίου, γι’ αυτό και προηγουμένως δεν το ανέφερα ως μία ακόμη πηγή.
 
Τέθηκε, όμως, το ζήτημα και των ομολόγων Αλογοσκούφη. Τι είναι ακριβώς;
Πρόκειται όντως για ομόλογα ύψους  15 δισ., που λήγουν τον Μάρτιο και τα οποία είχαν χρησιμοποιηθεί από τις τράπεζες ως collateral, ενέχυρο προς την ΕΚΤ, για να πάρουν ρευστότητα μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers το 2008. Αυτά έπρεπε να τα αποπληρώσουν  οι τράπεζες επειδή λήγουν. Με τη λήξη των ομολόγων, πράγματι οι ελληνικές τράπεζες στερούνται την αναλογούσα ρευστότητα από την ΕΚΤ. Τα τραπεζικά ιδρύματα και η ΤτΕ εδώ και πολύ καιρό αντιμετωπίζουν το θέμα αυτό σχεδιάζοντας νέους τρόπους αντικατάστασης της ρευστότητας (συμφωνίες για τιτλοποιήσεις, αλλά και υποκατάστασης των ομολόγων που έληξαν, με άλλες μορφές ενεχύρων). Δεν είναι κάποια χρήματα όμως που πρέπει να καταβάλει σε κάποιον το Δημόσιο. Ούτε έχει σχέση με τις πολιτικές εξελίξεις. 
 
Είναι, λοιπόν, πρόβλημα ρευστότητας αυτό που εγείρεται.
Ακριβώς. Ως τώρα μιλούσαμε για τις ανάγκες του Δημοσίου, για τις οποίες και κινδυνολόγησαν. Υπάρχει όμως και το ζήτημα του δανεισμού των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ. Τι σημαίνει αυτό; Οι τράπεζες έχουν 164 δισ. καταθέσεις, πόρους, και 215 δισ. δάνεια. Άρα υπάρχει ένα fund gap, ένα χρηματοδοτικό κενό γύρω στα 55 δισ. Αυτό το καλύπτει η ΕΚΤ, δηλαδή τις χρηματοδοτεί με collateral. Παρά την απομόχλευση, δηλαδή τη μείωση των δανείων που δίνουν στην αγορά, οι τράπεζες έχουν μικρότερους πόρους, καταθέσεις, από τα δάνεια που έχουν χορηγήσει. Ένα μέρος από αυτό το κενό στηρίζεται από τα 15 δισ. των ομολόγων του Αλογοσκούφη. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το θέμα αντιμετωπίζεται εδώ και καιρό από τις ίδιες τις τράπεζες και την ΤτΕ.

Χρηματοδότηση με πρόγραμμα, αλλά ποιο πρόγραμμα;

 Εδώ τώρα ανακύπτει και το ζήτημα του «προγράμματος» που πρέπει να υπάρχει για να χρηματοδοτεί η ΕΚΤ αυτό το κενό των τραπεζών, οι οποίες με τη σειρά τους θα καλύπτουν κενά του Δημοσίου.
Ναι. Υποτίθεται πως η ΕΚΤ λέει ότι, αν η χώρα είναι χωρίς πρόγραμμα, δεν θα μπορούν να συνεχίσουν να χρηματοδοτούνται οι τράπεζές της. Διότι τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου είναι διαβαθμισμένα χαμηλά σε σχέση μ’ αυτά που αγοράζει η ΕΚΤ. Υπάρχει μια ειδική απόφαση, η οποία λέει ότι εμείς θα συνεχίζουμε να αγοράζουμε τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, μάλλον να τα δεχόμαστε ως ενέχυρα, όσο η Ελλάδα βρίσκεται σε πρόγραμμα. Όμως δεν είπε σε ποιο πρόγραμμα. Η ΕΚΤ ποτέ δεν είπε ότι θα σταματήσει τη χρηματοδότηση των ελληνικών τραπεζών. Είπε ότι πρέπει να είναι σε πρόγραμμα. Η οποιαδήποτε νέα κυβέρνηση θα κάνει ένα πρόγραμμα. Αν βγει η ΝΔ, θα συνεχίσει αυτό που υπήρχε, το μνημονιακό πρόγραμμα. Αν βγει ο ΣΥΡΙΖΑ, θα κάνει το δικό του και θα πρέπει να το συμφωνήσει με την ΕΚΤ.

Τοποθετήσεις, επανατοποθετήσεις, κτλ έχουμε καθημερινά από αναλυτές και αξιωματούχους στην Ευρώπη. Ποια η εκτίμησή σου για όλα αυτά;
Νομίζω, μπορούμε να συνοψίσουμε τρία – τέσσερα σημεία σημαντικά και δεδομένα, πλέον. Πρώτον, δεν υπάρχει Grexit, τέλειωσε αυτό. Δεύτερον, δεν υπάρχει bank run, τέλειωσε κι αυτό. Διότι δεν υπάρχει περίπτωση η ΕΚΤ να αφήσει τις τράπεζες που είναι υπό τον έλεγχό της να χρεοκοπήσουν, οι συνέπειες θα είναι τεράστιες. Τρίτον, καταρχάς στην Ελλάδα αλλά και στην ΕΕ δεν υπάρχει θέση για περισσότερη λιτότητα. Τέταρτον, που ενισχύεται πρόσφατα, είναι ότι πλέον η Ελλάδα χρειάζεται μια αναδιάρθρωση του χρέους, μια ελάφρυνση – επιμήκυνση, είτε όπως αλλιώς θέλεις. Ότι πλέον χρειάζεται αναδιάρθρωση του χρέους. Αλλά, υπάρχει και ένα γενικότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον, που αντικειμενικά ωθεί στην ανάγκη υπέρβασης της λιτότητας. Είναι η εμφάνιση αρνητικού πληθωρισμού, που τον Δεκέμβριο ήταν -0,02. Αυτό ωριμάζει τις αντικειμενικές συνθήκες και από εκεί και πέρα περιμένουμε να ωριμάσουν και οι υποκειμενικές. Τα τέσσερα σημεία που αναφέραμε, δικαιώνουν τις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι να απορεί κανείς πώς η ΝΔ, κόμμα που έχει και λαϊκή βάση, ταυτίζεται πλήρως με την αντίθετη πολιτική. 

Είσαι αισιόδοξος για τη διαπραγμάτευση που θα αρχίσει μετά τις εκλογές;
Εκτιμώντας το κλίμα που έχει διαμορφωθεί, έχω την αίσθηση ότι τόσο οι Γερμανοί όσο και οι άλλοι εταίροι είναι έτοιμοι να διαπραγματευθούν. Είμαι σχετικά αισιόδοξος, ιδίως όσον αφορά την ελάφρυνση του  χρέους. Παράλληλα, θα έχουν και αυτοί τις δικές τους απαιτήσεις.