Συνέντευξη με τον Κερέμ Οκτέμ

slc_9711

 

Με τον Ερντογάν να προσπαθεί με κάθε τρόπο να δυναμιτίσει το κλίμα, η Τουρκία οδεύει προς το δημοψήφισμα της 16ης Απριλίου. Ο τούρκος καθηγητής Κερέμ Οκτέμ, που διδάσκει πολιτική της Νοτιοανατολικής Ευρώπης και της Σύγχρονης Τουρκίας στο Πανεπιστήμιο του Γκρατς, μιλάει στην «Εποχή» για τις αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις του Ερντογάν, την στάση της Ευρώπης, και την επόμενη μέρα.

 

Την συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

 

Είναι πολύ δύσκολο να δούμε αυτό το δημοψήφισμα ως δημοκρατικό

 

-Πως βλέπεις το πολιτικό σκηνικό μια εβδομάδα πριν το δημοψήφισμα;

-Έχουμε ένα εξαιρετικά πολωμένο πολιτικό τοπίο, με την κυβέρνηση του ΑΚΡ να χρησιμοποιεί όλες τις δυνατότητες του κράτους για να προωθήσει το «Ναι». Επίσημα το «Ναι» είναι για τις συνταγματικές αλλαγές που επιτρέπουν μια ισχυρότερη προεδρία, ωστόσο στην πραγματικότητα πρόκειται για την νομιμοποίηση μιας ντε φάκτο κατάστασης: ενός υπερ-προεδρικού συστήματος χωρίς ελέγχους και ισορροπίες, με ένα πολύ ασθενές κοινοβούλιο, και χωρίς καμία σημαντική θέση για την αντιπολίτευση. Για τους αντιπάλους του Ερντογάν αυτό που είναι σαφές είναι η κατάργηση της δημοκρατίας, αφού δεν υπάρχει πεδίο ίσης αντιμετώπισης. Οι ακτιβιστές του «Όχι» αποκλείονται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ, και παρενοχλούνται από τους υποστηρικτές της κυβέρνησης. Οι περισσότεροι δήμαρχοι και πολλά μέλη του κοινοβουλίου του φιλοκουρδικού αριστερού HDP είναι στη φυλακή. Ακόμη και οι εκπρόσωποι του HDP σε ατομικά εκλογικά τμήματα αντιμετωπίζουν νομικές κατηγορίες, για να μην είναι παρόντες στο εκλογικό κέντρο την ημέρα του δημοψηφίσματος. Αυτό ανοίγει την απειλή της νοθείας και της χειραγώγησης, ιδιαίτερα στις κουρδικές νοτιοανατολικές περιοχές. Επομένως, δεν είναι μόνο μια βαθιά πολωμένη κατάσταση, είναι επίσης και πολύ δύσκολο να δούμε αυτό το δημοψήφισμα ως δημοκρατικό.

-Πως ερμηνεύεις το γεγονός ότι οι ευρωπαίοι ηγέτες δεν αποδοκιμάζουν τον Ερντογάν για τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα γίνει το δημοψήφισμα; Οι ίδιοι σε άλλες περιπτώσεις, για παράδειγμα όταν μιλούν για τον Μαντούρο στη Βενεζουέλα, τον Ορμπάν στην Ουγγαρία, ή ακόμα και για τον Πούτιν, χρησιμοποιούν πολύ πιο σκληρή γλώσσα.

