Συνέντευξη με τον μαχητικό βετεράνο δημοσιογράφο Γεδεών Λεβί

Ο χειρότερος εχθρός είναι η αδιαφορία

Το 2018, ήδη, υπήρξε ένας χρόνος ιδιαίτερα αιματηρός για τους Παλαιστίνιους, με την 14η Μαΐου να ανακηρύσσεται η πλέον τρομακτική σε φόρο αίματος ημέρα, όταν οι ισραηλινοί στρατιώτες σκότωσαν 60 Παλαιστίνιους διαδηλωτές, ενώ συμμετείχαν σε μεγάλη διαδήλωση στο φράχτη της Γάζας ενάντια στην κατοχή και τον αποκλεισμό. Η διαδήλωση «συνέπεσε» με τη μεταφορά της αμερικανικής πρεσβείας στο Ισραήλ, από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ. Ωστόσο, συνεχίζοντας στην ίδια γραμμή, οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν, την περασμένη Πέμπτη, ότι σχεδιάζουν να συγχωνεύσουν τη νέα διπλωματική αποστολή με το Γενικό Προξενείο, που εξυπηρετεί τους Παλαιστίνιους. Κίνηση που η παλαιστινιακή κυβέρνηση κατήγγειλε οργισμένα χαρακτηρίζοντάς την «ιδεολογική».
Η δίνη που δημιούργησε η αμερικανική κίνηση καλά κρατεί, καθώς μόλις την περασμένη Τρίτη, εν όψει δεύτερου εκλογικού γύρου, ο πρωθυπουργός της Αυστραλίας και εκ νέου υποψήφιος Σκοτ Μόρισον ανακοίνωσε ότι μελετά το ενδεχόμενο να ακολουθήσει τον Ντόναλντ Τραμπ, μεταφέροντας την πρεσβεία της χώρας του στην Ιερουσαλήμ. Κίνηση για την οποία ανοιχτά κατηγορήθηκε ότι αποτελεί πανικόβλητη προσπάθεια «δωροδοκίας» προς την εβραϊκή κοινότητα της εκλογικής περιφέρειας Γουεντγουόρθ, όπου συγκεντρώνει μεγάλη δυναμική ο εκλογικός του αντίπαλος και πρώην πρωθυπουργός Μάλκολμ Τέρνμπουλ.
Εν τω μεταξύ, την προηγούμενη Παρασκευή 12 Οκτωβρίου, ο ισραηλινός στρατός σκότωσε έξι Παλαιστίνιους, τέσσερις σε ένα μόνο περιστατικό, και τραυμάτισε με πυρά άλλους 140, στην πιο δολοφονική μέρα των τελευταίων μηνών που χαρακτηρίζονται από μεγάλες διαδηλώσεις στη Λωρίδα της Γάζας και κατά μήκος του φράχτη. Από τον περασμένο Μάρτιο, η Χαμάς διοργανώνει σχεδόν σε εβδομαδιαία βάση διαδηλώσεις για την άρση του ισραηλινο-αιγυπτιακού αποκλεισμού που ισχύει από το 2007. Ο ηγέτης της οργάνωσης Ισμαήλ Χανίγια δήλωσε ότι «η αποφασιστικότητα των Παλαιστινίων θα σπάσει τον αποκλεισμό». Πάνω από 150 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί στη διάρκεια αυτών των διαδηλώσεων.
Στη Λωρίδα της Γάζας κατοικούν περίπου 2 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι, οι οποίοι έχουν παροχή ηλεκτρικού ρεύματος για τέσσερις ώρες τη μέρα, ενώ το νερό της βρύσης δεν είναι πόσιμο και η ανεργία είναι στο 50%. Την περασμένη εβδομάδα, ο ΟΗΕ ξεκίνησε την επίβλεψη της μεταφοράς πετρελαίου από το Κατάρ για να τροφοδοτηθεί το μοναδικό εργοστάσιο ηλεκτρισμού της Γάζας.
Η «Εποχή» σήμερα δημοσιεύει συνέντευξη του ισραηλινού μαχητικού δημοσιογράφου Γεδεών Λεβί, που έδωσε στον Ρόμπερτ Φισκ, στην οποία επιχειρεί να δώσει μια εικόνα της κατάστασης απάθειας και άγνοιας, που βιώνουν οι ισραηλινοί πολίτες –ιδιαίτερα οι νέοι– και το σημαντικό ρόλο που θα μπορούσε να παίξει η –απούσα– αληθινή δημοσιογραφία.

