Συνέντευξη με τη Βερόνικα Γκάγκο, καθηγήτρια κοινωνικών επιστημών στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες

Η Βερόνικα Γκάγκο, μια από τις σημαντικότερες φωνές της φεμινιστικής διανόησης στην Αργεντινή και ακτιβίστρια του κινήματος Ni Una Menos (Ούτε μία λιγότερη), μιλάει στην «Εποχή» για το νέο διεθνισμό των φεμινιστικών αγώνων, την απεργία ως μια συλλογική πολιτική διαδικασία απέναντι στη βία κατά των γυναικών και την καπιταλιστική συσσώρευση, και την επιθυμία της επανάστασης που συμπυκνώνεται στην κραυγή «θέλουμε να αλλάξουμε τα πάντα!».

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Μιλώντας για τα νέα φεμινιστικά κινήματα, έχεις πει ότι αυτό που βλέπουμε να αναδύεται είναι ένα νέο είδος διεθνισμού. Ποια θεωρείς ότι είναι τα όρια που μετατοπίζει αυτός ο διεθνισμός;
Ναι, πιστεύω ότι οικοδομούμε ένα νέο είδος διεθνισμού ή, πιο συγκεκριμένα, μια διεθνικότητα από κάτω. Θα ξεκινήσω επισημαίνοντας μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες του φεμινιστικού κινήματος τα τελευταία χρόνια: έγινε παγκόσμιο φαινόμενο και προέκυψε από το Νότο. Έχει ισχυρές ρίζες στη Λατινική Αμερική, σε πολλαπλά στρώματα ιστοριών, αγώνων, κινημάτων, και οργανώσεων. Με βάση αυτό, έχει καλλιεργηθεί μια διεθνικότητα που διαταράσσει τις κλίμακες, το πεδίο εφαρμογής, και τις μορφές συντονισμού ενός κινήματος που συνεχίζει να επεκτείνεται χωρίς να χάνει τη δύναμή του, ακριβώς επειδή βρίσκεται. Είναι ένας διεθνισμός που αμφισβητεί τόσο τη γεωγραφική φαντασία όσο και την οργανωτική φαντασία: ενσταλάζεται ξεπερνώντας τα συνοριακά όρια και δεν έχει ένα κόμμα ή μια συγκεντρωτική δομή. Ένας διεθνισμός που επιτρέπει στο τρέχον φεμινιστικό κίνημα να προβάλλεται σε μαζική κλίμακα, και ο οποίος βρίσκει έμπνευση στους αυτόνομους αγώνες της Ροζάβα και τους κοινοτικούς αγώνες στη Γουατεμάλα, στους φοιτητές της Χιλής και στους περιθωριοποιημένους στις βραζιλιάνικες φαβέλες, στους καμπεσίνος της Παραγουάης και στις αφρο-κολομβιανές. Ένας διεθνισμός που δείχνει τη δύναμη των μεταναστριών της Λατινικής Αμερικής στις ΗΠΑ, και ο οποίος τροφοδοτεί ανοικτά την πολιτικοποίηση των ανθρώπων που μετακινούνται σε όλη την Ευρώπη. Είναι ένας διεθνισμός που απαιτεί συμμαχίες σε κάθε τόπο: μεταξύ των «προσωρινών» στις φράουλες, τους μαροκινούς εργάτες την εποχή της συγκομιδής στην Ανδαλουσία, και των αγροτικών σωματείων, μεταξύ των γυναικών που απολύονται από τα κλωστοϋφαντουργικά εργοστάσια και των φοιτητών που αγωνίζονται ενάντια στις περικοπές στην εκπαίδευση, μεταξύ των αυτόχθονων γυναικών που εξεγείρονται και των ακτιβιστικών συλλογικοτήτων σε κάθε γειτονιά των αστικών περιφερειών.

