Νανά Σιμόπουλος: Μια ελληνίδα μουσικός του κόσμου

Συνέντευξη με τη Νανά Σιμόπουλος, με αφορμή τη συναυλία της στον Κήπο του Μεγάρου, την Πέμπτη 13 Ιουνίου

Η μουσική της έχει το φως της Ανατολής και τη γοητεία της Δύσης. Ευφάνταστες μελωδίες, πλούσια ηχοχρώματα, ποίηση και μυστικισμός συνιστούν μία από τις πιο δυναμικές και ουσιαστικές καταθέσεις στο χώρο της world music. Η Νάνα Σιμόπουλος κινείται στο χώρο της μουσικής σκηνής της Νέας Υόρκης και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της world fusion music. Με μουσικά γονίδια, ο πατέρας της ήταν σολίστ στην Εθνική Ραδιοφωνία και ο παππούς της ήταν το πρώτο μαντολίνο στην Αθηναϊκή Μαντολινάτα, γεννήθηκε στην Βαλτιμόρη και σπούδασε μουσική δίπλα σε μεγάλους δασκάλους όπως οι: Charlie Haden, Jerry Granelli και Ralf Towner. Είναι συνθέτρια, μαέστρος και ερμηνεύτρια, ενώ παίζει κιθάρα, μπουζούκι και ινδικό σιτάρ. Πολίτης του κόσμου ταξιδεύει, εμπνέεται και συνδυάζει ήχους και μουσικές εκφράσεις από όλο τον κόσμο και φυσικά την Ελλάδας. Τα μουσικά όργανα που χρησιμοποιεί είναι από παντού όπως το αυστραλέζικο ντιτζεριντού, το ινδικό σιτάρ και σαράνγι, το μπουζούκι, το κόρα, το συνθεσάιζερ καθώς και νοτιοαμερικάνικα και αφρικάνικα όργανα. Ως συνθέτρια έχει γράψει μουσική για θέατρο και ταινίες, μουσική για μοντέρνο και κλασικό μπαλέτο. Έχει παίξει με θρύλους της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, όπως τους Don Cherry, Charlie Haden, Billy Higgins, Ustad Sultan Kahn, Dave Liebman, Nana Vasconcelos.
Έχει οκτώ προσωπικά άλμπουμ στο ενεργητικό της και αναρίθμητες εμφανίσεις σε φεστιβάλ, μουσεία, θέατρα αλλά και στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη στη Νέα Υόρκη, όπου διηύθυνε σαράντα μουσικούς από το Θιβέτ, την Ινδία, την Τουρκία, την Αφρική, το Ισραήλ και την Ελλάδα σε τελετή μνήμης για τα θύματα της επίθεσης της 11/9.
Η Νάνα Σιμόπουλος και οι συνεργάτες της, την Πέμπτη 13 Ιουνίου, στις 9 το βράδυ, στον Κήπο του Μεγάρου, θα μας ταξιδέψουν στην Ινδία, τη Νότια Αμερική, την Αφρική, την Ασία και φυσικά στην Ελλάδα. Η Νάνα θα τραγουδήσει και θα παίξει σιτάρ, κιθάρα, μπουζούκι, μαζί της η Caryn Heilman στη φωνή και τα πλήκτρα, ο Sam Marlieri στα σαξόφωνα, ο Mάνος Λούτας στο μπάσο, ο Σόλης Μπαρκής στα κρουστά και ο ντράμερ Γιώργος Πολυχρονάκος.

Tη συνέντευξη πήρε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη

Μεγαλώσατε μέσα σε δύο διαφορετικές κουλτούρες, την ελληνική και την αμερικανική. Πώς το βιώσατε αυτό;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στις Ηνωμένες Πολιτείες από Έλληνες γονείς που είχαν μεταναστεύσει εκεί. Σε ηλικία δώδεκα ετών, η οικογένειά μου επέστρεψε στην Ελλάδα. Μίλησα και ελληνικά και αγγλικά. Άκουσα μουσική από την Ελλάδα, την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Όταν ζούσα στην Αμερική ήμουν «το κορίτσι απ’ την Ελλάδα» και όταν μετακομίσαμε στην Ελλάδα έγινα το «αμερικανάκι». Αυτή η περιθωριοποίηση μού άνοιξε τα μάτια σχετικά με αυτούς που ζούνε ενσωματωμένοι κάπου και τους άλλους, τους «απ’ έξω».

Πώς σας κέρδισε ο κόσμος της τζαζ;
Όταν ξεκίνησα την καριέρα μου ως κιθαρίστρια και τραγουδίστρια, ερμήνευα κυρίως μουσική που είχε γραφτεί και ερμηνευτεί από τζαζ καλλιτέχνες. Άρχισα να γράφω τις δικές μου συνθέσεις νωρίς, και συνειδητοποίησα ότι η πρωτότυπη μουσική προέρχεται από την προσωπική εμπειρία ενός ατόμου κι ότι η τέχνη είναι ουσιαστικά μια αυτοβιογραφία.

Δίνετε λοιπόν στη μουσική σας, συνδυάζοντας ασυνήθιστους ήχους, ένα βιωματικό χαρακτήρα.
Άρχισα να γράφω τζαζ μουσική χρησιμοποιώντας ελληνικά στοιχεία όπως ελληνικούς δρόμους και ελληνικούς ρυθμούς. Τους βρήκα πιο ενδιαφέροντες από τα 4/4 της δυτικής μουσικής. Πήρα το μπουζούκι κι άρχισα να γράφω μουσική γι’ αυτό το όργανο. Το κομμάτι της τζαζ που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν οι εσωτερικές αρμονίες και η αυτοσχεδιαστική πτυχή. Αργότερα στην καριέρα μου, οι συνθέσεις και οι ενορχηστρώσεις μου άρχισαν να ενσωματώνουν στοιχεία κι από άλλες περιοχές, όπως η Αφρική και η Ινδία. Μάλιστα, είχα την ευκαιρία να ταξιδέψω στην Ινδία και να μάθω σιτάρ.