Γενναίoς, ανατρεπτικός, θλιμμένος –με ένα σκληρό, ασυμβίβαστο τρόπο– είναι το είδος του δημοσιογράφου που είτε λατρεύεις είτε απεχθάνεσαι. Η ζωή του Γεδεών Λεβί έχει απειληθεί από τους συμπατριώτες του Ισραηλινούς γιατί λέει αλήθειες και αυτό είναι το καλύτερο βραβείο δημοσιογραφίας που μπορεί να λάβει. Αγαπά τη δημοσιογραφία αλλά τρομάζει με την παρακμή της. «Το 1986 έγραψα για μια Παλαιστίνια Βεδουΐνα που έχασε το παιδί της όταν γέννησε σε ένα σημείο ελέγχου. Προσπάθησε να μπει από τρία σημεία ελέγχου, δεν της επέτρεψαν και γέννησε στο αυτοκίνητο. Οι Ισραηλινοί δεν την άφησαν να μεταφέρει το παιδί της στο νοσοκομείο. Το μετέφερε με τα πόδια δύο χιλιόμετρα . Το μωρό πέθανε. Όταν δημοσίευσα αυτήν την ιστορία, δεν θα πω ότι οι Ισραηλινοί κράτησαν την ανάσα τους, αλλά αποτέλεσε μεγάλο σκάνδαλο και δύο αξιωματούχοι οδηγήθηκαν στη Δικαιοσύνη.»
Έπειτα ο Λεβί βρήκε άλλες δέκα γυναίκες που έχασαν τα παιδιά τους σε ισραηλινά σημεία ελέγχου. «Και κανείς δεν ενδιαφερόταν πλέον. Σήμερα, μπορώ να το δημοσιεύσω και, αν κάποιοι κάνουν τον κόπο να το διαβάσουν, απλώς θα χασμουρηθούν. Έχει κανονικοποιηθεί και απολύτως δικαιολογηθεί. Έχουμε πια μια δικαιολογία για όλα.

Το τέρας της αποανθρωποποίησης

»Η αποανθρωποποίηση των Παλαιστινίων έχει φτάσει σε ένα σημείο ώστε πραγματικά δεν μας προκαλούν κανένα ενδιαφέρον. Μπορώ να πω, χωρίς υπερβολή, ότι, εάν ένα ισραηλινό σκυλί σκοτωθεί από Παλαιστίνιους, θα προκαλέσει περισσότερο την προσοχή των ισραηλινών Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, παρά εάν είκοσι νεαροί Παλαιστίνιοι σκοτωθούν από ελεύθερους σκοπευτές –χωρίς να έχουν κάνει τίποτα– στα σύνορα στη Γάζα. Η ζωή των Παλαιστινίων είναι πλέον το πιο ανάξιο πράγμα. Πρόκειται για ένα ολόκληρο σύστημα δαιμονοποίησης, αποανθρωποποίησης, ένα ολόκληρο σύστημα δικαιολόγησης, ότι δηλαδή «εμείς» έχουμε πάντα δίκιο και είμαστε αλάθητοι.
»Υπάρχουν Ισραηλινοί που είναι ικανοποιημένοι με κάθε θάνατο Παλαιστινίου. Θα αναπτύξουν ένα σωρό επιχειρήματα απλώς για να έχουν τη συνείδησή τους καθαρή και να μην ενοχλούνται: Δεν μπορείς να γνωρίζεις τι ακριβώς συνέβη, δεν ήσουν παρών, μπορείς να δεις μόνο μέρος της εικόνας. Βλέπουν ελεύθερους σκοπευτές να σκοτώνουν ένα παιδί που κουνάει τα χέρια του. Το δείχνει η τηλεόραση. Σκοπευτές σκοτώνουν μια νοσοκόμα με τη στολή εργασίας της. Βλέπουν ένα δεκαπεντάχρονο παιδί να χαστουκίζει ένα στρατιώτη και να πηγαίνει γι’ αυτό οκτώ μήνες στη φυλακή. Δικαιολογούν τα πάντα.»

