Γιάννης Κουζής: Βασικός στόχος των εργαζόμενων, η αποκωδικοποίηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος

Συνέντευξη με τον Γιάννη Κουζή, καθηγητή εργασιακών σχέσεων στο τμήμα κοινωνικής πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου

Η «Εποχή», με αφορμή τη συμπλήρωση περίπου 10 μηνών από το κλείσιμο ενός σημαντικού «κύκλου», αυτού των μνημονίων, αλλά και την ολοκλήρωση της δεύτερης, σχεδόν πλήρους, κυβερνητικής θητείας του ΣΥΡΙΖΑ, συνομιλεί με τον καθηγητή Εργασιακών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Γιάννη Κουζή, για το σημερινό τοπίο στα εργασιακά.

Τη συνέντευξη πήρε ο Τάσος Γιαννόπουλος

Ξεκινώντας αναγκαστικά από την πολιτική συγκυρία, προκαλεί ενδιαφέρον η ανάλυση της Goldman Sachs, που λίγες ώρες μετά το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών τόνιζε τα εξής: «Το ρίσκο υψηλότερου κόστους εργασίας, μείωσης στην ευελιξία της αγοράς εργασίας και επιδείνωσης της ανταγωνιστικότητας μισθών (sic) εξαφανίζεται με μια κυβέρνηση υπό τη Νέα Δημοκρατία». Τι περιμένει η διεθνής τράπεζα και τι ο κόσμος της εργασίας σε περίπτωση ανάδειξης της ΝΔ σε κυβέρνηση της χώρας;
Προφανώς, η πολιτική της συγκεκριμένης τράπεζας απαιτεί την απόλυτη διατήρηση των μνημονιακών και μεταμνημονιακών δεσμεύσεων, οι οποίες παραπέμπουν στη συγκράτηση των δαπανών για την εργασία, μέσα από λογικές ευελιξίας και επιτάχυνσης των ιδιωτικοποιήσεων. Και, κυρίως, στο να μην υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης στην πράξη αυτών των αλλαγών στην περίοδο της αυξημένης μεταμνημονιακής επιτροπείας. Και σημαίνει, βεβαίως, ότι το πρόγραμμα της ΝΔ είναι πιο φιλικά διακείμενο απέναντι στη διατήρηση, χωρίς τριβές απέναντι στους δανειστές, της κατάστασης απέναντι στις μεταμνημονιακές δεσμεύσεις.

Πώς θα αποτιμούσαμε, τώρα που κλείνει ο κύκλος της σημερινής κυβέρνησης, τις βασικές παρεμβάσεις που πραγματοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ στα εργασιακά;
Υπάρχουν 2 πλευρές. Η μία έχει να κάνει με το γεγονός ότι η κυβέρνηση κλήθηκε, στο πλαίσιο του 3ου μνημονίου να υλοποιήσει δεσμεύσεις που εκκρεμούσαν ήδη από τα προηγούμενα μνημόνια. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ζήτημα των ομαδικών απολύσεων και η κατάργηση του αποφασιστικού ρόλου της δημόσιας αρχής και του υπουργικού βέτο. Ωστόσο, η λήξη των μνημονίων έφερε την άρση της αναστολής 2 βασικών αρχών των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας (ΣΣΕ). Θυμίζω ότι στα πρώτα μνημόνια είχε υπάρξει ως μέτρο η αναστολή της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης και της επέκτασης των κλαδικών ΣΣΕ, έως ότου λήξει το πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής. Από τη στιγμή που αυτό έληξε, επανήλθαν αυτές οι 2 αρχές, που αρχικά είχε προβλεφθεί από τα πρώτα μνημόνια να επανέλθουν το 2016. Ένα άλλο μέτρο έχει να κάνει με την αύξηση του κατώτατου μισθού. Αυτό συνέβη μόλις έληξαν τα μνημόνια, αφού αυτός δεν είχε επανεξεταστεί το 2017, όπως προέβλεπε το δεύτερο μνημόνιο. Αυτό είχε το πρωτοφανές -μεταπολεμικά- φαινόμενο, η Ελλάδα να είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που επί 7 συνεχή χρόνια είχε τον ίδιο κατώτατο μισθό. Αυτή η κατάσταση παγίωσε μία εικόνα η οποία, με ένα δείκτη ανεργίας υψηλό, ακολουθεί το στόχο του δευτέρου μνημονίου, αφενός της συγκράτησης των μισθών, αλλά και της σταδιακής σύγκλισης των κατώτατων μισθών με τις γειτονικές βαλκανικές χώρες στις επόμενες δεκαετίες. Στο πλαίσιο αυτό και φεύγοντας από το 2019, που ως προεκλογική χρονιά έχει ένα διαφορετικό χαρακτήρα, προβλέπεται ότι οι αυξήσεις που θα γίνονται στον κατώτατο μισθό, με υπουργικές πλέον αποφάσεις, θα είναι πολύ «μετρημένες», ώστε να παρακολουθείται αυτός ο στόχος.

