Συνέντευξη με την Μαρώ Τριανταφύλλου, με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης «Η εξομολόγηση της υπηρέτριας Τσερλίν»

Το θέατρο είναι τέχνη πληθυντική

Από τούτες εδώ τις σελίδες, η Μαρώ Τριανταφύλλου μας μίλησε για χρόνια Από την πλευρά του θεατή, καμιά φορά και από την πλευρά του εκπαιδευτικού, αφού αυτή είναι η δουλειά της. Όμως εξίσου παθιασμένα συνεχίζει να δουλεύει για το θέατρο και από την πλευρά του σκηνοθέτη, που δεν αισθάνεται σαν αλλαγή όχθης, αλλά μάλλον σαν την ενηλικίωση μιας παιδικής επιθυμίας. Διασκευάζει, σκηνοθετεί και ανεβάζει, μαζί με τους πολύτιμους συνεργάτες της, τη θεατρική παράσταση «Η εξομολόγηση της υπηρέτριας Τσερλίν» του Χέρμαν Μπροχ. Πρόκειται για τη δεύτερη παράσταση που ανεβάζει με την αξιόλογη ομάδα συνεργατών, δύο χρόνια μετά από την παρουσίαση του έργου της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ «Κλυταιμνήστρα ή το έγκλημα», στο φιλόξενο θέατρο Studio Μαυρομιχάλη. Ο αυστριακός συγγραφέας Χέρμαν Μπροχ (Βιέννη, 1886 – Κονέκτικατ ΗΠΑ 1951) άφησε ένα έργο που χαρακτηρίζεται από τη διεισδυτική ψυχολογική ανάλυση ιδίως της μικροαστικής τάξης, η οποία γίνεται όλο και πιο ευεπίφορη στις ναζιστικές ιδέες και την κοφτερή κοινωνική παρατήρηση. Αυτά ακριβώς ενόχλησαν το ναζιστικό καθεστώς και οδήγησαν στη σύλληψη και τη φυλάκισή του. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αυστρία και να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ, όπου έμεινε ως το θάνατό του. Όπως σημειώνει η σκηνοθέτρια, πρόκειται για «ένα έργο επίκαιρο όσο ποτέ σε μια εποχή που το τέρας σηκώνει κεφάλι ξανά και το θέμα της ευθύνης είναι περισσότερο φλέγον από ποτέ.»

Τη συνέντευξη πήρε η Ζωή Γεωργούλα

Από την πλευρά του θεατή στην πλευρά του σκηνοθέτη, αισθάνεσαι ότι άλλαξες όχθη;
Όχι, η τέχνη είναι ενιαία. Άλλωστε, για να γίνω σκηνοθέτρια, έπρεπε να γίνω πρώτα καλή θεατής. Έπρεπε να διαβάσω θεατρικά έργα, να δω θεατρικές παραστάσεις, να παρακολουθήσω σεμινάρια. Από δεκατριών χρόνων βλέπω θέατρο και από πολύ νωρίς «σκηνοθετούσα» εντός μου τις παραστάσεις που έβλεπα. Η πρώτη παράσταση που είδα ήταν επιθεώρηση και η επόμενη ήταν «Οι κλειδοκράτορες» του Μίλαν Κούντερα, με τον Στέφανο Ληναίο και την Έλλη Φωτίου, όπου συγκλονίστηκα. Τότε ένοιωσα ότι θέλω να ασχοληθώ με το θέατρο. Στη συνέχεια όμως φοβήθηκα και δεν αγωνίστηκα για αυτή την πρώτη επιθυμία μου. Πάντως το συνήθειο να σκηνοθετώ στο μυαλό μου τις παραστάσεις που παρακολουθούσα, το σταμάτησα όταν έγινα κριτικός. Γιατί τότε κατάλαβα ότι δεν έχει σημασία πώς θα ανέβαζα εγώ την παράσταση, αλλά ποια ήταν η πρόθεση αυτών που κάθε φορά ανεβάζουν μια παράσταση. Έπρεπε, λοιπόν, να υπηρετήσω τον αναγνώστη μου και τους συντελεστές, ο μεν να καταλάβει αυτό που ανεβαίνει, οι δε να κριθούν για αυτό που είχαν πρόθεση να δείξουν.