-Πιστεύω ότι η σχετική σιωπή της Ευρώπης οφείλεται σε μια ρεαλιστική πολιτική εκ μέρους της, αλλά και λόγω της ανησυχίας της για τη βιωσιμότητα της Τουρκίας υπό τον Ερντογάν. Γνωρίζουμε ότι ο φόβος των προσφύγων είναι πραγματικός, και ο φόβος για την άνοδο των λαϊκιστών που εκμεταλλεύονται αυτό το γεγονός είναι πραγματικός επίσης. Η Μέρκελ και οι άλλοι ευρωπαίοι ηγέτες είναι έτοιμοι να κάνουν τα στραβά μάτια, για όσο διάστημα η Τουρκία τηρεί την αρρωστημένη συμφωνία για τους πρόσφυγες. Συγχρόνως, υπάρχει και μια μεγάλη ανησυχία ότι η Τουρκία μπορεί να εκραγεί πολιτικά και οικονομικά. Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας έκρηξης θα είχαν χειρότερες συνέπειες από την προσφυγική κρίση του 2015. Υποθέτω ότι αυτός είναι ο λόγος που πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες κρατούν την ανάσα τους. Τα μέλη της κυβέρνησης του ΑΚΡ έχουν προσπαθήσει πολύ σκληρά για να προκαλέσουν τις αντιδράσεις των ηγετών της Ευρώπης, ώστε στην συνέχεια να χτυπήσουν τα εθνικιστικά τύμπανα στο εσωτερικό. Αλλά με εξαίρεση μερικούς πιο ευερέθιστους πολιτικούς, όπως ο υπουργός εξωτερικών της Αυστρίας Σεμπάστιαν Κουρτζ, στις απαντήσεις τους κρατούν χαμηλούς τόνους ακριβώς λόγω αυτού του μείγματος της ρεαλιστικής πολιτικής και της πραγματικής ανησυχίας για την αποτυχία του πολιτεύματος στην Τουρκία. Όσο για τις ΗΠΑ, έχω την αίσθηση ότι ο Τραμπ δεν έχει αποφασίσει ακόμα σχετικά με τις μελλοντικές σχέσεις του με την Τουρκία, αλλά οι σχέσεις είναι φορτισμένες.

-Γιατί ο Ερντογάν δυσκολεύεται να κερδίσει το δημοψήφισμα; Είναι τόσο μεγάλη η λαϊκή δυσαρέσκεια που υπάρχει;

-Αν είχαν εξασφαλίσει δημοκρατικές συνθήκες και επέτρεπαν στο στρατόπεδο του «Όχι» να κάνει  ελεύθερα την εκστρατεία του, το αποτέλεσμα θα ήταν σίγουρα ένα ισχυρό και ηχηρό «Όχι». Οι αρχικές επιτυχίες της κυβέρνησης του ΑΚΡ έχουν ξεχαστεί, και η εικόνα της παγκόσμιας αξιοπρέπειας έχει χαθεί. Ο Ερντογάν έχει γίνει ο ισχυρός άνδρας της χώρας αλλά τώρα οδηγεί ουσιαστικά μια κυβέρνηση που τρέχει από αποτυχία σε αποτυχία, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό. Η οικονομική κρίση βαθαίνει, και πολλοί που είχαν ψηφίσει το ΑΚΡ για να εξασφαλίσουν οικονομική πρόοδο και πολιτική σταθερότητα, σήμερα έχουν την αίσθηση ότι ένα μονοκομματικό καθεστώς υπό τον Ερντογάν δεν θα πετύχει σε αυτό. Ακόμη και στο εσωτερικό του κόμματός του, είναι πολλά τα μέλη που εξετάζουν το ενδεχόμενο να ψηφίσουν το «Όχι». Έτσι ο Ερντογάν και η ομάδα της εκστρατείας του χρησιμοποιούν μια πολύ επιθετική και φιλοπόλεμη γλώσσα, για να εξασφαλίσουν την υποστήριξη των συντηρητικών θρησκευτικών κύκλων που αποτελούν τον πυρήνα της εκλογικής δύναμης του ΑΚΡ. Με τέτοια γλώσσα όμως κινδυνεύουν να χάσουν τους πιο πραγματιστές ψηφοφόρους.

-Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε μια ένταση στις σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση. Θεωρείς ότι είναι τεχνητή λόγω του δημοψηφίσματος, ή είναι κομμάτι ενός γενικότερου πολιτικού σχεδίου του Ερντογάν;

