Συνέντευξη με την Ούλα Γέλπκε, βουλεύτρια της Ντι Λίνκε

Η Αριστερά οφείλει να δηλώσει σαφώς τις κόκκινες γραμμές της

givisis

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης
 
Η Γερμανία εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική περίοδο. Πώς βλέπετε να διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό;
Φοβάμαι ότι η επερχόμενη προεκλογική εκστρατεία θα επηρεαστεί έντονα από τα θέματα των προσφύγων. Επιπλέον, υπάρχουν ζητήματα τα οποία δεν συνδέονται πραγματικά με το προσφυγικό ζήτημα, αλλά αναμιγνύονται με αυτό από τα ακροδεξιά και τα δεξιά κόμματα. Όπως για παράδειγμα, το ερώτημα του πως πρέπει να αντιδράσουμε στον κίνδυνο της ισλαμικής τρομοκρατίας, ή αν το Ισλάμ μπορεί να υπάρχει στη Γερμανία. Με λίγα λόγια: υπάρχει η απειλή η προεκλογική εκστρατεία να μην επικεντρωθεί στα πραγματικά προβλήματα του λαού, αλλά σε θέματα που αποσπούν το ενδιαφέρον από τα σημαντικά ζητήματα. Για παράδειγμα, αντί να μιλάμε για το γεγονός ότι η πολιτική του «μεγάλου συνασπισμού» έχει οδηγήσει στην περαιτέρω αναδιανομή του κοινωνικού πλούτου από κάτω προς τα πάνω, υπάρχει μια δημόσια συζήτηση σχετικά με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της απαγόρευσης της μπούρκας. Επιπλέον, φοβάμαι μια προεκλογική εκστρατεία στην οποία οι συντηρητικοί, οι σοσιαλδημοκράτες και οι ακροδεξιοί του AFD (Εναλλακτική για τη Γερμανία), θα προσπαθήσουν να ξεπεράσουν ο ένας τον άλλον στις απαιτήσεις του νόμου και της τάξης για την συνολική παρακολούθηση του πληθυσμού. Αν υπάρξουν περισσότερες επιθέσεις στη Γερμανία, όπως η ισλαμιστική τρομοκρατική επίθεση στη χριστουγεννιάτικη αγορά στο Βερολίνο, ή αν ο Ερντογάν κάνει την απειλή του πραγματικότητα και στείλει στην Ευρώπη εκατοντάδες χιλιάδες των προσφύγων που ζουν στην Τουρκία, αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά την επιλογή των ακροδεξιών εξτρεμιστών.

Αντιπροσφυγικές και ξενοφοβικές θέσεις

Η Μέρκελ φαίνεται ότι μετατοπίζεται προς τα δεξιά. Πως το ερμηνεύετε;
Η συντηρητική ένωση του CDU και του CSU, βρίσκεται υπό πίεση από την άνοδο της ξενοφοβικής AfD. Ειδικότερα, η δήθεν φιλελεύθερη πολιτική για τους πρόσφυγες της καγκελαρίου Μέρκελ, η οποία είναι στην πραγματικότητα κυρίως συμπτωματική αλλά με κανένα τρόπο φιλική προς αυτούς, δέχεται σφοδρή επίθεση από την ακροδεξιά. Τώρα το CDU, και ιδιαίτερα το βαυαρικό αδελφό κόμμα CSU, προσπαθήσουν να ανακτήσουν το χαμένο έδαφος βασιζόμενα σε αντιπροσφυγικές και ξενοφοβικές θέσεις, και σε αιτήματα για ενίσχυση της νομοθεσίας για την εσωτερική ασφάλεια. Αλλά με το να επιδιώκουν να προσεγγίσουν τις θέσεις του AfD, συμβάλλουν μόνο στην ενίσχυσή του. Η αύξηση της ρατσιστικής συζήτησης, θα οδηγήσει πολλούς ψηφοφόρους στο πρωτότυπο ακροδεξιό.

