Συνέντευξη με τον Κώστα Μελά, οικονομολόγο

Κρίσιμος παράγοντας η επανεκκίνηση της οικονομίας

melas1

Τη συνέντευξη πήρε
ο Παύλος Κλαυδιανός

Ένα στοιχείο της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ αυτή την εβδομάδα άναψε τη συζήτηση για την πορεία της οικονομίας. Πώς το αξιολογείς εσύ;
Οι πρώτες εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, δεν συμπεριλαμβάνουν πολλά στοιχεία με αποτέλεσμα να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Όσο ενσωματώνονται περισσότερα στοιχεία τόσο πλησιάζουμε στην πραγματικότητα. Θα λεγα, ακόμη και τώρα θα πρέπει να περιμένουμε τα ολοκληρωμένα στοιχεία τον Απρίλιο. Ποια είναι, όμως, η ουσία; Η ουσία είναι ότι σε αντίθεση με τις πρώτες προβλέψεις της ΕΛΣΤΑΤ, με τις δεύτερες, είχαμε μία χειροτέρευση της εξέλιξης των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών της οικονομίας. Όμως, σύμφωνα με τα στοιχεία τεσσάρων τριμήνων συνολικά για το 2016, και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία, το ΑΕΠ φαίνεται να είναι στάσιμο, γύρω στο 0%. Με τι πρέπει να το συγκρίνουμε; Όχι με τις προσωρινές προβλέψεις της στατιστικής υπηρεσίας, αλλά με τις αρχικές προβλέψεις για το 2016 που συμπεριλαμβάνει ο προϋπολογισμός και το πρόγραμμα, δηλαδή μείωση 0,3% του ΑΕΠ. Σημασία, λοιπόν, έχει να δούμε τι έχουμε, τι πήγε καλά και τι πήγε κακά στα συστατικά στο στοιχεία του ΑΕΠ.

Να προχωρήσουμε, λοιπόν, μ’ αυτό τον τρόπο την διερεύνησή μας.
Ο προϋπολογισμός έλεγε ότι η ιδιωτική κατανάλωση θα μειωθεί κατά 0,6% το 2016 και αυξήθηκε κατά 1,4%, τελικά, και ότι επί της ουσίας αυτή ήταν που έφερε όλο το βάρος της μεγέθυνσης του ΑΕΠ το 2016. Την άνοδό της οφείλει, δε, στη μείωση της ανεργίας. Η δημόσια κατανάλωση κατά τον προϋπολογισμό, προβλεπόταν να μειωθεί κατά 1,5%, μειώθηκε όμως κατά 2,1%. Αλλά το βασικότερο απ’ όλα είναι ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου, δηλαδή οι επενδύσεις. Οι επενδύσεις στον προϋπολογισμό προβλέπονταν ότι θα αυξάνονταν κατά 3,3% ενώ παρουσιάστηκε τελικά μείωση κατά 0,8%. Αυτό είναι το βασικό σημείο το οποίο πρέπει να μας απασχολήσει. Αφορά, δε, ειδικά τις ιδιωτικές επενδύσεις. Οφείλεται, νομίζω, πιθανότατα στο ότι μια σειρά προγραμματισμένες επενδύσεις καθυστέρησαν. Επενδύσεις, φερ’ ειπείν, που έχουν σχέση με τις ιδιωτικοποιήσεις (Αεροδρόμια, Ελληνικό, Αστέρας κ.ά.) ή και άλλες. Πιθανότατα, μεταφέρθηκαν για το 2017 και ίσως αυτό το έτος έχουμε επιτάχυνση.

Ο κίνδυνος της παρατεταμένης διαπραγμάτευσης

Άλλο, όμως, ο ετεροχρονισμός και άλλο αυτά που γράφτηκαν ότι, δηλαδή, είναι ένα αποτέλεσμα της αβεβαιότητας ή και επιφύλαξη της πολιτικής της κυβέρνησης.
Αυτή η ερμηνεία που μπορεί να είναι σωστή για το πρώτο τρίμηνο του 2017 δεν έχω την εντύπωση ότι ισχύει για το τέταρτο τρίμηνο του 2016, τον Δεκέμβριο. Όσο για τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών δεν επιβεβαίωσαν, επίσης, την αύξηση που προβλεπόταν, κατά 0,6%. Αντίθετα είχαμε μείωση κατά 0,2% και μια μεγαλύτερη απ’ το αναμενόμενο αύξηση των εισαγωγών. Σε σχέση, λοιπόν, με τον προϋπολογισμό και με το πρόγραμμα, αυτές ήταν οι αποκλίσεις. Είναι λάθος, λοιπόν, να συζητάμε τόσο για τις πρώτες εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ, να τις παίρνουμε ως καθοριστική βάση σύγκρισης. Εμείς πρέπει να κάνουμε τις συγκρίσεις με βάση το πρόγραμμα, τις αποκλίσεις με βάση τους αρχικούς στόχους.