-Είναι και τα δύο. Ο Ερντογάν προέρχεται από την επικρατούσα ισλαμιστική τάση της Τουρκίας, μια πολιτική παράδοση που είναι ιδεολογικά και παραδειγματικά αντι-δυτική. Κατά την τελευταία δεκαετία ρεαλιστική πολιτική σήμαινε μια θετική σχέση με την Ευρώπη και ιδιαίτερα με τις ΗΠΑ, οι οποίες  συνολικά ήταν πολύ υποστηρικτικές προς την Τουρκία μέχρι πρόσφατα. Αλλά η αντι-δυτική ισλαμιστική αναφορά ήταν πάντα παρούσα. Η αλλαγή στάσης απέναντι στη Δύση έχει τις ρίζες της σε αυτό το ιδεολογικό υπόβαθρο, όμως εντείνεται από την σημερινή ρεαλιστική πολιτική και την ανάγκη δημιουργίας εχθρών στο εξωτερικό, προκειμένου να ελέγχουν τους ανθρώπους στο εσωτερικό της χώρας. Οι ομιλίες/εκστρατείες στην Ολλανδία και την Γερμανία ήταν περισσότερο μια πρόκληση για να κάνουν τους ευρωπαίους πολιτικούς να επιτεθούν στην Τουρκία, και στην συνέχεια να δημιουργηθεί μια εθνικιστική οργή στο εσωτερικό. Αυτή η τακτική είχε κάποιο αποτέλεσμα, και θα μπορούσε να αυξήσει την υποστήριξη προς το AKP στο δημοψήφισμα. Πρόκειται για μια προσέγγιση που είναι προσηλωμένη σε μια βραχυπρόθεσμη προοπτική, αλλά οι αρνητικές επιπτώσεις της για τις σχέσεις με την Ευρώπη θα είναι έντονες.

-Τι θεωρείς ότι θα σημάνει για την τουρκική Αριστερά και τις δημοκρατικές δυνάμεις της Τουρκίας η νίκη του «Όχι»;

-Είτε νικήσει το «Ναι» είτε το «Όχι», θα δούμε την εμβάθυνση της πολιτικής και οικονομικής κρίσης. Ένα «Όχι» σίγουρα θα ενδυναμώσει την Αριστερά, το κουρδικό κίνημα, και εκείνους που αντιτίθενται στην κυβέρνηση του ΑΚΡ. Θα έρθει ως ένα χαστούκι στο πρόσωπο του Ερντογάν. Θα μπορούσε επίσης να σκληρύνει το AKP και τον Ερντογάν, που φοβούνται να χάσουν την εξουσία και να αντιμετωπίσουν κατηγορίες για διαφθορά. Και οι δύο τους έχουν παραιτηθεί από τους βασικούς κανόνες της δημοκρατίας, και πιστεύουν ότι έχουν επιλεγεί για να οδηγήσουν τον τουρκικό λαό σε ένα νέο ισλαμικό μέλλον. Το αν θα επιτρέψουν ένα αποτέλεσμα υπέρ του «Όχι» αμφισβητείται από την πρώτη στιγμή.

-Σε περίπτωση επικράτησης του «Ναι» θα μπορούσε αυτό να οδηγήσει στην προκήρυξη πρόωρων εκλογών; Έχει λόγους ο Ερντογάν για να κάνει σήμερα εκλογές;

-Μια νίκη του «Ναι» θα μπορούσε αρχικά να ενδυναμώσει τον Ερντογάν και το ΑΚΡ, και να επιταχύνει την μετατόπιση της χώρας προς την δικτατορία. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο οι διεθνείς αγορές θα μπορούσαν ακόμη και να ανταποκριθούν θετικά, δεδομένου ότι το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν ενδιαφέρεται για την δημοκρατία αλλά για τη σταθερότητα. Ωστόσο, μεσοπρόθεσμα το «Ναι» δεν θα φέρει σταθερότητα. Ούτε οι εκλογές θα έφερναν σταθερότητα, αφού διεξάγονται υπό εξαιρετικά αντιδημοκρατικές συνθήκες. Η Τουρκία στον 21ο αιώνα είναι πολύ μεγάλη, πάρα πολύ σύνθετη, και πολύ προηγμένη ως κοινωνία για να κυβερνιέται από μια δικτατορία. Αλλά όποια και αν είναι η έκβαση αυτού του δημοψηφίσματος, στο τέλος θα ακολουθήσει ένας μακρύς και επίπονος δρόμος πριν ο τουρκικός λαός απολαύσει ένα ουσιαστικά δημοκρατικό καθεστώς με μια ισχυρή αριστερή εναλλακτική λύση.