Συνεντευξη με την ηθοποιό Δέσποινα Μπεμπεδέλη

Το θέατρο είναι πολιτική πράξη

theatro

Με αφορμή την παράσταση “Φιλιώ Χαϊδεμένου” από το βιβλίο της υπεραιωνόβιας Μικρασιάτισσας ηρωίδας

 

Τον καιρό αυτό μη χάσετε στο θέατρο Βεάκη τη συγκλονιστική παράσταση «Φιλιώ Χαϊδεμένου» από το βιβλίο της υπεραιωνόβιας Μικρασιάτισσας ηρωίδας που αφιέρωσε τη ζωή της στη διατήρηση της μνήμης από τη μικρασιατική καταστροφή. Η συγκλονιστική Δέσποινα Μπεμπεδέλη μετά από ένα μεγάλο διάστημα απουσίας επιστρέφει στο αθηναϊκό θέατρο, έχοντας πολύτιμο «σύμμαχο» στο πλευρό της τον ερμηνευτή Ζαχαρία Καρούνη. Την συναντήσαμε και είχαμε μαζί της μια αυθόρμητη κουβέντα.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Αντώνης Μποσκοΐτης

Ποια η σχέση σας με τη Σμύρνη, κυρία Μπεμπεδέλη;
Η σχέση μου με τη Σμύρνη ξεκινάει απ’ τη Νέα Σμύρνη όπου γεννήθηκα και τους Μικρασιάτες που ήρθα σε επαφή. Όλες οι οδοί στο προάστιο αυτό θύμιζαν πόλεις, ονόματα και γεγονότα της Μικράς Ασίας. Εγώ ας πούμε έμενα στην Ελευθερίου Βενιζέλου. Ως παιδί έβλεπα, χωρίς να μπορώ να το αιτιολογήσω, τη διαφορά εκείνων των Ελλήνων από τους ντόπιους. Χωρίς να είναι μορφωμένοι, είχαν ένα άλλο μυαλό, μια καλλιέργεια περίεργη, άγνωστη σε μένα. Στα οκτώ μου άκουσα πρώτη φορά από το στόμα Μικρασιατών – τι περίεργο πράγμα – να απαγγέλουν Καβάφη. Είχαν έντονο μέσα τους το συναίσθημα της αλληλεγγύης και της προσφοράς. Οι δικοί μας άνθρωποι ήτανε ρημαγμένοι, γιατί είχαν υποστεί και τον Εμφύλιο. Θα σας πω κάτι τώρα που δείχνει την εξοικείωση με το θάνατο: Εγώ είχα φίλες, κοριτσάκια, τη Φανή και τη Λιωλιώ, που πέθαναν από φυματίωση. Ένα αγόρι, ο Βαγγελάκης, έσκασε χειροβομβίδα μέσα στο χωράφι και του κόπηκαν τα χεράκια του. Δυσάρεστα πράγματα, καθώς το κλάμα συνεχίστηκε και μετά τον Εμφύλιο.

Ζήσατε μιαν άλλη τραγωδία, αυτήν της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
Ναι, πράγματι. Κάναμε πρεμιέρα Σάββατο στη Σχολή Τυφλών το «Παραμύθι χωρίς όνομα» του Καμπανέλλη. Θα παίζαμε και Κυριακή, Δευτέρα αργία και μετά από Τρίτη πάλι. Δευτέρα πρωί έχουμε πρόγραμμα να φύγουμε απ’ το σπίτι με τον άντρα μου και τα δυο μου παιδιά. Χρώσταγε κάτι γυρίσματα σε μια ταινία ο άντρας μου και θα τον συνοδεύαμε κι εμείς. Το πραξικόπημα μας βρήκε καθ’ οδόν! Στις 8.30 το πρωί περνάγαμε από το αεροδρόμιο της Λευκωσίας κι εκεί έγιναν όλα. Μα ξέρετε πόσα πολλά κοινά στοιχεία έχουν οι ζωές μας; Πάρα πολλά! Ξέρετε τι τράβηξαν αυτοί οι άνθρωποι εκεί; Εγώ θεωρώ τους εαυτούς μας, μαζί με όλη την οικογένεια, πάρα πολύ τυχερούς, γιατί δεν είχαμε ούτε νεκρούς, ούτε αγνοούμενους, ούτε προσφυγιά, τίποτα… Η μόνη λαχτάρα ήταν ένα βράδυ που καθόμουν μόνη σπίτι με το τηλέφωνο δίπλα μου μπας και χτυπήσει κι έχω καμιά είδηση. Είχα τα μωρά στο παρκάκι τους μέσα. Ξαφνικά άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι φίλοι, συνάδελφοι και συγγενείς. Μου λέει ο συχωρεμένος ο κουνιάδος μου: «Τι είναι αυτή η βίζιτα τώρα εδώ πέρα;» «Ε, θα ήρθαν να μου συμπαρασταθούν», απαντάω, «που ο άντρας μου είναι στον πόλεμο». Άλλος όμως ερχόταν με ρύζι, άλλος με μακαρόνια, περίεργα πράγματα. Κάποια στιγμή έρχεται ένας συνάδελφος, καλή του ώρα, με ένα φάκελο. «Κράτα τα αυτά, Δέσποινα, μπορεί να χρειαστούν…» «Τι είναι, βρε;», του κάνω και ανοίγω και βλέπω λεφτά. «Μπορεί να σου χρειαστούν» μου λέει… Καμιά φορά δεν κουνάει το μυαλό μου, ίσως βλέπεις από αυτοπροστασία… (ανάβει τσιγάρο) Ξέρετε γιατί είχαν έρθει όλοι αυτοί;