Πώς επέλεξες αυτό το έργο;
Καταρχάς, θα ήθελα να επισημάνω ότι είμαστε πια ομάδα και με αυτήν την έννοια -άλλωστε το θέατρο είναι εξ ορισμού συλλογική δημιουργία- σου απαντώ στο πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Μοιραζόμαστε κοινούς κώδικες, θέτουμε από κοινού ορισμένα ερωτήματα που μας καθοδηγούν. Ένα τέτοιο ερώτημα είναι το γιατί μια γυναίκα δεν μπορεί να δώσει τελικά μια άλλη απόχρωση στην πολιτική –αυτό διαπραγματευτήκαμε στην Κλυταιμνήστρα. Φοβάται και κάνει πίσω μένοντας στο «γυναικείο» της ρόλο, δίπλα στον άντρα και όχι μπροστά; Γιατί, όταν δεν αποδέχεται αυτό το ρόλο και βγαίνει δυναμικά μπροστά, συνήθως γίνεται ένας άντρας με φουστάνια; Το επόμενο ερώτημα που μας απασχόλησε είναι μάλλον αυτό που απασχολεί τον κάθε δημοκρατικό άνθρωπο, αφαιρώντας κάθε άλλο πρόσημο, δηλαδή η άνοδος της ακροδεξιάς, ακόμη περισσότερο του νεοναζισμού, του φόβου, του μίσους, του αποκλεισμού. Τι κάνει έναν άνθρωπο να στρέφεται προς τέτοιες ιδεολογίες; Ποια είναι η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου που ακόμα και ασυνείδητα, με αργούς ρυθμούς εγκολπώνεται τέτοιες αντιλήψεις, μέχρι που τις θεωρεί αυτονόητες, από πάντα δικές του και δεν αντέχει έναν κόσμο που δεν σκέφτεται έτσι; Ποιος είναι ο «τόπος» αυτών των ιδεών; Γιατί το θέμα δεν είναι καν τι ψηφίζει κανείς, αλλά η διάχυση τέτοιων ιδεών στις πρακτικές της καθημερινής ζωής.

Επισημαίνεις συχνά το έλλειμμα ταξικής συνείδησης ή ταξικής ανάγνωσης της κοινωνίας σχετικά με την Τσερλίν αλλά και για την ανάπτυξη του φασισμού. Τι ρόλο θεωρείς ότι παίζει αυτό το έλλειμμα;
Θεωρώ σημαντικό να καταλαβαίνουμε το ταξικό πρόσημο της καθημερινότητάς μας, να διαβάζουμε τον κόσμο μέσα από αυτό που ο Μαρξ ονόμασε «πάλη των τάξεων» και «εκμετάλλευση», και που, όσο κι αν αμφισβητηθεί γόνιμα ο μαρξισμός, όσο κι αν άλλαξαν οι ορισμοί των τάξεων και τα όριά τους, αυτό μένει. Γι’ αυτό θεωρώ σημαντική τη συνειδητοποίηση ότι είμαστε μέλη μιας τάξης και στο πρόσωπο του καθενός μας βάλλεται αυτή η τάξη -επειδή τεχνηέντως καλλιεργείται το αντίθετο-, θεωρώ σημαντικό να προτάσσουμε το όραμα της συλλογικότητας για να αλλάξουμε τον κόσμο. Αλλιώς επικρατούν οι τερατώδεις, αλλά χρήσιμες για την επιβίωση του συστήματος, ψευδαισθήσεις, όπως το παραμύθι της ευμάρειας που ζήσαμε κι εμείς εδώ, ότι δήθεν έχουμε περάσει σε μια άλλη ταξική πραγματικότητα. Bέβαια, ήρθε το χαστούκι να μας θυμίσει ότι η πάλη των τάξεων είναι παρούσα και θα περάσει πάνω από το κορμί και την ψυχή μας.

Πρόσφατα, στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου Φρανκφούρτης, η Μάρω Δούκα είπε ότι «ο φασισμός και ο ναζισμός σήμερα, όπως και χθες και πάντα, επιχειρεί να στεγαστεί κάτω από τους “καθημερινά” και καθ’ έξιν δυσαρεστημένους, τους φιλήσυχους πολίτες, τους ολόστεγνους νοικοκυραίους, τους αδιάφορους επικριτές, αλλά και τους άνεργους, τους άστεγους, τους ταλαιπωρημένους, τους απελπισμένους». Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα διαπίστωση/διατύπωση.
Το προσυπογράφω απολύτως. Για πολλά χρόνια θεωρούσαμε ότι ο φασισμός είναι θέμα κουλτούρας. Δεν είναι, όμως, έτσι. Ας μην ξεχνάμε ότι το Ολοκαύτωμα διαπράχθηκε από τους ναζί υπό τους ήχους του Μπαχ και του Βάγκνερ. Κάτω, μια ολόκληρη κοινωνία δεχόταν και επικροτούσε τη βία και το μίσος απέναντι στον «άλλον», ακόμη κι αν ο «άλλος» ήταν μέρος της. Χρειάζεται πρώτα να έχεις όραμα πραγματικής ζωής, να μην αισθάνεσαι αδικημένος και επισφαλής. Υπάρχει, ωστόσο, και προσωπική ευθύνη όλων μας, πολύ μάλλον σε μια κοινωνία σαν τη δική μας που δεν έχεις δικαίωμα να πεις «δεν ήξερα».
Εδώ και πολλά χρόνια υφίσταται επίθεση η λογική σκέψη. Επιβάλλεται μια συναισθηματική αντίληψη των πραγμάτων, παρορμητική και ακραία: Τι άλλο είναι ο ρατσισμός παρά μια προλογική συμπεριφορά; Επιβάλλεται επίσης μια διλημματική σκέψη. Είτε με τον ένα είτε με τον άλλον, αν δεν είσαι με αυτόν, τότε είσαι με εκείνον –και δυστυχώς επανήλθαμε πολιτικά ακριβώς σ’ αυτό. Όμως η πραγματικότητα είναι πληθυντική, και αυτήν τη θαυμαστή ποικιλία πρέπει να κατανοούμε, να ερμηνεύουμε και να συνθέτουμε.