Οι κίνδυνοι της επόμενης μέρας

Θεωρείτε ότι με κυβέρνηση άλλη από αυτή του ΣΥΡΙΖΑ θα είχαν επανέλθει οι βασικές αρχές των ΣΣΕ ή θα είχε επιχειρηθεί να το «τρενάρουν»;
Θα μπορούσαμε να κάνουμε υποθέσεις, όμως θα πρέπει να αποσαφηνισθεί ότι με τα πρώτα μνημόνια δεν είχε υπάρξει κατάργηση, αλλά αναστολή βασικών αρχών των ΣΣΕ μέχρι τη λήξη των μνημονίων. Όμως η επαναφορά της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης, αναμένεται, κατά την άποψή μου, το επόμενο χρονικό διάστημα, και ανεξαρτήτως κυβέρνησης, να δεχθεί πιέσεις, που βεβαίως πάντα τις διευκολύνουν οι «ευνοϊκότερες» πολιτικές συνθήκες. Όχι απαραίτητα κατάργησής τους, αλλά προσπάθειας να τεθούν όροι ώστε η εφαρμογή αυτών των δύο αρχών να είναι πιο δύσκολη στην πράξη. Και αυτό με βάση και την εικόνα που έχουμε στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο, όπου τέτοιοι περιορισμοί υπάρχουν στις περισσότερες χώρες και μάλιστα όχι σε δεύτερης και τρίτης, αλλά πρώτης ταχύτητας.

Ο κ. Μητσοτάκης έχει ταχθεί υπέρ της υπερίσχυσης της επιχειρησιακής σύμβασης (αντί της κλαδικής), «αν συμφωνούν οι εργαζόμενοι»…
Μία τέτοια εξέλιξη θα σήμαινε κατάργηση της αρχής της ευνοϊκότερης ρύθμισης και επαναφορά στη μνημονιακή περίοδο. Σίγουρα θα προκαλούσε σοβαρές αντιδράσεις ένα τέτοιο σενάριο.

