Συνέντευξη με τον Φραγκίσκο Κουτεντάκη, Γενικό Γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής

Δεν θα επιτρέψουμε να υπονομευθεί το τέλος της εξάρτησης

koutedakis1

«Εξαιρετικά μη βιώσιμο το ελληνικό χρέος» ήταν το συμπέρασμα της έκθεσης του ΔΝΤ την περασμένη εβδομάδα. Πώς οδηγήθηκε σε αυτό το πόρισμα, τι σημαίνει και τι προτάσεις μέτρων θα επιφέρει, εξηγεί στην «Εποχή» ο πανεπιστημιακός και γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής του υπουργείο Οικονομικών, Φραγκίσκος Κουτεντάκης. Ακόμα μιλά για τις εμμονές των ευρωπαϊκών θεσμών που καθυστερούν την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης, αποτέλεσμα της σύμπλευσή τους τελικά με το ΔΝΤ, και τη στάση που πρόκειται να κρατήσει η ελληνική κυβέρνηση.

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Υπάρχει στίγμα αυτή τη στιγμή στη διαπραγμάτευση και ποιο είναι αυτό; Τα ρεπορτάζ δεν επιβεβαιώνουν την κυβερνητική αισιοδοξία, η οποία πάντως τις τελευταίες μέρες μειώθηκε. Μπορούμε να μιλάμε για μία ημερομηνία, όπως αυτή της 20ής Φεβρουαρίου ως αρχή της διεξόδου;
Η καθυστέρηση αυτής της αξιολόγησης οφείλεται αποκλειστικά στις απαιτήσεις των θεσμών, που υπερβαίνουν τα συμφωνηθέντα. Η 20η Φεβρουαρίου είναι μια ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να επιτευχθεί πολιτική συμφωνία, δηλαδή μια σαφής περιγραφή των προϋποθέσεων για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Εφόσον γίνει αυτό, η τελική ολοκλήρωσή της μπορεί να γίνει πολύ σύντομα.
Το ΔΝΤ δεν άλλαξε κεραία απ’ όσα ξέραμε ήδη. Το ότι, παρ’ όλα αυτά, ο κ. Ντάισελμπλουμ αναφέρθηκε στη σκληρότητα της τελευταίας του Έκθεσης για την Ελλάδα, έχει μια κάποια σημασία για τις περαιτέρω διαπραγματεύσεις;
Η αλήθεια είναι πως το ΔΝΤ αλλάζει συχνά θέσεις, με συνέπεια να μη γνωρίζουμε με βεβαιότητα που βρίσκεται κάθε φορά. Η τελευταία του έκθεση είναι πράγματι ιδιαίτερα απαισιόδοξη και στηρίζεται σε στοιχεία που είναι εμφανώς ξεπερασμένα. Όμως, σε κάθε περίπτωση, δεν θα πρέπει να προδικάζουμε θετική ή αρνητική έκβαση της διαπραγμάτευσης με βάση τις δημόσιες δηλώσεις.

Η έκθεση του ΔΝΤ

Ας έλθουμε, όμως, στην ουσία, στο περιεχόμενο της Έκθεσης και να την κρίνουμε πρώτα τεχνοκρατικά. Γιατί είναι τόσο ακραία απαισιόδοξη, ιδιαίτερα για την πορεία του ΑΕΠ, ποιες παραδοχές κάνει, πού τις βρίσκει;
Για να είμαστε ακριβείς, το ΔΝΤ ήδη από τις προηγούμενες εκθέσεις κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο. Η τελευταία έκθεση καταλήγει σε χειρότερα συμπεράσματα από τις προηγούμενες, γιατί υποθέτει αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης.
Έχει ενδιαφέρον, όμως, ότι επισημαίνει το ΔΝΤ ότι οι αισιόδοξες προβλέψεις των Ευρωπαίων γίνονται αντί της ελάφρυνσης του χρέους. Τους προσάπτει, δηλαδή, ιδιοτέλεια, ότι οι προτάσεις τους πάσχουν ως προς τον αναγκαίο ορθολογισμό. Πού αποβλέπει;
Δεν είναι θέμα ορθολογισμού, αλλά επιλογής. Με απλά λόγια, η βιωσιμότητα του χρέους εξαρτάται από την εξέλιξη τεσσάρων, κυρίως, μεταβλητών: Τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα επιτόκια, τις ιδιωτικοποιήσεις και τους ρυθμούς μεγέθυνσης. Αν υποθέσει κανείς υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα, η βιωσιμότητα του χρέους βελτιώνεται και συνεπώς χρειάζεται λιγότερη ελάφρυνση. Αντίστροφα, αν υποθέσει κανείς μικρότερα πλεονάσματα, η βιωσιμότητα χειροτερεύει και χρειάζεται μεγαλύτερη ελάφρυνση.

