Συνέντευξη με τον Εμίλιο Καφάσι, καθηγητή κοινωνιολογικής θεωρίας στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες

Ο νεοφιλελευθερισμός είναι υπεύθυνος για το άδειασμα της πολιτικής

Με πλαστικές σφαίρες, ρίψη νερού και δακρυγόνα, που είχαν ως αποτέλεσμα πολλούς τραυματίες, ενώ παράλληλα έγιναν και δεκάδες συλλήψεις, αντιμετώπισε η αστυνομία της Αργεντινής τους χιλιάδες διαδηλωτές που διαμαρτυρήθηκαν την Τετάρτη έξω από το Κογκρέσο ενάντια στον προυπολογισμό κοινωνικής εξαθλίωσης του 2019, που κατέθεσε η κυβέρνηση Μάκρι καθ υπόδειξη του ΔΝΤ. Ο Εμίλιο Καφάσι μιλάει στην «Εποχή» για τις εξελίξεις των ημερών, τις προοπτικές των αγώνων, και την Αριστερά.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Πώς θα χαρακτήριζες τη σημερινή κατάσταση στην Αργεντινή;
Με μία και μόνη λέξη, η σημερινή κατάσταση είναι μια στασιμότητα, που σημαίνει μείωση του ΑΕΠ και της απασχόλησης, ένας ανεξέλεγκτος πληθωρισμός σε απρόβλεπτα επίπεδα και απότομη πτώση της αγοραστικής δύναμης των μισθών. Αν και αυτές οι μεταβλητές ήταν σχετικά σταθερές σε όλη τη διάρκεια της διοίκησης Μάκρι, και στην τελευταία περίοδο της κυβέρνησης Κίρχνερ, τους τελευταίους 6 μήνες πυροδότησαν μια εκρηκτική κατάσταση. Αυτό περιλαμβάνει μια τεράστια μεταφορά εισοδήματος από τους εργαζομένους και τους συνταξιούχους προς τα μεγάλα κεφάλαια γενικά, και τα οικονομικά ιδιαίτερα. Για παράδειγμα, η κεντρική τράπεζα στην τελευταία επίσημη έκθεσή της επιβεβαιώνει ότι οι τράπεζες είχαν 76% περισσότερα κέρδη από ό,τι πριν ένα χρόνο. Αντιστρόφως, τα ενυπόθηκα δάνεια μειώθηκαν κατά 42%. Τους τελευταίους 12 μήνες, το σωρευτικό κέρδος από το τραπεζικό σύστημα φτάνει τα 93.301 εκατομμύρια πέσος (περίπου 2.600 εκατομμύρια δολάρια). Μεταξύ 2015 και 2017 η ηλεκτρική ενέργεια αυξήθηκε κατά 562%, το νερό κατά 338% και το φυσικό αέριο κατά 223%, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Την ίδια περίοδο, οι χρηματοοικονομικές εταιρείες είχαν αύξηση κέρδους κατά 72%. Το 2015 οι υπηρεσίες αντιπροσώπευαν το 6% του κατώτατου μισθού, όταν ο περιφερειακός μέσος όρος ήταν 15%. Σήμερα υπερβαίνουν το 21%. Αυτό το μήνα σημειώνονται νέες αυξήσεις του φυσικού αερίου κατά 36%, του νερού κατά 40%, της ηλεκτρικής ενέργειας κατά 56% και των δημόσιων συγκοινωνιών κατά 30% έως 40% το χρόνο.