Τα τελευταία χρόνια, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, καταγράφεται ανάκαμψη της απασχόλησης, αλλά ένα σημαντικό ερώτημα αφορά στην «ποιότητα» των νέων θέσεων εργασίας και στο κατά πόσο αυξάνεται η «ευελιξία» (βλέπε επισφάλεια) για τους εργαζόμενους.
Η κρίση έχει πάντα το αποκορύφωμά της και από ένα σημείο και μετά δείχνει σημάδια ύφεσης. Αυτό το είδαμε και στη χώρα μας, όπου τα στοιχεία δείχνουν ότι η ανεργία έφτασε στο ανώτερο σημείο της το 2013, με 28%. Από το 2014 άρχισε να πέφτει σταδιακά και όταν ανέλαβε ο ΣΥΡΙΖΑ είχε φτάσει περίπου στο 25,5% για να συνεχισθεί αυτή η υποχώρηση, ώστε να φτάσουμε στα σημερινά δεδομένα, το 18,5%. Αυτό συνδέεται και με τον κύκλο που έκανε η κρίση, αλλά και με το στόχο που είχαν θέσει οι δανειστές, ότι θα έχουμε μεν μία σταδιακή μείωση της ανεργίας, αλλά με ένα περιεχόμενο απασχόλησης το οποίο θα διαφέρει σημαντικά από αυτό που είχαμε πριν την κρίση. Επισημαίνω ότι έχουμε μία μεγάλη αύξηση της ευελιξίας στην αγορά εργασίας. Σήμερα, η μερική απασχόληση, από το 5% που ήταν πριν την κρίση, μαζί με μία επιμέρους μορφή της που είναι η εκ περιτροπής εργασία (η οποία καταγράφεται στο ΕΡΓΑΝΗ), ξεπερνάει το 25%. Αυτό δείχνει το πώς αλλάζει το περιεχόμενο της εργασίας, καθώς αμφισβητείται η σταθερή και πλήρης απασχόληση. Ας θυμηθούμε ότι προ κρίσης μιλούσαμε για την «δυστυχή» γενιά των 700 ευρώ. Στην πορεία, όμως, τα 700 ευρώ μπορεί να φαντάζουν «προνόμιο», όταν οι μισοί εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα έφτασαν να αμείβονται μέχρι τα κατώτατα όρια που ίσχυαν στις αρχές του 2012, πριν τη μείωση του κατώτατου μισθού. Σίγουρα η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού και η κατάργηση του υποκατώτατου, που είναι ένα πολύ θετικό μέτρο, φαίνεται να βελτιώνουν σχετικά την εικόνα, αν δεν υποκατασταθούν θέσεις πλήρους σε αντίστοιχες μερικής απασχόλησης.

Η ανάπτυξη πρέπει να έχει κοινωνικό πρόσημο

Η ευελιξία βοηθάει στη μείωση της ανεργίας, όπως ισχυρίζεται η νεοφιλελεύθερη σχολή σκέψης;
Η άποψη που υποστηρίζει ότι η ευελιξία (στη μορφή απασχόλησης, στα ωράρια, στις απολύσεις, στους μισθούς κ.λπ.) θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας αποκρύπτει το ουσιώδες περιεχόμενο: ότι έτσι μοιράζονται οι υπάρχουσες θέσεις σε περισσότερες και χαμηλότερης ποιότητας. Αυτό που παρατηρούμε ευρέως, ακόμα και σε χώρες με χαμηλό ποσοστό ανεργίας όπως η Γερμανία, είναι ένα ολοένα αυξανόμενο ποσοστό νεόπτωχων εργαζόμενων που το εισόδημά τους δεν αρκεί για να βγουν από το φάσμα της φτώχειας. Με βάση τη νεοφιλελεύθερη αντίληψη, γίνεται αποδεκτή η γενίκευση της φτώχειας και αυτό που θα απασχολεί, είναι η ανακούφιση από την ακραία φτώχεια. Γι’ αυτό δεν αρκεί, τελικά, να βλέπουμε μόνο να ποσοτικά μεγέθη απασχόλησης αλλά και τα ποιοτικά της στοιχεία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η ανάπτυξη παραμένει ως οικονομική, και μόνο, μεγέθυνση, αν δεν έχει κοινωνικό πρόσημο.

Τι θα μπορούσε να γίνει θεσμικά για τον περιορισμό της ευελιξίας;
Αυτές οι μορφές εργασίας είναι θεσμοθετημένες στην ΕΕ και αναγνωρισμένες με κοινοτικές οδηγίες, άρα κανείς δεν μπορεί να παραβιάσει το κοινοτικό δίκαιο. Υπήρχαν και προ κρίσης, αλλά την περίοδο των μνημονίων στην Ελλάδα είχαμε αύξηση της «δοσολογίας» μέσω αλλεπάλληλων διατάξεων που ενίσχυσαν ακόμα περισσότερο την ευελιξία. Με βάση όσα υπογράφηκαν στο τρίτο μνημόνιο, αλλά με βάση της μεταμνημονιακές δεσμεύσεις, δεν μπορούν αυτά να αλλάξουν χωρίς την έγκριση των δανειστών. Οι «μεταρρυθμίσεις», όπως τις ονομάζουν, θα πρέπει να παραμείνουν ως δέσμευση και η «επιστροφή στο παρελθόν» στα θέματα της αγοράς εργασίας στιγματίζεται ως αντιαναπτυξιακή. Η πραγματικότητα είναι μια διαλυμένη αγορά εργασίας, με πολλές ταχύτητες εργασιακών σχέσεων.

