Η Ευρώπη μεταξύ εθνικισμού και νεοφιλελευθερισμού

Συνέντευξη με τον καθηγητή πολιτικής φιλοσοφίας, Σάντρο Μετζάντρα*

Την παραμονή των ευρωεκλογών, η πορεία ολοκλήρωσης μοιάζει να έχει μπει σε μια φάση στασιμότητας που χαρακτηρίζεται από την κρίση του νεοφιλελεύθερου management και από την ανάδυση των νέων εθνικισμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η οικοδόμηση ενός ευρωπαϊκού χώρου για τους κοινωνικούς αγώνες εξακολουθεί να είναι μια θεμελιώδης ανάγκη για τα κοινωνικά κινήματα.

Τη συνέντευξη πήρε η Βανέσα Μπιλαντσέτι

Φθάνουμε σ’ αυτές τις ευρωεκλογές μετά από δέκα χρόνια οικονομικής κρίσης, η φτώχια διευρύνεται παντού, ακόμη και με άνισο τρόπο μεταξύ των κρατών μελών και των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Αν η ψήφος του 2014 ήταν μια ψήφος για τις πολιτικές λιτότητας, που επιβεβαίωσε τα δύο μεγάλα κόμματα που έδωσαν ζωή στο ευρωπαϊκό σχέδιο, η λέξη κλειδί αυτών των εκλογών είναι κυριαρχισμός. Αυτή έγινε η λέξη μέσα από την οποία οι ευρωπαϊκοί θεσμοί είναι σε θέση να παρακάμψουν όλες τις κοινωνικές επιπτώσεις των οικονομικών πολιτικών των τελευταίων δέκα χρόνων και να κρύψουν τις δικές τους ευθύνες στις μεταναστευτικές πολιτικές. Τι γνώμη έχεις γι’ αυτά;
Για να κατανοήσουμε τι είναι αυτό που ονομάζουμε κυριαρχισμό, δηλαδή μια περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστική μορφή εθνικισμού, είναι απαραίτητο να δούμε και έξω από την Ευρώπη, δηλαδή από τη συγκυρία που βιώνουμε, και ταυτόχρονα να εξακολουθήσουμε να έχουμε υπόψη μας την κρίση που άρχισε το 2007/8. Πράγματι, ο κυριαρχισμός, του οποίου βλέπουμε παραδείγματα στην Ευρώπη ή στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και στην Ινδία, με διαφορετικές μορφές και στην Κίνα, πρέπει να εννοείται ως μια απάντηση στην κληρονομιά της μακράς περιόδου κρίσης, δηλαδή στην ανικανότητα του νεοφιλελευθερισμού να κρατήσει ενωμένη την κοινωνία. Ο κυριαρχισμός εμφανίζεται ως ένα συμπλήρωμα του νεοφιλελευθερισμού, δεν τον θέτει υπό συζήτηση αλλά τον συμπληρώνει με ένα στοιχείο αυταρχισμού, σε επίπεδο τόσο ρητορικό όσο και πολιτικό.