Ο εκβιασμός «ή αποδεχόμαστε το χρέος και το ΔΝΤ ή οδηγούμαστε σε κατάρρευση» θεωρείς ότι μπορεί να εξασφαλίσει πολιτική βιωσιμότητα στην κυβέρνηση Μάκρι, ή βλέπεις πιθανή μια νέα κρίση αντιπροσώπευσης;
Πιστεύω ότι είναι απαραίτητη μια διευκρίνιση. Η αντιπροσώπευση, όπως την αντιλαμβάνεται η αντιπροσωπευτική φιλελεύθερη δημοκρατία, δομικά παράγει κρίσεις και συγκρούσεις, επειδή αποθαρρύνει τη συμμετοχή των πολιτών και προκαλεί παθητικότητα. Εκφράζεται με μεγαλύτερη δύναμη και ορατότητα όταν συνδυάζεται με μια οικονομική κρίση, αλλά το υπόστρωμά της είναι μόνιμο. Όσον αφορά την πολιτική βιωσιμότητα, εξαρτάται από ένα σύνολο μεταβλητών, εκτός από το ΔΝΤ. Στα τέλη του 2001 και στις αρχές του 2002, το κράτος ήταν ανίκανο να συμμορφωθεί με τις βασικές λειτουργίες που είναι σύμφυτες με αυτό: την έκδοση ενός εθνικού νομίσματος αποδεκτού από τους οικονομικούς παράγοντες, την είσπραξη των φόρων, την εγγύηση των τραπεζικών καταθέσεων. Σήμερα δεν είμαστε στην ίδια κατάσταση, παρά το βάθος της κρίσης. Πιστεύω ότι το ξέσπασμα στις 19 και 20 Δεκεμβρίου του 2001 συνδύασε μια διαρθρωτική οικονομική κρίση (η ανεργία ή η φτώχεια δεν προέκυψαν ξαφνικά), με την ηθική και πολιτική κρίση: η κοινωνική πρόκληση για την κατάσταση πολιορκίας. Αυτό είχε ήδη εκδηλωθεί στην τελευταία εκλογή της κυβέρνησης της «Alianza» με τα υψηλά ποσοστά αποχής, των λευκών και των άκυρων (σημ: αναφέρεται στο 1999 που εκλέχτηκε ο Ντε Λα Ρούα). Ήταν το φαινόμενο των εξαπατημένων. Εκείνων που δεν πίστευαν πλέον στην πολιτική, κυρίως των νέων που πίστευαν ότι η πολιτική είναι αναξιόπιστη. Αυτή η τιμωρητική αντίληψη βγήκε στο δρόμο. Ήταν ο ίδιος ο νεοφιλελευθερισμός που αμφισβητήθηκε, και που τώρα είναι υπεύθυνος για το άδειασμα της πολιτικής, κάτι που αντανακλάται τόσο στο κοινοβούλιο όσο και στη ζωή των κομμάτων.

Μεγάλος κοινωνικός αναβρασμός

Αυτή η κοινωνική οργή που βλέπουμε στις κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών, θεωρείς ότι μπορεί να αποκτήσει μια τέτοια δυναμική που θα επηρεάσει αποφασιστικά τις εξελίξεις;
Πράγματι, υπάρχει ένας μεγάλος κοινωνικός αναβρασμός, ιδιαίτερα στο κέντρο του Μπουένος Άιρες σχεδόν καθημερινά γίνονται διαδηλώσεις. Ωστόσο, οι κοινωνικές κινητοποιήσεις γίνονται με τρόπο κατακερματισμένο, και δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν την απλή καταγραφή. Οι προοπτικές της συνέχειας και της ανάπτυξης αυτών των αγώνων είναι συγκεκριμένες. Παρόλο που αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αποκρυσταλλώνονται σε έναν πιο συνεκτικό και αλληλέγγυο συντονισμό, και πολύ λιγότερο στις πολιτικές εκφράσεις. Στους περιορισμούς αυτούς συμβάλει και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, μια από τις πιο διεφθαρμένες και υποτακτικές που έχει γνωρίσει το διεθνές εργατικό κίνημα, που προστατεύεται από την αντιδραστική ομπρέλα του περονισμού. Παράλληλα, ο διασκορπισμός και οι διαμάχες εντός της ριζοσπαστικής αριστεράς συμβάλλουν πολιτικά στην ενίσχυση του μεγάλου εμποδίου για την ανάπτυξη της χώρας, που είναι ο περονισμός. Κατά πόσο αυτό μπορεί να οδηγήσει ή όχι σε ένα κοινωνικό ξέσπασμα όπως το 2001, φαίνεται απροσδιόριστο δεδομένου ότι δεν υπάρχει καμία φόρμουλα για τις κοινωνικές συγκρούσεις, και αυτό είναι πάντα επικίνδυνο. Η κυβέρνηση πιστεύει ότι έχει τον έλεγχο με αποζημιώσεις και επιδοτήσεις, αν και κανείς, κατά βάθος, δεν ξέρει αν αυτό φτάνει.