Τι χαρακτηρίζει επομένως αυτό το φεμινιστικό κίνημα;
Αυτό που το χαρακτηρίζει είναι ότι είναι σε θέση να εφαρμοστεί και να εδραιωθεί σε συγκεκριμένους αγώνες και να δημιουργήσει δεσμούς από εκεί. Αυτός είναι ένας διεθνισμός, γιατί αποτελείται από συμμαχίες που αψηφούν τα όρια της γεωμετρίας του έθνους – κράτους, και επίσης επειδή αμφισβητεί τη διαμόρφωση μιας αφηρημένης έννοιας της τάξης (στην οποία περιλαμβάνονται οι επιμερισμένοι στόχοι), ή του λαού θεωρούμενου ως ένα ομοιογενές αμάλγαμα της εθνικής συνείδησης και λατρείας. Νομίζω ότι αυτό δημιουργεί μια πρακτική που είναι πανταχού παρούσα: αυτή την αίσθηση που έχετε όταν ουρλιάζετε «είμαστε παντού!». Έτσι η φεμινιστική απεργία οργανώνει μια πολιτική του τόπου: το κίνημα ενισχύεται από μια σύνδεση συγκρούσεων και εμπειριών, κάνοντας την απεργία μια δικαιολογία για να γίνονται συναθροίσεις σε κάθε μέρος. Αυτός είναι ένας πρακτικός διεθνισμός από τους τόπους όπου διεξάγονται οι αγώνες.

Η επιθυμία της επανάστασης

Η απεργία των γυναικών, σε συνδυασμό με τη διάθεση για πολιτική αυτονομία που βλέπουμε στους φεμινιστικούς αγώνες διαφόρων χωρών, τι θεωρείς ότι επιβεβαιώνει κατά βάθος;
Μια μοναδική σύνθεση δημιουργείται στις συνελεύσεις, στις συναθροίσεις, στις διαδηλώσεις και, φυσικά, όλες αυτές οι δράσεις υφαίνουν την απεργία ως μια πολιτική διαδικασία. Δεν υποτιμούνται οι ισχυρισμοί, που προκύπτουν από έρευνες διαφορετικών συλλογικοτήτων, σχετικά με τους προϋπολογισμούς, τους νόμους, τις απαραίτητες αλλαγές στα θεσμικά όργανα, ή συγκεκριμένες απαιτήσεις που περιλαμβάνουν θεσμικό και κοινοβουλευτικό ακτιβισμό. Και ταυτόχρονα, ενώ καταγράφεται αυτή η ατζέντα των αιτημάτων, υπάρχει μια αμφιβολία για το αν είναι αυτός ο απώτερος ορίζοντας όπου οδηγείται το φεμινιστικό κίνημα. Η επανάσταση στα σώματα, στα υπνοδωμάτια, και στα νοικοκυριά, έρχεται να οριοθετήσει και να προβάλλει την έκταση της επιθυμίας που εκφράζεται από το σύνθημα: «θέλουμε να αλλάξουμε τα πάντα!». Αυτή η επιθυμία της επανάστασης, που βιώνεται με βάση τον ρεαλισμό ενός τρόμου στις κοινωνικές σχέσεις που μετασχηματίζονται σε όλους τους χώρους με μορφές περιφρόνησης, επιβεβαιώνει ότι ο καιρός της επανάστασης είναι τώρα, και όχι ένας μακρινός τελικός στόχος. Επομένως, τα δύο πλάνα δεν γίνονται αντιληπτά ως συγκρουόμενα μεταξύ τους. Επιμένω σε αυτό ως μια καινοτομία: δεν υπάρχει μεταρρύθμιση ή επανάσταση που διαιρεί τη δράση μας. Υπάρχει μια χρονική σύμπτωση που δεν λειτουργεί σε διαχωρισμό. Θέλω να επισημάνω αυτή τη διπλή χρονικότητα, γιατί στο βαθμό που είναι ταυτόχρονη και όχι διαδοχικά γραμμική, επιτρέπει μια ριζοσπαστική κριτική του νεοφιλελευθερισμού.

Γιατί το λες αυτό;
Επειδή πρόκειται για μια συγκεκριμένη και έντονη άρνηση των πολλαπλών στερήσεων και των νέων μορφών εκμετάλλευσης με τις οποίες το κεφάλαιο αναπτύσσεται πάνω στις ζωές μας, δίνοντας μάχη σε κάθε μέτωπο στο οποίο πραγματοποιείται σήμερα η σύγκρουση με αυτό. Με αυτή την έννοια, ανοίγει μια συζήτηση σχετικά με τους τρόπους με τους οποίους οργανώνουμε την παροχή φροντίδας, τους κοινούς πόρους και τις υποδομές για την καθημερινή αναπαραγωγή, και επίσης για το ότι υπάρχει ένας αγώνας σε εξέλιξη σε κάθε εργασιακό και ζωτικό χώρο. Το φεμινιστικό κίνημα όταν μετατρέπεται σε μαζικό φεμινισμό είναι μια απάντηση στους φιλανθρωπικούς και πατερναλιστικούς τρόπους, με τους οποίους οι κυρίαρχοι επιδιώκουν την επίλυση της επισφάλειας, επιβάλλοντας συντηρητικές και αντιδραστικές μορφές που τροφοδοτούνται από το φόβο.