Νομίζοντας πως είχε σκοτωθεί ο σύζυγος σας!
Ναι, είχε βγει φήμη ότι είχε σκοτωθεί ο άνδρας μου και τον ψάχνανε στα νοσοκομεία και στους Ερυθρούς Σταυρούς κι όταν πια βεβαιώθηκαν ότι δεν ήταν νεκρός, τότε μου το είπανε!

Πότε ξαναμπήκε σε μια σειρά η ζωή σας;
Αυτό έγινε 20 Ιουλίου, ακολούθησε μια εκεχειρία και στις 14 Αυγούστου μπήκαν εν θριάμβω οι Τούρκοι στην άδεια Αμμόχωστο. Ένα μήνα μετά, στις 15 Σεπτεμβρίου, είχαμε ήδη μαζευτεί όλος ο θίασος του Θ.Ο.Κ., έχοντας ετοιμάσει δύο έργα, τους Όμηρους του Λουκή Ακρίτα και ένα κυπριακό, το «Νερό του Δρόπη» του Πασιαρδή. Μ’ αυτά τα δύο έργα, αγαπητέ, κάναμε μία πολύ μεγάλη περιοδεία στην Ελλάδα, από την Καβάλα μέχρι την Κρήτη, και όσα λεφτά μαζεύτηκαν ήταν η προσφορά ημών και του Θ.Ο.Κ. στο ταμείο για τους πρόσφυγες. Από κει και πέρα ολόκληρη η Κύπρος άδειασε από άντρες. Φύγαν όλοι στα Αραβικά Εμιράτα για να δουλέψουν, αφήνοντας πίσω χήρες και ορφανά με τους παππούδες.

Αισθάνεστε σήμερα ότι παίζετε σε μια πολιτική παράσταση;
Βέβαια. Το θέατρο έτσι κι αλλιώς είναι πολιτική πράξη, ό,τι και να παίξεις. Τη Φιλιώ ο Θεός μου την έστειλε, είμαι πεπεισμένη γι’ αυτό. Θέλετε να σας πω μια ιστορία;

Σας ακούω!
Είχαμε κάνει την πρεμιέρα και ένα βράδυ ξανάρθαν εδώ τα παιδιά της και τα εγγόνια της. Μου λέει ο εγγονός της: «Κυρία Μπεμπεδέλη, αυτό είναι για σας». Ένα νάιλον τσαντάκι ήτανε και μέσα είχε ένα βιβλίο. «Το βιβλίο της Φιλιώς» μου λέει, «Αα», κάνω, «η καινούργια έκδοση, φαντάζομαι». «Όχι, η παλιά», μου απαντάει. Και μετά: «Το ανοίγετε, σας παρακαλώ;» Βλέπω με τα γραμματάκια της Φιλιώς: «Με πολλή αγάπη, Φιλιώ Χαϊδεμένου – Σιδερή». Τι είχε γίνει; Όταν πρωτοβγήκε το βιβλίο της, η γιαγιά υπέγραφε «στον Μήτσο», «στον Γιώργο», «στη Μαρία» κ.λπ. Σε ένα δεν είχε βάλει όνομα. Είπε στα παιδιά της: «Εδώ δεν θα βάλω όνομα. Θα το δώσετε όπου θέλετε εσείς»! Γι’ αυτό σας λέω, ο Θεός μου την έστειλε!