Μία από τις επισφαλείς μορφές εργασίας είναι η ενοικίαση εργαζομένων και κυρίως οι εικονικές εργολαβίες. Τι θα έπρεπε να γίνει για τον περιορισμό του φαινομένου;
Και ο δανεισμός εργαζομένων εντάσσεται στο ενωσιακό δίκαιο. Μάλιστα, τα χρόνια της κρίσης πάρθηκαν μέτρα περαιτέρω ενίσχυσης αυτών των μορφών. Για παράδειγμα, το 2010, αυξήθηκε ο χρόνος από το 1 έτος στα 3 χρόνια ενοικίασης. Στη συνέχεια μειώθηκε στο μισό ο χρόνος ανανέωσης των συμβάσεων δανεισμού, ώστε οι ενοικιαζόμενοι να γίνονται πιο δύσκολα μόνιμοι, ενώ μειώθηκαν και οι περιορισμοί για την προσφυγή κάποιου εργοδότη στο δανεισμό προσωπικού. Απέναντι στις εικονικές εργολαβίες χρειάζεται η συστηματοποίηση των ελέγχων με την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, ώστε να ελεγχθεί τι είναι εργολαβία και τι υποκρυπτόμενη εργολαβία, προκειμένου να μην ισχύει ούτε αυτό το επισφαλές εργασιακό καθεστώς του ενοικιαζόμενων που είναι σχετικά ευνοϊκότερο από εκείνο των εργολαβιών!

Η παραταξιοποίηση των συνδικάτων

Όλα αυτά που συζητάμε θα ετίθεντο σε άλλη βάση, αν υπήρχε ένα καλά συγκροτημένο συνδικαλιστικό κίνημα, μακριά από την εικόνα της απαξιωμένης ΓΣΕΕ που βλέπουμε σήμερα…
Τα συνδικάτα είναι μία αναγκαιότητα ιδιαίτερα σήμερα, ακόμα κι αν είναι απαξιωμένα, ακόμα αν είναι κάτω από τις απαιτήσεις των καιρών. Θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνουν πολλά. Πρώτον, να εκπροσωπηθεί η συνεχώς αυξανόμενη κατηγορία εργαζομένων δεύτερης και τρίτης ταχύτητας, που δεν συμμετέχει στα συνδικάτα. Δεύτερο κρίσιμο ζήτημα, αυτό των συσχετισμών, καθώς σήμερα τα συνδικάτα αναπαράγουν ηγεσίες την ώρα που στελέχη τους δεν εμφανίζονται καν σε κινητοποιήσεις που οι ίδιοι τυπικά οργανώνουν. Οι διαλυτικές καταστάσεις που είδαμε στο συνέδριο της ΓΣΕΕ αφορούν όλες τις παρατάξεις, με την ευθύνη που αναλογεί στην καθεμία και τελικά η στόχευση ήταν απλά να γίνει το συνέδριο, ώστε να εκλεγεί μία διοίκηση και να περάσει σε δεύτερη μοίρα ο προγραμματισμός για το μέλλον. Πρέπει να μπει φρένο στην έντονη παραταξιοποίηση, στο ότι τα ίδια τα συνδικάτα δεν αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες να ελκύσουν εργαζόμενους από τις κατηγορίες που προαναφέραμε, να διεθνοποιήσουν τη δράση τους και να λειτουργήσουν με ένα χαρακτήρα γνήσιας συνδικαλιστικής κουλτούρας και όχι ως κομματικοί βραχίονες ή ως βήμα για πολιτική μεταπήδηση.