Τι προοπτικές υπάρχουν για την αργεντίνικη Αριστερά; Πώς μπορεί ενόψει των εκλογών του 2019 να ξεπεραστεί ο σημερινός κατακερματισμός;
Η αργεντίνικη Αριστερά έχει μια ιστορία διασπάσεων και διαφωνιών. Οι εκλεπτυσμένες θέσεις της, την έχουν τοποθετήσει σε μια περιθωριακή θέση. Εδώ δεν υπήρξε ούτε καν μια βιώσιμη σοσιαλδημοκρατία. Ο περονισμός έχει καταλάβει σχεδόν ολόκληρο το φάσμα της εκπροσώπησης του εργατικού κινήματος και των πιο ευάλωτων ανθρώπων, κάνοντάς τους μέλη και διαφθείροντάς τους. Η κρίση του 2001 είναι ένα παράδειγμα μιας χαμένης ευκαιρίας να συνδεθεί η Αριστερά με τις μάζες, πιθανότατα επειδή η προτίμησή τους σε μια οριζόντια πολιτική και η αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων συνετρίβησαν από την κάθετη δομή, τη λενινιστική οργάνωση και το αλάνθαστο ορθόδοξο πρόγραμμά της. Αυτή η άποψη μπορεί να αναζητηθεί/ανιχνευθεί από τη δημιουργία του FIT (Μέτωπο της Αριστεράς και των Εργαζομένων), μια εκλογική συμμαχία που δημιουργήθηκε για οπορτουνιστικούς λόγους, κάτω από την πίεση των απαιτήσεων του εκλογικού νόμου που θα εμπόδιζε την εκλογική του επιβίωση. Οι τρεις αναπόσπαστες ομάδες τροτσκιστικής προέλευσης μισούν η μία την άλλη και αποτελούν μόνο μια εκλογική συμμαχία. Ωστόσο, έχουν αποκομίσει σημαντική αναγνώριση, τόσο στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, όσο και στη συμμετοχή στις συνδικαλιστικές ενώσεις και στις λαϊκές κινητοποιήσεις. Είναι πιθανό να δημιουργηθεί κάτι άλλο, αλλά αν δεν κάνουν ένα ποιοτικό άλμα όσον αφορά τη σύγκληση αγωνιστών και ομάδων έξω από τις ιδεολογικές περιφράξεις τους, θα είναι αδύνατο να ξεπεραστεί η περικύκλωση που έχουν δημιουργήσει ο περονισμός και η συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Αν συμφωνήσουν να ανοίξουν και να καλέσουν ένα ευρύτερο φάσμα της Αριστεράς, οι δυνατότητες θα αλλάξουν ριζικά.

Δεν υπάρχει ομοιογένεια στη Λατινική Αμερική

Πώς βλέπεις τις εξελίξεις στη Λατινική Αμερική; Πιστεύεις ότι η Λατινική Αμερική βρίσκεται στην αρχή ενός νέου δεξιού κύκλου, ή σε ένα σημείο μετάβασης όπου δεν είναι απολύτως σαφές το τι θα ακολουθήσει;
Η Λατινική Αμερική παρουσιάζει μια πολύ άνιση πολιτική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Δεν θα αρνηθώ την αποτελεσματική επίθεση στα δικαιώματα, που αλλάζει τον πολιτικό χάρτη που συναντήσαμε πριν από μερικά χρόνια, αλλά δεν είναι ομοιογενής. Η Βολιβία και η Ουρουγουάη διατηρούν μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη, κάνουν κατανομή του πλούτου και έχουν πολιτική σταθερότητα. Η νίκη του Λόπεζ Ομπραντόρ, που θα αναλάβει σύντομα την προεδρία του Μεξικού, είναι ένα γεγονός που αντιπροσωπεύει μια πραγματική επανάσταση όσον αφορά τις πολιτικές παραδόσεις και δείχνει ότι υπάρχει σήμερα Αριστερά στη Λατινική Αμερική. Αλλά στις υπόλοιπες χώρες φαίνεται μια στροφή προς τα δεξιά, η οποία δεν πρέπει να αγνοείται, ιδιαίτερα στην Αργεντινή και στη Βραζιλία, και στην τελευταία περίπτωση με απειλητικά χαρακτηριστικά. Προφανώς, το θέμα δεν θα είναι μόνο το πώς θα αποβάλουμε τις νεοφιλελεύθερες εκφράσεις της πολιτικής εξουσίας από κάθε χώρα. Χρειάζεται να αντλήσουμε και διδάγματα από τις εμπειρίες του παρελθόντος και να δώσουμε μεγαλύτερη υποστήριξη στους κοινωνικούς μετασχηματισμούς που εμποδίζουν μια τέτοια εύκολη επιστροφή στην αντίδραση. Και πάνω από όλα, να ανανεωθούν οι αντιλήψεις και οι πρακτικές που αναπτύχθηκαν, επειδή πέρα από την ισχύ ή τους χειρισμούς των δυνάμεων που θα προκύψουν, το κλειδί βρίσκεται στα λάθη και στις αδυναμίες τους.