Στο δελτίο Τύπου της παράστασης δηλώνετε ότι προβήκατε σε μια μικρή αυθαιρεσία στη μεταφορά του έργου. Για τι ακριβώς πρόκειται;
Η Τσερλίν είναι το πέμπτο κεφάλαιο των Αθώων του αυστριακού συγγραφέα Χέρμαν Μπροχ. Πρόκειται για τo τελευταίο βιβλίο του, ένα χαλαρό μυθιστόρημα συνθεμένο από διηγήματά του στα οποία προσπάθησε να ερευνήσει και να κατανοήσει ποιος ήταν ο ψυχισμός των ανθρώπων που αποδέχτηκαν και φανατίστηκαν με το ναζισμό. Έκανε κάτι πολύ ενδιαφέρον, σε σχέση με άλλους συγγραφείς που θέτουν ανάλογο ερώτημα, έψαξε την ψυχή των ανθρώπων, επιχείρησε να κατέβει βαθιά και να δει πώς σκέφτονταν, πώς αντιδρούσαν, τι περίμεναν οι άνθρωποι που επέτρεψαν να επωαστεί το αυγό του φιδιού. Ο τίτλος «Οι αθώοι» είναι αμφίσημος: πραγματικά αθώοι γιατί δεν συνειδητοποιούν τι παίζεται και ειρωνικά αθώοι γιατί κανείς δεν δικαιούται να μην ξέρει. Οι Αθώοι, λοιπόν, είναι ένας ολόκληρος κόσμος. Η υπηρέτρια Τσερλίν μιλάει σε ένα φιλοξενούμενο του σπιτιού όπου υπηρετεί. Αυτός ο ρόλος στις παραστάσεις συνήθως είναι είτε μια φιγούρα που αφαιρείται τελείως και έχουμε ένα μονόλογο είτε ένα σχεδόν βουβό πρόσωπο που λέει μια – δυο κουβέντες, ως αφορμή για να μιλήσει η Τσερλίν. Εμείς είδαμε μια ντίβα τραγουδίστρια που φιλοξενείται στο σπίτι, αυτόν τον κλειστό κόσμο που είναι το σύμπαν της υπηρέτριας και που δεν θέλει τίποτε να ταράξει τις ισορροπίες της. Τραγουδά εν όσω η υπηρέτρια αφηγείται. Αυτή η πρόταση προέκυψε από το ερώτημα: ποιος είναι ο ρόλος της αστικής τέχνης; Ποιο είναι το κοινό της; Όταν η μεγάλη πλειονότητα της κοινωνίας ζει μέσα στην πιο βαθιά άγνοια και απαιδευσία, η επιφανειακή επαφή με την τέχνη, που φτάνει στους ανθρώπους μέσα από τα διαφημιστικά της τηλεόρασης και τα τυποποιημένα κείμενα των ηλεκτρονικών σελίδων, είναι επικίνδυνη φενάκη. Η λαμπερή, ακίνδυνη τέχνη, και οι καλλιτέχνες της, που μπορεί να γίνει χειριστική και να ενσταλάξει αντιλήψεις μακράν των οραμάτων για μια ζωή πληθυντική, ουσιαστική και δίκαιη. Με αυτόν τον τρόπο είδαμε την φιλοξενούμενη, και σε επόμενη δουλειά μας θα επικεντρώσουμε σε αυτό το ερώτημα.

Η παράσταση θα κάνει πρεμιέρα τη Δευτέρα 19 Νοεμβρίου και θα παρουσιάζεται κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 9.15μμ, στο Studio Μαυρομιχάλη (Μαυρομιχάλη 134, τηλ.: 210 6453330). Τιμές εισιτηρίων: 10 ευρώ, μειωμένο 7 ευρώ. Για τους αναγνώστες της «Εποχής», με την επίδειξη του κουπονιού, παρέχεται η δυνατότητα δύο θεατές να παρακολουθήσουν την παράσταση πληρώνοντας την τιμή ενός εισιτηρίου.
Μετάφραση: Γιώργος Κόκκινος, Διασκευή-Σκηνοθεσία: Μαρώ Τριανταφύλλου, Φωτισμοί: Σάββας Στρούμπος, Μουσική: Λεωνίδας Μαριδάκης, Επιμέλεια σκηνικών: Στέλλα Μπαλαγιάννη, Επιμέλεια κίνησης: Εύη Τσακλάνου, Κοστούμια: Μαρώ Τριανταφύλλου, Φωτογραφίες: Παναγιώτης Μάλλιαρης, Αφίσα-γραφιστικά: Κώστας Μπαλαγιάννης. Στο ρόλο της Τσερλίν η Ειρήνη Μελά και της φιλοξενούμενης η Αιμιλία Ράπτη.