Δεν θα έπρεπε να κάνουν βήματα προς τη διαφάνεια (π.χ. μητρώο μελών) και την οργανωτική εξυγίανση (π.χ. μία ομοσπονδία για κάθε κλάδο);
Το να έχουμε μία ομοσπονδία σε κάθε κλάδο και ένα εργατικό κέντρο ανά νομό είναι απόφαση του οργανωτικού συνεδρίου του 1990 που επαναλήφθηκε το 2006, αλλά μετά από τόσα χρόνια το φαινόμενο του οργανωτικού πολυκερματισμού παραμένει. Προτάσσεται το παραταξιακό, ακόμα και το προσωπικό, συμφέρον, απέναντι στην αναγκαιότητα των καιρών, παρά το γεγονός ότι η ίδια η ΓΣΕΕ έχει πάρει ομόφωνες αποφάσεις για την οργανωτική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος. Αυτό από μόνο του δείχνει τη βαθιά κρίση που βιώνουν τα συνδικάτα. Αξίζει να προσθέσουμε ότι ο νόμος 1264, ένας πολύ προοδευτικός νόμος για την εποχή του (1982), θα μπορούσε να εκσυγχρονιστεί. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να υπάρξουν ρυθμίσεις που να δίνουν τη δυνατότητα να υπάρχει συνδικαλιστική εκπροσώπηση μέσα στις μικρές επιχειρήσεις, όταν είναι δεδομένο ότι το 98% των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα δεν έχουν στο εσωτερικό τους συνδικαλιστική εκπροσώπηση. Αυτό μεν αποθαρρύνει την ένταξη στα συνδικάτα και αφετέρου δεν υπάρχει το «μάτι» των συνδικάτων για τον έλεγχο της εργατικής νομοθεσίας και των ΣΣΕ. Θα μπορούσε ένας νόμος να δώσει τη δυνατότητα συνδικαλιστικής έκφρασης σε μία μικρή επιχείρηση μέσα από έναν εκπρόσωπο από το κλαδικό συνδικάτο, αλλά με την προστασία του νόμιμου εκπροσώπου. Το βλέπουμε σε άλλες χώρες: στις μικρές επιχειρήσεις υπάρχει συνδικαλιστικός εκπρόσωπος όταν δεν υπάρχει επιχειρησιακό συνδικάτο.