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το συνολικό πλαίσιο, μπορούμε να δούμε τον κυριαρχισμό στην Ευρώπη από διάφορες απόψεις: περιορίζομαι να επιλέξω δύο που είναι για μένα οι σημαντικότερες. Η πρώτη είναι το αποτέλεσμα της βίαιης σκλήρυνσης των κοινωνικών σχέσεων, που προκαλεί ο κυριαρχισμός. Οι πρώτοι που πληρώνουν το αντίτιμο αυτής της σκλήρυνσης είναι οι μετανάστες, οι γυναίκες και οι νέοι. Υπάρχει ένα ισχυρότατο φαινόμενο κοινωνικής πειθάρχησης που πλήττει με πολύ βίαιο τρόπο αυτά τα υποκείμενα, τα οποία, κατά τα άλλα, είναι τα μόνα από τα οποία μπορεί να προέλθει μια ανανέωση της Ευρώπης, όχι μόνο υπό τη ριζοσπαστική έννοια που έχουμε στην καρδιά μας, αλλά και υπό γενικότερη έννοια, ένα μέλλον για την Ευρώπη.
Δεύτερο σημείο: αυτή τη στιγμή η αύξηση του κυριαρχισμού είναι σύμπτωμα και αιτία της παρακμής της Ευρώπης. Ο κόσμος αναδιοργανώνεται, με τρόπο λιγότερο ή περισσότερο συγκρουσιακό, γύρω από τους μεγάλους ηπειρωτικούς χώρους, οι παράγοντες που μετράνε στην παγκόσμια πολιτική –από τις Ηνωμένες Πολιτείες έως την Κίνα, από τη Ρωσία έως την Ινδία– είναι μεγάλοι υποηπειρωτικοί χώροι, όχι μικρά έθνη σαν τα ευρωπαϊκά. Το να φαντάζεται κανείς ότι μέσα σ’ αυτό το παγκόσμιο σύστημα υπάρχει χώρος για την κυρίαρχη Ιταλία είναι ειλικρινά γελοίο, η κυρίαρχη Ιταλία δεν θα έχει ποτέ την ικανότητα να πάει σε ισότιμες διαπραγματεύσεις με την Κίνα: είναι μια κοινοτυπία, αλλά πίσω από αυτή την κοινοτυπία υπάρχει ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα, το μέλλον της Ευρώπης. Το μέλλον της Ευρώπης δύσκολα μπορεί να είναι πρωταγωνιστικό χωρίς μια εκ νέου προώθηση της ολοκλήρωσης, χωρίς ένα ποιοτικό άλμα στη διαδικασία ολοκλήρωσης, ακριβώς εκείνο ενάντια στο οποίο συμπαρατάσσονται οι κυριαρχισμοί κάθε είδους, από τα δεξιά έως τα αριστερά.
Αυτό δεν είναι ένα πρόβλημα που είναι δυνατό να διαχωριστεί εντελώς από το πρώτο, δηλαδή από την επίθεση ενάντια στους μετανάστες, τις γυναίκες και τους νέους, τα δύο πράγματα συνδέονται, γιατί οι χώροι ελευθερίας και δυνητικής σύγκρουσης, που μας προτείνει ο κυριαρχισμός, είναι χώροι εξαιρετικά συμπιεσμένοι, χώροι που αντιστέκονται. Γι’ αυτό θα έπρεπε να μας ενδιαφέρει ένα ποιοτικό άλμα (πράγμα που σημαίνει μια αλλαγή κατεύθυνσης, φυσικά) στη διαδικασία ολοκλήρωσης, γιατί θα έπρεπε να είναι ένα ποιοτικό άλμα όχι μόνο στους χώρους πολιτικής δράσης για τα κινήματα, αλλά, με πολύ πιο γενική έννοια, και στους χώρους διεκδίκησης της ευημερίας και του πλούτου.