Οι εκτιμήσεις της κυβέρνησης

Οι προβλέψεις της κυβέρνησης για το 2017 δέχονται κριτική ως προς τις εκτιμήσεις για την αυξημένη ιδιωτική κατανάλωση και ιδίως τις αυξημένες επενδύσεις. Πώς απαντά η κυβέρνηση σ’ αυτή την κριτική;
Οι μακροοικονομικές προβλέψεις δεν είναι της κυβέρνησης, αλλά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς.
Δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών ότι τα έσοδα από πάταξη της διαφθοράς, φοροδιαφυγής κτλ θα βοηθήσουν στο να μειωθούν οι φορολογικοί συντελεστές και να υλοποιηθεί το κοινωνικό πρόγραμμα της κυβέρνησης. Μπορούν εσαεί οι δανειστές να τα θεωρούν μη παραμετρικά έσοδα και να μην τα συνυπολογίζουν στους δημοσιονομικούς στόχους; Ποια τα επιχειρήματά τους;
Είναι σαφές ότι ένα σημαντικό μέρος της υπεραπόδοσης των εσόδων οφείλεται στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης, δηλαδή στη μείωση της φοροδιαφυγής. Αυτή η βελτίωση δεν μπορεί να προβλεφθεί ποσοτικά, και με αυτή την έννοια δεν θεωρείται παραμετρική. Ωστόσο, έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι η υψηλότερη συμμόρφωση θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια με αποτέλεσμα να αναθεωρούνται προς τα πάνω και οι προβλέψεις.
Η κυβέρνηση, όπως φαίνεται, απομακρύνεται από την πάγια θέση της, της μη προ-νομοθέτησης και προσανατολίζεται να προτείνει δέσμη προτάσεων που σίγουρα δημιουργούν πολιτικά προβλήματα και σχέσεων με τα κοινωνικά στρώματα που εκπροσωπεί. Έχει σοβαρές ενδείξεις ότι αυτές οι προτάσεις θα γίνουν αποδεκτές ως βάση της διαπραγμάτευσης ή θα απαιτηθεί η εκπλήρωση όλων των απαιτήσεων του ΔΝΤ; Τι θα κάνει σ’ αυτή την περίπτωση;
Η κυβέρνηση έχει δηλώσει σε όλους του τόνους ότι σκοπεύει να ολοκληρώσει τη διαπραγμάτευση χωρίς να δεχτεί παράλογες απαιτήσεις. Αισθανόμαστε αρκετή βεβαιότητα ότι θα πετύχουμε τους δημοσιονομικούς στόχους τους προγράμματος –όπως κάναμε φέτος για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά– και μπορούμε να παρέχουμε εγγυήσεις για αυτό. Αν αυτές οι εγγυήσεις είναι ένα πακέτο μέτρων που δεν πρόκειται να εφαρμοστούν όσο επιτυγχάνουμε τους στόχους, δεν υπάρχει σοβαρός λόγος ανησυχίας. Αυτό, άλλωστε, έκανε και ο μηχανισμός αυτόματης δημοσιονομικής διόρθωσης που θεσμοθετήθηκε πέρσι. Απλώς οι ευρωπαίοι, που μέχρι πρότινος δέχονταν αυτόν τον μηχανισμό ως επαρκή εγγύηση, πλέον έχουν μετατοπιστεί και ζητούν πιο αυστηρή θεσμοθέτηση, υιοθετώντας τις θέσεις του ΔΝΤ.

Ορατή η ολοκλήρωση του προγράμματος

Ασκείται κριτική ότι ενώ αποδείχθηκε ότι οι δανειστές δεν αντιλαμβάνονται την επαχθή συμφωνία του Ιουλίου ως συγκεκριμένη, αλλά ως επιδεκτική προσθηκών, αρνητικών για την ελληνική πλευρά, έρχεται τώρα η κυβέρνηση, αν τελικά προ-νομοθετήσει ή νομοθετήσει πρόσθετα μέτρα κτλ, και το νομιμοποιεί ανοίγοντας πολύ κακό λογαριασμό και μελλοντικά. Τι απαντάτε;
Η κυβέρνηση έκανε μια συγκεκριμένη επιλογή το καλοκαίρι του 2015 και συμφώνησε σε ένα πρόγραμμα που λήγει το 2018. Έχουμε επωμιστεί τεράστιο πολιτικό κόστος για αυτή την επιλογή και πλέον βρισκόμαστε στο σημείο που είναι ορατή η ολοκλήρωση του προγράμματος, το τέλος της εξάρτησης από τη χρηματοδότηση των κρατών-μελών και η κανονική ένταξη στις διεθνείς αγορές. Αν κάποιοι από τους θεσμούς θέλουν να υπονομεύσουν αυτή την εξέλιξη, δεν θα πρέπει να τους κάνουμε το χατίρι.