Το όραμα παραμένει η χειραφέτηση

Στην ιστορία του εργατικού κινήματος και ευρύτερα της Αριστεράς βασικό όραμα ήταν η απελευθέρωση από τη μισθωτή εργασία. Σήμερα, δεδομένης της διεύρυνσης των ανισοτήτων και των πιέσεων που ασκούν στην Ευρώπη οι αναδυόμενες οικονομίες, μοιάζει ουτοπικό ακόμα και το αίτημα για μείωση του εργάσιμου χρόνου. Τελικά, ποιο είναι το διακύβευμα σήμερα για τον κόσμο της εργασίας;
Το όραμα παραμένει η χειραφέτηση. Στις παρούσες συνθήκες όμως ένα τέτοιο σενάριο φαίνεται μακρινό. Με ποια έννοια; Η μείωση του χρόνου εργασίας, ένα διαχρονικό αίτημα της εργατικής τάξης, το οποίο έδωσε αποτελέσματα μέχρι και τη δεκαετία του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του ‘80 έχει έκτοτε «παγώσει». Μιλάμε για ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας, για διευθέτησή του με ελαστικά ωράρια για λόγους μείωσης του κόστους και όχι για μείωση του χρόνου εργασίας, διεκδίκηση που έχει βγει έξω από την ατζέντα των συνδικάτων. Δυστυχώς τα συνδικάτα και στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, έχουν υποχωρήσει στη λογική του κεφαλαίου περί ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και των επιχειρήσεων, αν και είναι ιδιαίτερα ώριμο το αίτημα της ριζικής μείωσης του χρόνου εργασίας, ξεκινώντας από χώρες που έχουν υψηλή παραγωγικότητα στον ευρωπαϊκό χώρο. Για παράδειγμα, εκτιμάται ότι ένα γερμανικό αυτοκίνητο παραγόταν το 1961 σε 41 ώρες, όσο δηλαδή ήταν τότε και ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας, ενώ σήμερα το ίδιο αυτοκίνητο παράγεται σε 6 ώρες. Αυτό σημαίνει ότι υπάρχει τεράστια απόσταση ανάμεσα στον εργάσιμο χρόνο, που έχει μειωθεί στις 35 ώρες την εβδομάδα, αν και έχει μειωθεί πάνω από 6 φορές ο χρόνος παραγωγή του προϊόντος. Άρα, υπάρχουν περιθώρια σημαντικής μείωσης του χρόνου εργασίας. Κάποια συνδικάτα στη Γερμανία έχουν δειλά ταχθεί υπέρ του 30ωρου με πλήρη απασχόληση και διατήρηση αποδοχών, αλλά γενικά η άποψη αυτή δεν ευνοείται από τους υπάρχοντες κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Από την άλλη, μπορώ να συμφωνήσω με την άποψη ότι ο τρόπος με τον οποίο γίνεται ο ανταγωνισμός, κυρίως από χώρες του τρίτου κόσμου, επηρεάζει την κατάσταση στην Ευρώπη. Όμως, οι νεοφιλελεύθεροι που επηρεάζονται από ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, γνωρίζουν πολύ καλά ότι και στην Ευρώπη οι μεγάλες επιχειρήσεις έχουν κάθε λόγο να επικαλούνται αυτήν την κατάσταση που υπάρχει στον τρίτο κόσμο, καθώς αυτές οι επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τις χώρες του τρίτου κόσμου για να παράγουν έστω με φασόν προϊόντα τους ή να μετεγκαθίστανται σε χώρες της περιφέρειας, προκειμένου να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Και να ασκούν πιέσεις προς τους εργαζόμενους των χωρών τους, ώστε να μη διεκδικούν την ενίσχυση των εργασιακών δικαιωμάτων. Ενώ, δηλαδή, η Ευρώπη επικαλείται τον «αθέμιτο» ανταγωνισμό που γίνεται από άλλες περιοχές του πλανήτη, δεν συμβάλει η ίδια στα παγκόσμια fora, ώστε η ελεύθερη διακίνηση των κεφαλαίων να συνοδεύεται από κοινωνικές, εργασιακές, οικολογικές ρήτρες, ώστε όσοι επενδύουν σε χώρες του τρίτου κόσμου με ανύπαρκτα εργασιακά δικαιώματα να σέβονται τις διεθνείς συμβάσεις εργασίας. Αυτό είναι ένα έλλειμμα που έχει να κάνει με την πολιτική όσων διοικούν την Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Στο τέλος της ημέρας, το ζήτημα της αναβάθμισης της εργασίας θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα κοινωνικών διεργασιών και αλλαγής των συσχετισμών τόσο σε εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η εργασία, που πάντα είναι ο βασικός παραγωγός του πλούτου, έχει πληγεί μαζί με τα κοινωνικά δικαιώματα υπό το νεοφιλελεύθερο δόγμα, το οποίο πριν την επιβολή οποιωνδήποτε μέτρων δημιούργησε ένα νέο πολιτισμό, ένα νέο τρόπο σκέψης, τον οποίο η κοινωνία ενστερνίστηκε, με αποτέλεσμα οι αντιδράσεις στην επίθεση κατά των κοινωνικών και εργατικών δικαιωμάτων να μην είναι ισχυρές. Θα ήταν αδιανόητο πριν από 30 χρόνια να έχουν συμβεί όσα συμβαίνουν σήμερα σχεδόν αναίμακτα. Ένα σημαντικό πρόταγμα σήμερα πρέπει να είναι η «αποκωδικοποίηση» του νεοφιλελεύθερου δόγματος και η αποδόμηση του ατομοκεντρικού μοντέλου. Μην ξεχνάμε ότι ιστορικά μόνο με συλλογικούς όρους έχει βαδίσει μπροστά η κοινωνία.