Στη δημόσια πολιτική αντιπαράθεση τείνουμε να θέτουμε το κράτος απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Μήπως όμως δεν είναι ακριβώς έτσι; Για παράδειγμα, στην περίπτωση των μεταναστευτικών πολιτικών τα κράτη βρίσκονται απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς; 
Αντίθετα με αυτό που μπορεί να πιστεύει κανείς και με αυτό που οι κυριαρχισμοί, δεξιοί και αριστεροί, αφήνουν να εννοηθεί, η ιστορία της διαδικασίας ολοκλήρωσης μάς δείχνει ότι από τη δεκαετία του ’60 η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ήταν το πλαίσιο μέσα στο οποίο ανοικοδομήθηκαν και αναπαράχθηκαν τα κράτη. Δεν υπάρχει ένα παιχνίδι με άθροισμα μηδέν μεταξύ ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και λειτουργιών των εθνικών κρατών, τα κράτη υποτίθεται ότι έχασαν ακόμη περισσότερη κυριαρχία από όση έχασαν στην πραγματικότητα. Αυτό το ερμηνευτικό σχήμα, δηλαδή ένα παιχνίδι που δεν έχει άθροισμα μηδέν, ισχύει και σήμερα για να αναγνωσθεί η σχέση μεταξύ κρατών και ευρωπαϊκών θεσμών.
Δεύτερο σημείο, τα τελευταία δέκα χρόνια, ιδιαίτερα όσον αφορά την κρίση και τη διαχείριση της κρίσης, αυτό το double bind έλαβε ουσιαστικά παθολογικά χαρακτηριστικά και έθεσε τους όρους για την αμοιβαία τροφοδότηση μεταξύ νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της ευρωπαϊκής κρίσης και αύξησης των λεγόμενων λαϊκισμών και εθνικισμών στα κράτη μέλη.
Τρίτο και τελευταίο σημείο, οι μεταναστευτικές πολιτικές: αν δούμε την ιστορία τους στην Ευρώπη τα τελευταία είκοσι χρόνια, πρέπει να διαψεύσουμε έναν άλλο κοινό τόπο, την ιδέα, δηλαδή, ότι τις μεταναστευτικές πολιτικές τις φτιάχνουν τα κράτη. Στην Ευρώπη αυτό δεν συνέβη τα τελευταία είκοσι χρόνια, αρχής γενομένης ακριβώς από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι πολιτικές διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων έθεσαν πολύ συγκεκριμένα όρια στη δράση των κρατών μελών, καθορίζοντας το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι μεταναστευτικές πολιτικές των κρατών.
Κάνοντας μια υπεραπλούστευση, αυτό λειτούργησε μέχρι το 2011, δηλαδή μέχρι τη λεγόμενη αραβική άνοιξη. Το 2011, με την επανάσταση στην Τυνησία, που την ακολούθησε αμέσως ένα κίνημα μαζικής φυγής από εκείνη τη χώρα, διέρρηξε ένα σημαντικό δίχτυ του καθεστώτος ευρωπαϊκού ελέγχου, που δεν έχει ακόμη κλείσει. Βέβαια, υπάρχουν στιγμές δραματικής επιτάχυνσης αυτής της κρίσης, ο βομβαρδισμός της Λιβύης το 2011, η αρχή του εμφυλίου πολέμου στη Συρία το 2012, και μετά αυτό που ονομάζουμε μακρύ μεταναστευτικό καλοκαίρι του 2015, το οποίο, από την άποψη των πρακτικών κινητικότητας των μεταναστών ήταν μια ριζική πρόκληση απέναντι στο καθεστώς ελέγχου των συνόρων.
Ερχόμαστε μετά στη συμφωνία μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας, που είναι μια προσπάθεια να αποκατασταθεί εκείνο το καθεστώς ελέγχου των συνόρων που είχαμε γνωρίσει πριν το 2011. Σε εκείνο το καθεστώς διαχείρισης των συνόρων, η Ευρώπη δεν στόχευε με ευθύγραμμο και απλό τρόπο στην κατασκευή των τειχών ενός φρουρίου, αλλά μάλλον προσπαθούσε να ορίσει ένα σύστημα φίλτρων και φραγμάτων, μιλώντας μεταφορικά. Ο στόχος δηλαδή ήταν η διαχείριση με διαφοροποιημένο τρόπο της εισόδου των μεταναστών στον ευρωπαϊκό χώρο, που ήταν αναγκαία για το οικονομικό σύστημα λόγω δημογραφικών αιτίων.
Η εντύπωσή μου είναι ότι μετά το 2015 και μετά τη συμφωνία με την Τουρκία, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί θέλησαν να ανασυστήσουν εκείνο το είδος καθεστώτος ελέγχου των συνόρων, και ότι πάνω σ’ αυτό βρέθηκαν σε μια θέση σύγκρουσης με μερικές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, μεταξύ των οποίαν και η ιταλική. Άρα, πιστεύω ότι υπάρχει μια ένταση μεταξύ των ευρωπαϊκών πολιτικών που είναι κλασικά νεοφιλελεύθερες πολιτικές διαχείρισης της μετανάστευσης, οι οποίες θέλουν τη μετανάστευση στη βάση του «ανθρώπινου κεφαλαίου» που φέρνουν οι μετανάστες, και πολιτικών ανοιχτά εθνικιστικών όπως του Σαλβίνι, του Ορμπάν και άλλων εθνικιστών (ή «κυριαρχιστών») ευρωπαίων ηγετών. Είναι μια ένταση που παρήγε μια στασιμότητα, που είναι αναγκαίο να λάβουμε υπόψη μας.