Έχω πλήρη ελευθερία έκφρασης

Καταλαβαίνεις γιατί, εδώ και όχι πολύ καιρό, παραχωρήθηκε σωματοφύλακας στον Λεβί. «Για πολλά χρόνια μου έλεγαν: Προσπάθησε να γίνεις λίγο πιο μετριοπαθής… Πες μερικά πατριωτικά λόγια. Πες μερικά καλά στοιχεία για το Ισραήλ. Αλλά τελικά γράφουμε αυτό που πιστεύουμε και δεν σκεφτόμαστε τις συνέπειες. Για να είμαι ειλικρινής το τίμημα που πληρώνει σήμερα ένα δημοσιογράφος στη Ρωσία ή την Τουρκία είναι υψηλότερο από κάθε άλλο. Ας μην υπερβάλλουμε. Εν τέλει είμαι ακόμα ένας ελεύθερος πολίτης και έχω απόλυτη ελευθερία –το εννοώ– κυρίως χάρη στην εφημερίδα που εργάζομαι, η οποία είναι πολύ υποστηρικτική. Ο εκδότης μου είναι ίσως ο μόνος εκδότης στον κόσμο που θα πει σε όποιον συνδρομητή είναι θυμωμένος μαζί μου: Ίσως η «Χάαρετζ» δεν είναι εφημερίδα για σένα. Δείξε μου έναν εκδότη που θα μίλαγε έτσι. Έχω, λοιπόν, πλήρη ελευθερία, λέω ό,τι αισθάνομαι ή σκέφτομαι.»
Γεγονός που λέει κάτι και για το Ισραήλ και για τον εκδότη του Λεβί. Αλλά το Ισραήλ δεν ξεφεύγει ποτέ από την πένα του. «Το χειρότερο έναντι του οποίου αγωνιζόμαστε τώρα είναι η αδιαφορία», λέει. «Η απάθεια, από την οποία έχουμε πολύ στο Ισραήλ. Οπότε αν καταφέρω να τους ταρακουνήσω με κάποιον τρόπο, να τους κάνω να θυμώσουν μαζί μου, με αυτά που γράφω… Μερικές φορές σκέφτομαι ότι αν τους θυμώνω τόσο πολύ, είναι γιατί κάπου στη συνείδησή τους, ξέρουν ότι έχουν πάρει φωτιά τα μπατζάκια μας, ότι κάτι δεν πάει καλά. Αλλά υπάρχουν και φορές που φοβάσαι. Ιδιαίτερα τη νύχτα πριν να δημοσιευτεί ένα άρθρο, πάντα λέω: Μήπως το παρατράβηξα αυτή τη φορά; Ύστερα όταν το ξαναδιαβάζω, πάντα λέω: Έπρεπε να είμαι περισσότερο οξύς. Πάντα νομίζω ότι δεν πήγα αρκετά μακριά.»

Η δημοσιογραφία νοσεί

Η δημοσιογραφία και το Ισραήλ μπορούν να συνδυαστούν στην ιστορία του Λεβί. Η σχέση αγάπης – μίσους που έχει για την πρώτη με τον τρόμο για το δρόμο που βαδίζει η χώρα του –η χώρα στην οποία οι γονείς του κατέφυγαν από την Ευρώπη όταν ήταν ακόμα Παλαιστίνη. «Αυτό που πραγματικά μου λείπει –και αυτό αφορά πολύ ειδικά εμένα– είναι η Γάζα. Μου απαγορεύεται να πάω εκεί εδώ και 11 χρόνια, γιατί το Ισραήλ δεν αφήνει κανέναν Ισραηλινό να πάει στη Γάζα εδώ και 11 χρόνια, ακόμα κι αν έχει διπλή υπηκοότητα. Αλλά ακόμα κι αν άνοιγαν τη Γάζα, πολύ πολύ λίγοι Ισραηλινοί θα έμπαιναν στον κόπο να πάνε. Ίσως η Χαμάς να τους σταματούσε. Πρόκειται για ένα ισραηλινό κανόνα για τον οποίο οι ισραηλινοί δημοσιογράφοι –εκτός από εμένα– ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκαν. Γιατί απλώς δεν τους ενδιαφέρει καθόλου. Παίρνουν όλες τις πληροφορίες από τον εκπρόσωπο του ισραηλινού στρατού, γιατί να κάνουν τον κόπο να πάνε στη Γάζα;» Αλλά για τον Λεβί είναι θέμα επαγγελματισμού. «Είναι μεγάλη απώλεια γιατί οι πιο δυνατές ιστορίες μου ήταν πάντα από τη Γάζα. Όταν αναρωτιέμαι σε ποιο μέρος του κόσμου θα ήθελα πιο πολύ να πάω. Απαντώ πάντα την αλήθεια, στη Γάζα. Δώστε μου μια εβδομάδα στη Γάζα και δεν χρειάζομαι τίποτα άλλο.»
«Τα μπλογκ δεν έχουν την αξιοπιστία των εφημερίδων», λέει ο Λεβί. Λέω στους νέους ανθρώπους –αν και όταν ρωτούν– προχωρήστε, η δημοσιογραφία είναι μια σπουδαία δουλειά, ένα υπέροχο επάγγελμα. Δεν είχα σχεδιάσει να γίνω δημοσιογράφος, ήθελα να γίνω πρωθυπουργός. Οι πρώτες δύο επιλογές μου ήταν είτε οδηγός λεωφορείου είτε πρωθυπουργός. Καμία από τις δύο δεν ευοδώθηκε. Προφανώς έχει να κάνει με τον ηγετικό χαρακτήρα. Ο οδηγός λεωφορείου έχει ηγετικά στοιχεία, εννοώ λέει στους υπόλοιπους τι να κάνουν. Αλλά επιμένω να λέω στους νέους ότι δεν θα βρουν άλλο επάγγελμα με τόσες δυνατότητες. Μόνο ένα πράγμα σού χρειάζεται, περιέργεια. Είναι μια αρκετά σπάνια αρετή, περισσότερο από όσο φαντάζεστε, γιατί εμείς οι δημοσιογράφοι νομίζουμε ότι όλοι είναι τόσο περίεργοι όσο εμείς.»