Η φεμινιστική απεργία

Πώς έχουν επηρεάσει οι φεμινιστικές κινητοποιήσεις το εργατικό κίνημα στην Αργεντινή;
Η απεργία γίνεται ένα συγκεκριμένο εργαλείο για την πολιτικοποίηση της βίας κατά των γυναικών και των γυναικείων σωμάτων, επειδή συνδέεται με τη βία της σύγχρονης καπιταλιστικής συσσώρευσης. Με αυτή την έννοια, η απεργία παράγει έναν παγκόσμιο χάρτη: καθιστά ορατά και ανακατασκευάζει τα διασυνοριακά όρια, αποκαλύπτοντας την άμεση σχέση μεταξύ συσσώρευσης και βίας. Για να συγκαλέσουμε την απεργία ξεκινήσαμε με το σύνθημα «Nosotras Paramos» (Απεργούμε), και αναγκάσαμε το παραδοσιακό εργαλείο του οργανωμένου εργατικού κινήματος να μετασχηματιστεί, να αναδιαρθρωθεί, να επαναπροσδιοριστεί, και να ξαναχρησιμοποιηθεί στις πραγματικότητες της ζωής και της εργασίας που ξεφεύγουν από τα όρια της ένωσης (της οικονομίας της ορατότητας, της νομιμότητας, και της αναγνώρισης). Η απεργία, όπως ανακαλύφθηκε από τον σύγχρονο φεμινισμό, δείχνει πως η επισφάλεια είναι μια κοινή κατάσταση αλλά με διαφορές λόγω των ζητημάτων των τάξεων, του σεξισμού, και του ρατσισμού. Γίνεται ένα εργαλείο για την κατανόηση της βίας ως αντιπαράθεση των μορφών εκμετάλλευσης του σύγχρονου καπιταλισμού, και μετατρέπει σήμερα τον φεμινισμό σε μορφή οργάνωσης, σε πρακτική συμμαχιών, και σε μια εγκάρσια και επεκτατική αφήγηση.

Έχοντας την εμπειρία του κινήματος Ni Una Menos (Ούτε μία λιγότερη), που τα τελευταία χρόνια έχει γίνει σημείο αναφοράς για τις φεμινιστικές κινητοποιήσεις σε όλο τον κόσμο, ποια θεωρείς ότι είναι τα πολλαπλά επίδικα που αναδεικνύει ο δικός σας φεμινισμός;
Η φεμινιστική απεργία υπερβαίνει και ενσωματώνει το εργασιακό ζήτημα, επειδή αγωνιζόμαστε ενάντια στις δομές και στις εντολές που καθιστούν δυνατή την αξιοποίηση/επιβολή του κεφαλαίου. Οι εντολές αυτές, από την ετεροπατριαρχική οικογένεια έως την αναγκαστική μητρότητα, και από την παράνομη έκτρωση μέχρι την σεξουαλική παιδεία, δεν είναι απλώς πολιτιστικά ή ιδεολογικά ερωτήματα. Ανταποκρίνονται στην ίδια την αποξένωση της πατριαρχίας, της αποικιοκρατίας, και του καπιταλισμού. Στοιχεία που θεωρούνται ως «μη οικονομικά» είναι το κλειδί της φεμινιστικής οικονομίας, ως μια εκτεταμένη και ριζοσπαστική κριτική της πατριαρχικής έννοιας της «οικονομίας». Επομένως, νομίζω ότι παράγουμε δυνατότητες υποκειμενικοποίησης (τροχιές, μορφές συνεργασίας, τρόπους ζωής) που ξεφεύγουν από τη νεοφιλελεύθερη δυαδική αντίθεση μεταξύ θυμάτων ή επιχειρηματιών (η νεοφιλελεύθερη γλώσσα της ενδυνάμωσης). Με αυτή την έννοια, ο φεμινισμός μας είναι αντι-νεοφιλελεύθερος, επειδή αντιμετωπίζει το πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης ενάντια στην ατομική ταλαιπωρία.