Πιστεύετε στο Θεό;
Μεγάλωσα μεσ’ στην εκκλησία. Ο πατέρας μου ήταν ψάλτης. Είμαι θρήσκα, αλλά δεν πάω συχνά στην εκκλησία. Επικοινωνώ και προσεύχομαι με τον τρόπο μου.

Είναι κι ο μόνιμος φόβος απέναντι στο θάνατο.
Τον σκέφτομαι το θάνατο τώρα τελευταία. Σκέφτομαι απλώς ότι μεγάλωσα και ότι τα χρόνια μου είναι λίγα. Παλιότερα έλεγα «θα φύγω στα 82 μου, όπως η μάνα μου», αλλά τώρα με τη Φιλιώ λέω «θα φύγω στα 107»! (γέλια) Έχω την ευλογία και της Φιλιώς τώρα, σίγουρα την έχω.

Ίσως αν ήμασταν ολομόναχοι ο καθένας μας στον κόσμο αυτό να μην σκεφτόμασταν τόσο έντονα το θάνατο.
Μέσα μου έχω ένα δίλημμα. Όταν πεθάνω θα πονέσουν πάρα πολύ τα παιδιά μου, αλλά έτσι πρέπει να γίνει.

Να βιώσουν το πένθος, εννοείτε.
Ε, βέβαια! Όχι το ανάποδο. Είναι η ροή της ζωής. Θα γίνει ό,τι υπαγορεύει η φύση, αλλιώς δεν πάει τίποτα άλλο στο μυαλό μου. Από κει και πέρα, ό,τι άλλο προλάβω… (χαμογελάει)

Πώς είναι κάθε βράδυ για έναν ηθοποιό να τον αποθεώνουν όρθιοι οι θεατές;
Είμαστε όλοι λιωμένοι απ’ τη χαρά μας. Κάθε βράδυ. Είναι καταπληκτικό! Είμαστε δεμένη ομάδα και δεν ερχόμασταν για να κάνουμε απλά πρόβα ένα θεατρικό έργο, αλλά συμμετείχαμε σε μια λειτουργία. Όλοι μας είχαμε σεβασμό γι’ αυτή τη γυναίκα, αυτό το τόσο δα γριουλάκι που τελικά ήταν παλλήκαρος. Κανένα παράπονο, καμιά γκρίνια, καθόμαστε στα καμαρίνια κι εγώ είμαι πραγματικά η Φιλιώ που τους φέρνω από καραμέλες και σοκολάτες μέχρι ντεπόν και ασπιρίνες. (γελάει) Με τον Ζαχαρία έχουμε ένα απερίγραπτο δέσιμο, πρόκειται για απίστευτα καλό παιδί με αρχές, ανοιχτοσύνη και εντιμότητα. Εδώ αποδείχτηκε ότι διαθέτει και καλά υποκριτικά στοιχεία. Το υποκριτικό αντανακλαστικό του είναι perfect! Δεν έχω κανένα παράπονο, Παναγία μου, όλοι με αγαπάνε εδώ και με προστατεύουν.

Νιώθετε ευτυχισμένος άνθρωπος;
Ε, να μην είμαι, μωρέ; Από τότε που αποφάσισα να γίνω ηθοποιός όλα μού ήρθαν σωστά και βολικά. Παντρεύτηκα, έκανα παιδιά, ταξίδεψα, γνώρισα μεγάλους ανθρώπους. Μόνο δυο μήνες έμεινα άνεργη στη ζωή μου, από τότε που κατέβηκε βίαια το «Τραγούδι του νεκρού αδερφού», όπως θα γνωρίζετε, μέχρι που ένα πρωί με ειδοποίησε ο Πέλλος Κατσέλης να πάω επειγόντως να περάσω από ακρόαση στο Θέατρο Τέχνης. Την υγειά μας νά ’χουμε. Τέλη ειρηνικά, όσα σου είναι γραμμένα, που λέει κι η Φιλιώ.

* Ολόκληρη η συνέντευξη της Δέσποινας Μπεμπεδέλη δημοσιεύεται στο blog Άσματα και Μιάσματα του κινηματογραφιστή και δημοσιογράφου Αντώνη Μποσκοΐτη.