Με ποια στρατηγική θεωρείτε ότι μπορούμε να σπάσουμε τους μεγάλους κυβερνητικούς συνασπισμούς, όπως αυτόν που υπάρχει στην Γερμανία;
Φυσικά, είναι δυνατές και άλλες συμμαχίες. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να υπάρξει ένας συνασπισμός των συντηρητικών με τους Πράσινους ή με το φιλελεύθερο FDP, ή του SPD με τους Πράσινους και την Ντι Λίνκε. Ο συνασπισμός μεταξύ των συντηρητικών και των ακροδεξιών του AfD, οι οποίοι δεν εκπροσωπούνται ακόμα στο κοινοβούλιο, αποκλείεται σήμερα από όλους τους συντηρητικούς πολιτικούς. Ωστόσο, σε άλλες χώρες, όπως στην Αυστρία, έχουμε δει πόσο γρήγορα οι συντηρητικοί είναι έτοιμοι να κάνουν μια συμφωνία με το διάβολο. Αλλά όλα αυτά είναι άσκοπες εικασίες. Κατά την άποψή μου, το ουσιαστικό πρόβλημα δεν είναι ο κυρίαρχος «μεγάλος συνασπισμός» σοσιαλδημοκρατών και συντηρητικών, αλλά ότι έχουμε να κάνουμε στην πραγματικότητα με έναν πολύ μεγαλύτερο συνασπισμό μέσα στο κοινοβούλιο. Εκτός από την Ντι Λίνκε, όλα τα κόμματα που εκπροσωπούνται σήμερα στην Μπούντεσταγκ, καθώς και το AfD και το FDP, αντιπροσωπεύουν ξεκάθαρα μια νεοφιλελεύθερη πολιτική. Μόνο η Ντι Λίνκε αναδεικνύει μια αντικαπιταλιστική και αντιμιλιταριστική ατζέντα. Κατά την άποψή μου, το θέμα δεν είναι η διάλυση του «μεγάλου συνασπισμού» και η αντικατάστασή του με μια άλλη νεοφιλελεύθερη συμμαχία. Αντίθετα, πρέπει να δημιουργήσουμε μια πραγματικά αριστερή αντικαπιταλιστική εναλλακτική λύση απέναντι σε αυτόν τον ευρύ νεοφιλελεύθερο συνασπισμό, και να αγωνιστούμε για μια ισχυρή Αριστερά.

Υπάρχουν οι προϋποθέσεις για έναν κόκκινο-κοκκινοπράσινο συνασπισμό;
Αν κοιτάξω τις σημερινές δημοσκοπήσεις, οι οποίες φυσικά μπορούν να αλλάξουν ριζικά μέσα στους επόμενους μήνες, καθαρά μαθηματικά βλέπω λίγες τις πιθανότητες για μια κόκκινο-κοκκινοπράσινη κυβέρνηση. Αλλά το κρίσιμο ερώτημα, είναι αν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για μια τέτοια συμμαχία. Αυτό θα συνέβαινε αν είχαμε να κάνουμε με ένα πραγματικό αριστερό μπλοκ, και αν υπήρχε συναίνεση, ή παρόμοιες θέσεις, μεταξύ των τριών μερών σχετικά με τα θεμελιώδη ζητήματα. Αλλά δεν μπορώ να εντοπίσω ένα τέτοιο μπλοκ, τουλάχιστον όπως εγώ αντιλαμβάνομαι την αριστερή πολιτική, όχι μόνο σε πολιτιστικά θέματα, αλλά κυρίως στην υποστήριξη των συμφερόντων της εργατικής τάξης, των ανέργων και των συνταξιούχων, και στον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη και ειρηνική εξωτερική πολιτική. Μεταξύ της Ντι Λίνκε, από την μία πλευρά, και των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων, από την άλλη, υπάρχουν δύο σχεδόν ανυπέρβλητοι κόσμοι στην οικονομική, την κοινωνική και την εξωτερική πολιτική. Εφόσον το SPD διατηρεί το πρόγραμμα Hartz IV της μαζικής φτώχειας που ξεκίνησε το 2002, ή την πολιτική διάσωσης των τραπεζών σε βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας, δεν μπορώ να δω καμία συμφωνία σε βασικά ζητήματα. Οι Πράσινοι υποστηρίζουν κάποια δικαιώματα των πολιτών, αλλά με την δική τους οικονομική και κοινωνική πολιτική. Τώρα είναι σαφώς ένα κόμμα με καλοπληρωμένα στελέχη. Και στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής μερικές φορές ξεπερνούν ακόμα και την κυβέρνηση, δείχνοντας επιθετικότητα κατά της Ρωσίας, ή συμφωνώντας με πολέμους αποκαλούμενοι ανθρωπιστικά κίνητρα και αλλαγές καθεστώτων.