Στο άρθρο που έγραψες με τον Μόρις Στιρλ γράφεις ότι στη Μεσόγειο «βλέπουμε έναν δυϊσμό χωρίς προηγούμενο στην εκπροσώπηση της ισχύος και της ελευθερίας». Ενώ πριν μιλούσαμε για «εξανθρωπισμό» των συνόρων, τώρα παρατηρούμε μια βαθιά απανθρωπιά και μια στυγνή βία, που η Ευρώπη δεν μπορεί, ή δεν θέλει πια να κρύψει». Τι εννοείς; 
Όποιος δούλεψε, σαν και μένα, πάνω στο ζήτημα των συνόρων, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο, άρχισε, ήδη στα πρώτα χρόνια του δύο χιλιάδες, να μιλάει για ενσωμάτωση του ανθρωπιστικού θέματος μέσα στο καθεστώς ελέγχου των συνόρων. Αυτό δεν σήμαινε να εκφράσουμε μια κρίση που δεν λαμβάνει υπόψη της τους τόσους εθελοντές και εθελόντριες που αγωνίζονται μέσα στις ΜΚΟ, περισσότερο στόχευε στο να επιτύχει μια ποιοτική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο γινόταν η διαχείριση των συνόρων από την άποψη των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις, κατά κάποιον τρόπο, εκπροσωπούσαν στο εσωτερικό του καθεστώτος ελέγχου των συνόρων, τα ανθρώπινα δικαιώματα, που έγιναν έτσι ένα εσωτερικό στοιχείο αυτής της διαχείρισης, που σε κάποιες περιπτώσεις είναι σε θέση να ανοίξει μια σειρά από αντιθέσεις και χώρους δράσης. Αυτό ήταν ένα σημαντικό και συστατικό στοιχείο της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης των συνόρων. Ένα ευέλικτο σύστημα, μια τάση προσανατολισμένη στη διαφοροποίηση των καταστάσεων: για να περιγράψουμε αυτό το καθεστώς ελέγχου των συνόρων είχαμε, πράγματι, εισάγει την κατηγορία της διαφοροποιημένης και ιεραρχικής ένταξης.
Πριν από κάποιο καιρό, στην Ιταλία, ο Μινίτι είχε προλάβει τον Σαλβίνι σε αυτόν τον τομέα. Έτσι σήμερα βρισκόμαστε σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, στην οποία η ανθρωπιστική παρέμβαση τείνει να ποινικοποιείται, και πολλαπλασιάζονται τα αδικήματα αλληλεγγύης στη θάλασσα και στη στεριά. Το πρόβλημα μετατοπίζεται, και πρέπει να αλλάξει ο τρόπος κατηγοριοποίησης της ανθρωπιστικής παρέμβασης.
Αυτός ο μετασχηματισμός, επίσης, δεν αφορά μόνο την Ιταλία ή την Ευρώπη, από την εγκύκλιο του δημάρχου του Βεντιμίλια που απαγόρευε να δοθεί νερό στους μετανάστες, ως τις αποφάσεις ενάντια στην κολεκτίβα No More Deaths στην Αριζόνα, ως τη δυτική Βεγγάλη όπου γίνονται επιθέσεις κατά των ΜΚΟ που δουλεύουν με τους Ροχίνγια, τους μουσουλμάνους πρόσφυγες που έρχονται από τη Βιρμανία. Αυτή η ποινικοποίηση της ανθρωπιστικής παρέμβασης είναι κομμάτι εκείνης της παγκόσμιας συγκυρίας για την οποία μιλούσα στην αρχή και η οποία μας καλεί σε έναν αγώνα σαν αυτόν που πολλοί και πολλές κάνουμε μέσα από το πρόγραμμα Mediterranea.