Και η Κομισιόν, δεν άλλαξε τις εκτιμήσεις. Απεναντίας είπε ότι περιμένει ανάπτυξη για το 2017.
Σαφέστατα, γιατί δεν έχει αλλάξει κάτι. Πρέπει να περιμένουμε τις προβλέψεις για το 2017, τις εαρινές προβλέψεις. Το ότι το ΑΕΠ για το 2016 από -0,3% που προβλεπόταν θα καταλήξει στο 0% είναι θετικό στοιχείο και για το 2017. Εκείνο, όμως, που με προβληματίζει έντονα είναι η συνεχιζόμενη διαπραγμάτευση και επομένως εμφάνιση της αβεβαιότητας, η οποία θα εκφραστεί το πρώτο τρίμηνο του 2017. Αλλά να περιμένουμε πρώτα τα στοιχεία γι’ αυτό.

Εάν κλείσει η διαπραγμάτευση μέσα στο Μάρτιο ή τον Απρίλιο δεν προλαβαίνει η οικονομία να καλύψει, σε μεγάλο βαθμό, το κενό με δεδομένη και την καλύτερη επίδοση του τουρισμού;
Νομίζω, ότι αν κλείσει ως τον Απρίλιο θα έχει μεν χαθεί ένα τρίμηνο αλλά θα υπάρχει η δυνατότητα, ιδιαίτερα αν υπάρχει το φαινόμενο της «μεταφοράς» επενδύσεων από το 2016, να έχουμε μια επιτυχία, να περάσουμε αισθητά σε ανάπτυξη το 2017. Αυτό είναι το σημαντικό. Βεβαίως, η κυβέρνηση πρέπει να διαπραγματεύεται, ανεξάρτητα του κόστους, αλλά νομίζω ότι χάσαμε χρόνο, ίσως αυτά που γίνονται τώρα να μπορούσαν να γίνουν από τον Δεκέμβριο.

Αβέβαιος ο χρόνος ολοκλήρωσης της αξιολόγησης

Να μην ξεχάσουμε ότι η διαφωνία ΔΝΤ-Γερμανίας γεφυρώθηκε, εν μέρει, στο ραντεβού Μέρκελ-Λαγκάρντ, μόλις μερικές εβδομάδες πριν.
Δεν νομίζω ότι άλλαξε κάτι σημαντικό στη στάση του ΔΝΤ απ’ αυτό το ραντεβού. Μπορεί να έχεις εν μέρει δίκιο, αλλά οι προβλέψεις μας είναι ότι το ΔΝΤ θα συνέχιζε την τακτική του 2015, δηλαδή δεν θα συμμετείχε με χρήματα. Απλώς, δέχθηκε να παίζει το ρόλο που του ζήτησε ο Σόιμπλε δηλαδή να προτάξει τα δικά του αιτήματα όσον αφορά τα θέματα της συνταξιοδοτικής δαπάνης, του αφορολόγητου, των εργασιακών σχέσεων κ.τ.λ. και έκανε πίσω όσον αφορά στα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος και τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Ποια η εκτίμηση σου για την ως τώρα πορεία της διαπραγμάτευσης;
Έχω την εκτίμηση ότι ακόμη υπάρχουν ανοιχτά σημαντικά μέτωπα, αλλά έχουν κλείσει μια σειρά περιφερειακά ζητήματα. Έχουν συζητηθεί, βεβαίως, και τα προβλήματα που αφορούν τον πυρήνα και θα δούμε πώς θα εξελιχθούν όλα αυτά τις επόμενες μέρες. Νομίζω, ότι κατά πάσα πιθανότητα υπάρχει μια βούληση για να κλείσει η αξιολόγηση, αλλά δεν μπορεί κανείς να πει και πότε. Υπάρχουν ακόμη κρίσιμα θέματα όπως το εργασιακό, το ασφαλιστικό, το φορολογικό. Ειδικά για τα εργασιακά είναι αρκετά δύσκολα θέματα και φοβάμαι ότι δεν υποχωρούν.

Μόνο που στο εργασιακό οι ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν συμφωνούν με το ΔΝΤ, παρά το ότι το καλύπτουν. Θα αντέξει αυτό ως το τέλος;
Νομίζω ότι υπάρχει η πιθανότητα στην διαπραγμάτευση να υποχωρήσει ο ένας εδώ και ο άλλος εκεί. Έτσι, γίνεται πάντοτε.

Έκλεισε και ο «εξωδικαστικός συμβιβασμός». Πώς το αξιολογείς, ιδίως σε σχέση με τα κόκκινα δάνεια;
Είναι μια συμφωνία προς θετική κατεύθυνση. Αλλά το πρόβλημα των κόκκινων δανείων δεν λύνεται μ’ αυτό τον τρόπο. Αυτό που χρειάζεται είναι να πάρει εμπρός η οικονομία, να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την απόσβεση μιας σειράς δανείων.

Άρα ξαναρχόμαστε στο πώς θα είναι το ΑΕΠ.
Είναι το βασικό. Πολλές φορές αγωνιζόμαστε για να γλιτώσουμε, π.χ., 200 εκ. ευρώ από ένα κονδύλι που μας ζητάνε και λησμονούμε ότι υποδορίως, σε σχέση μ’ αυτό που έχει προβλεφθεί, θα μας κοστίσει, τελικά, περισσότερο.