Μπορείτε να μας συστήσετε τη μουσική σας, τι είναι ακριβώς η world music, η world Fusion, η world Jazz;
Ως world music, μουσική του κόσμου δηλαδή, θεωρείται η μουσική από χώρες εκτός της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Για κάποιον από τη δυτική Ευρώπη ή τις ΗΠΑ, μουσικές όπως η αφρικανική μουσική, η βραζιλιάνικη μουσική, τα fado και η ινδική μουσική θα μπορούσαν να θεωρηθούν «μουσική του κόσμου». Για έναν Αμερικανό, η ελληνική μουσική θεωρείται «μουσική του κόσμου». Δεδομένου ότι η μουσική μου προσθέτει στοιχεία από διάφορες κουλτούρες, που αναμιγνύονται με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούν κάτι καινούργιο, η κατηγορία στην οποία εμπίπτει είναι η world fusion. Επειδή χρησιμοποιώ στοιχεία από την τζαζ, μου αρέσει να την αποκαλώ world jazz. Αλλά ο μόνος λόγος που χρησιμοποιώ αυτούς τους όρους είναι για να δίνω σε κάποιον, που δεν είναι εξοικειωμένος με τη μουσική μου, μια εικόνα για το τι θα ακούσει σε ένα δίσκο ή σε μια συναυλία.

Σπουδάσατε δίπλα σε κορυφαίους μουσικούς δασκάλους και συνεργαστήκατε με μυθικά πρόσωπα της τζαζ. Μιλήστε μας γι’ αυτό.
Επέστρεψα στις ΗΠΑ για να πάω στο πανεπιστήμιο. Αφότου πήρα το πτυχίο μου στην Ψυχολογία στη Βόρεια Καρολίνα, κινήθηκα προς τα δυτικά. Βρέθηκα στο Naropa Institute στο Κολοράντο, όπου είχα την καλή τύχη να περάσω ένα καλοκαίρι μελετώντας μουσική με τον Charlie Haden, τον Jerry Granelli, και τον Ralf Towner και τους Oregon. Μετά από ένα χρόνο στη Νέα Υόρκη, μετακόμισα στο Λος Άντζελες, όπου πέρασα αρκετό χρόνο με τον Charlie Haden. Όταν δεν έκανε περιοδεία σε όλο τον κόσμο, έφερνε το μπάσο του σε ένα κλαμπ, όπου έπαιζα τακτικά, και παίζαμε μαζί. Σπούδαζα ακόμη στη σχολή κιθάρας, πλάι στον Tommy Tedesco, τον Joe Diorio και τον Pat Martino. Ο Charlie Haden πρότεινε να ηχογραφήσουμε ένα άλμπουμ μαζί, και προσκαλέσαμε τον ντράμερ Billy Higgins. Ηχογραφήσαμε τις συνθέσεις μου στο στούντιο Mad Hatter του Chick Corea, στο Λος Άντζελες. Πολλά χρόνια αργότερα γνώρισα τον Don Cherry και τον Nana Vasconcelos, και ξεκινήσαμε να γράφουμε και να παίζουμε μαζί. Μέσω του Zakir Hussain γνώρισα τον Ustad Sultan Khan σε μια συναυλία στη Φιλαδέλφεια και άρχισα να γράφω και να παίζω μαζί του. Όλοι αυτοί οι μουσικοί ενδιαφέρονταν για τη διαπολιτισμική προσέγγιση στη μουσική και εκεί βρήκαμε κοινό έδαφος. Η τελευταία συναυλία που έκανα με τον Ustad Sultan Khan ήταν μαζί με τον Dave Liebman στη Νέα Υόρκη το 2004. Πλέον, ο μπασίστας Charlie Haden, ο σαξοφωνίστας Jim Pepper, ο τρομπετίστας Don Cherry, ο ντράμερ Billy Higgins και ο βιρτουόζος του σαράνγκι Ustad Sultan Khan έχουν όλοι φύγει. Όμως, ζουν βαθιά μέσα μου και μέσα στη μουσική μου. Πάντα θα θυμάμαι και θα εκτιμώ το αποτύπωμα που άφησαν πίσω τους. Έχω την τύχη να συνεχίζω να παίζω και να ηχογραφώ με τον σαξοφωνίστα Dave Liebman. Μάλιστα, ο ίδιος συμμετέχει στον τελευταίο μου δίσκο «Skins», όπου συναντάμε επίσης μέλη του συγκροτήματος μου στην Ελλάδα: τον Μάνο Λούτα, τον Σόλη Μπαρκή και την Caryn Heilman.

Είστε παράλληλα και καθηγήτρια Κινηματογραφικής Μουσικής στο Τμήμα Κινηματογράφου της σχολής Εικαστικών Τεχνών της Νέας Υόρκης. Ποια η σχέση σας με τον κινηματογράφο;
Σπούδασα μουσική για κινηματογράφο στο Mannes School, μαζί με την οργάνωση, την εκτέλεση και την ενορχήστρωση. Με τα χρόνια έγραψα πολλή μουσική για ταινίες μικρού μήκους, ντοκιμαντέρ και μεγάλου μήκους. Στη συνέχεια με κάλεσαν στο School of Visual Arts για να διδάξω μουσική στους σπουδαστές κινηματογράφου. Μου αρέσει πάρα πολύ αυτή η εμπειρία καθώς μου δόθηκε η ευκαιρία να εισάγω τους μαθητές στον κόσμο του ήχου.