Οικονομική- χρηματοπιστωτική κρίση, μεταναστευτική κρίση, περιβαλλοντική κρίση, τι απομένει σήμερα στον ευρωπαϊκό χώρο, ακόμη και ως χώρος διέλευσης για τα κοινωνικά κινήματα; Σε μια στιγμή, μάλιστα, κατά την οποία φαίνεται ότι το φεμινιστικό κίνημα είναι ήδη διεθνικό, δηλαδή πέρα από τον ευρωπαϊκό χώρο, ενώ το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων δεν κατορθώνει να βγει από τα εθνικά σύνορα;
Νομίζω ότι πρέπει να υπάρχει ένας ευρωπαϊκός χώρος των κινημάτων, και, αν δεν υπάρχει, πρέπει να οικοδομηθεί εκ νέου, διαφορετικά είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε αυτό το ποιοτικό άλμα στο έδαφος της ολοκλήρωσης για την οποία μιλούσα προηγουμένως. Το ερώτημα, όμως, αποτυπώνει πολύ καλά τη δυσκολία αυτού του καθήκοντος. Από τη μια πλευρά, σήμερα στην Ευρώπη εξακολουθεί να υπάρχει μια κυκλοφορία συμπεριφορών, φαντασιακού, επιθυμιών, που χαρακτηρίζουν τον ευρωπαϊκό χώρο. Από την άλλη, δεν υπάρχει μια σταθεροποίηση χώρων πολιτικής πρωτοβουλίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όπως συνέβη στο παρελθόν με θέματα σαν την ανεργία, με τις πορείες στα τέλη της δεκαετίας του ‘90, με τη μετανάστευση, τον ακτιβισμό μέσω των μίντια, ή πιο πρόσφατα την εκστρατεία αλληλεγγύης με την Ελλάδα, ή το Blockupy. Αυτό το είδος πρωτοβουλιών σήμερα δεν υπάρχουν, και θα πρέπει να αναρωτηθούμε επίσης μήπως είναι αναγκαίο να κάνουμε έναν απολογισμό για το τι αντιπροσώπευσαν και τι πέτυχαν αυτές οι πρωτοβουλίες τα προηγούμενα χρόνια, για να εντοπίσουμε τα όριά τους. Όμως, για να κάνουμε έναν κριτικό απολογισμό χρειάζεται ένας ευρωπαϊκός χώρος και σήμερα λείπει κι αυτό.
Τα Κίτρινα Γιλέκα αναφέρονται ένα τυπικά γαλλικό πρόβλημα, σε κινήματα που επιμένουν στο κοινωνικό μοντέλο και στη φορολογία και παραμένουν μέσα στον εθνικό χώρο, όπως είχε συμβεί πριν από λίγα χρόνια με το κίνημα ενάντια στον εργασιακό νόμο. Από μια άποψη, μπορούμε να δούμε τον τρόπο με τον οποίο αυτές οι κινηματικές εμπειρίες αντανακλώνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καλώντας ακτιβιστές και ακτιβίστριες από άλλες χώρες. Από την άλλη, κινητοποιήσεις αυτού του είδους, σε μια σημαντική χώρα σαν τη Γαλλία, μπορεί να έχουν επιδράσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο, λόγω του φαινόμενου ντόμινο που είναι πιθανό να προκαλέσουν. Μια ριζική αλλαγή των δημοσιονομικών πολιτικών στη Γαλλία που θα την επέβαλε το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων, θα είχε ένα τεράστιο αντίκτυπο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Είναι αλήθεια ότι στη συζήτηση του φεμινιστικού κινήματος η ευρωπαϊκή διάσταση δεν είναι αισθητή ως κεντρική, ενώ συχνά γίνεται επίκληση της διεθνικής και παγκόσμιας διάστασης του κινήματος. Μια ενίσχυση των δεσμών μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο, ιδιαίτερα ανάμεσα σ’ εκείνες τις χώρες όπου το κίνημα είναι δυνατότερο, πρώτα απ’ όλα στην Ιταλία και στην Ισπανία, είναι πιθανό να είναι χρήσιμη τόσο για την ευρωπαϊκή πολιτική, όσο και για να ενισχυθεί και να γίνει συγκεκριμένη αυτή η συζήτηση για τη διεθνική διάσταση του φεμινιστικού κινήματος. Θα μπορούσε επίσης να λειτουργήσει ως βάση για να πληθύνουν και να σταθεροποιηθούν οι σχέσεις με άλλους χώρους εκτός Ευρώπης, αρχής γενομένης από τη Λατινική Αμερική.
Είναι σαφές ότι δεν απαντάω με ικανοποιητικό τρόπο στην ερώτηση, γιατί είναι πολύ δύσκολο να το κάνω, παρά μόνο υπό γενικούς όρους, επιβεβαιώνοντας την αναγκαιότητα αυτού του ευρωπαϊκού χώρου. Θα ήθελα να διευκρινίσω ότι ευρωπαϊκός χώρος δεν σημαίνει απλά δίκτυο ευρωπαίων ακτιβιστών ή επικάλυψη σε διευρυμένη κλίμακα του εθνικού χώρου. Αντίθετα, υπάρχει αναγκαιότητα ενός ευρύτερου χώρου. Γι’ αυτό νομίζω ότι είναι θεμελιώδες να εξακολουθήσουμε να εργαζόμαστε πάνω στις συμπεριφορές, στην κυκλοφορία του φαντασιακού, στα μεμονωμένα κινήματα, προσπαθώντας να προβλέψουμε και, αν είναι δυνατό, να γνωρίσουμε εκ των προτέρων τους τρόπους με τους οποίους αυτά τα κινήματα μπορούν να μπουν δυναμικά μέσα στον ευρωπαϊκό χώρο.

Μετάφραση από το Dinamo Press: Τόνια Τσίτσοβιτς

* Ο Σάντρο Μετζάντρα είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και από τους κυριότερους σήμερα συνεχιστές της παράδοσης του ιταλικού εργατισμού και της μετα-αυτονομίας.