Ποιες θα μπορούσαν να είναι οι κόκκινες γραμμές σας για μια κυβερνητική συνεργασία;
Όταν η Αριστερά εισέρχεται σε μια κυβέρνηση και εκεί εγκαταλείπει τις βασικές θέσεις της ενάντια στους πολέμους και το ΝΑΤΟ, ή τον βασικό αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό της, δεν γίνεται μόνο η ίδια περιττή. Ουσιαστικά λειτουργεί προς όφελος των δεξιών κομμάτων. Ένας λόγος για την σημερινή άνοδο της ακροδεξιάς σε όλη την Ευρώπη, είναι αυτά που έκανε η παραδοσιακή Αριστερά. Τα πρώην κομμουνιστικά και σοσιαλδημοκρατικά κόμματα έχουν γυρίσει την πλάτη τους στην εργατική τάξη και στο κοινωνικό ζήτημα, και η κατανόησή τους ως αριστερά είναι περιορισμένη και αφορά περισσότερο ή λιγότερο ζητήματα πολιτιστικής πολιτικής. Έτσι, πολλοί παραδοσιακά αριστεροί ψηφοφόροι ζητούν μια νέα πολιτική εκπροσώπηση στους δεξιούς λαϊκιστές, αν και αυτοί επιδιώκουν ένα ακόμη πιο σκληρό νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα από τα καθιερωμένα κόμματα. Με λίγα λόγια, η Αριστερά οφείλει να δηλώσει σαφώς τις κόκκινες γραμμές της για μια κυβέρνηση συνασπισμού: όχι στις ιδιωτικοποιήσεις, καμία περικοπή θέσεων εργασίας στις δημόσιες υπηρεσίες, καμία στρατιωτική επιχείρηση στο εξωτερικό.

Το μέλλον της ΕΕ

Η ανησυχία για το μέλλον της Ευρώπης αυξάνεται. Πως βλέπετε τις εξελίξεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο;
Οι αριστεροί πολιτικοί ή οι σοσιαλιστές, πρέπει πρώτα από όλα να αναρωτηθούμε για το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση στην παρούσα μορφή της είναι κάτι που αξίζει να το υπερασπιστούμε και σε ποιο βαθμό μπορεί να μεταρρυθμιστεί σταδιακά. Θεωρώ την Ευρωπαϊκή Ένωση ως βαθιά αντιδημοκρατική, ως μια μη αναθεωρήσιμη/αναστρέψιμη συμμαχία του ευρωπαϊκού μεγάλου κεφαλαίου που έχει βασική ατζέντα την μείωση των θεμελιωδών δικαιωμάτων των λαών. Ιδιαίτερα η Ελλάδα, έχει βιώσει σκληρά το πως οι κυρίαρχοι κύκλοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και κυρίως το γερμανικό κεφάλαιο, μπορούν να επιβάλλουν τις επιθυμίες τους πάνω σε άλλες χώρες και να οδηγούν τους λαούς στην εξαθλίωση. Από αυτή την άποψη, δεν αντιλαμβάνομαι το βρετανικό δημοψήφισμα ως αρνητικό, όπως έκαναν οι Πράσινοι και οι Σοσιαλδημοκράτες. Σε σύγκριση με τα προγράμματα της μείωσης των κοινωνικών και των πολιτικών δικαιωμάτων που υπαγορεύονται από τις Βρυξέλλες, ένα ενισχυμένο εθνικό κράτος μπορεί να προσφέρει κάποια προστασία. Αλλά μια αναδίπλωση/επιστροφή στις αυταρχικές μορφές του εθνικού κράτους, όπως αυτήν για την οποία αγωνίζονται τα δεξιά λαϊκιστικά κόμματα, σίγουρα δεν είναι μια επιθυμητή εναλλακτική λύση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να καταπολεμηθεί με τον εθνικισμό, τον αποκλεισμό και την ξενοφοβία, αλλά από τον διεθνισμό, την αλληλεγγύη και την ταξική πάλη.