Υπάρχουν ακτιβιστές αλλά όχι δημοσιογράφοι

»Ας το συνειδητοποιήσουμε, όλα γυρίζουν γύρω από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πια. Η δημοσιογραφία όπως την ξέρουμε πεθαίνει. Τώρα όλα παίζονται για ένα έξυπνο τουίτ. Και για να γράψεις ένα έξυπνο τουίτ δεν χρειάζεται να πας πουθενά, μπορείς να το γράψεις απλώς καθήμενος στο σαλόνι σου με ένα ποτήρι ουίσκι. Μπορείς να γράψεις κάτι πολύ πολύ έξυπνο, με μια νότα χιούμορ και με κυνισμό –πολύ κυνισμό– γιατί ίσως αυτό να είναι το θέμα. Εννοώ ότι πολύ λίγοι δημοσιογράφοι πραγματικά ενδιαφέρονται για οτιδήποτε άλλο πέρα από το να είναι εξαιρετικοί. Υποθέτω ότι υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά δεν τους βλέπω στο Ισραήλ. Δεν τους βλέπω στη Δυτική Όχθη. Υπάρχουν ακτιβιστές αλλά όχι δημοσιογράφοι.»
Ο Λεβί συμφωνεί ότι η Αμίρα Χας της «Χάαρετζ», που ζει στην Παλαιστινιακή Δυτική Οχθη, είναι εφάμιλλή του, τουλάχιστον στα χρόνια –είναι και οι δυο 65 χρόνων– και ότι «πραγματικά πηγαίνει τη δημοσιογραφία ένα βήμα παραπέρα, γιατί μένει μαζί τους. Νομίζω είναι ένα γεγονός χωρίς προηγούμενο, ένας δημοσιογράφος που ζει με τον εχθρό. Πληρώνει επίσης μεγάλο τίμημα, με την έννοια ότι είναι λιγότερο οικεία με την κατάσταση εδώ.
»Υπάρχουν κάποιοι νέοι που είναι διατεθειμένοι να πάνε σε εμπόλεμες ζώνες, αλλά μόνο για να επιδείξουν το θάρρος τους. Έχουν πάει στο Ιράκ, στη Συρία, στο Ιράν. Συνήθως επιστρέφουν με φωτογραφίες τους από τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου ή από κάποιο πεδίο μάχης. Όταν πήγα στο Σαράγεβο, το 1993, πήγα για να διερευνήσω την αδικία εκεί, δεν πήγα απλώς για να καλύψω το θέμα. Έψαχνα για την ασχήμια του πολέμου. Νομίζω υπήρξε πολύ ασχήμια στο Σαράγεβο. Είδα πράγματα εκεί που δεν είδα ποτέ εδώ. Γριές γυναίκες να σκάβουν τη γη για να βρουν ρίζες, κάτι να φάνε. Το είδα με τα μάτια μου.»
Οι ξένοι ανταποκριτές το χειρίζονται λίγο καλύτερα. «Βλέπω δημοσιογράφους, ακόμα και σήμερα, που στέκονται στο φράκτη [στη Γάζα], δημοσιογράφοι που μπορούν να εισέλθουν στη Γάζα –κατά τη διάρκεια αυτών των αιματηρών μηνών, με σχεδόν 200 άοπλα θύματα– και στέκονται στο φράκτη, μακριά. Η είσοδος στη Γάζα δεν είναι πλέον επικίνδυνη για τους ξένους δημοσιογράφους. Αλλά βλέπω, ακόμη και στο BBC, ακόμη και στο Al-Jazeera από καιρό σε καιρό –το Al-Jazeera είναι πολύ καλύτερο, προφανώς– βγάζουν το ρεπορτάζ από ένα λόφο στο νότο του Ισραήλ και παίρνουν κάποιο απόσπασμα, προφανώς από μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από τοπικούς δημοσιογράφους. Αλλά δεν είναι το ίδιο.»

Τα δύο κράτη είναι ανέφικτη εκδοχή

Η απαισιοδοξία έχει εισχωρήσει σε πολλούς Ισραηλινούς, αλλά σε κανέναν τόσο όσο στον Λεβί. «Κοίτα, έχουμε να κάνουμε με 700.000 Εβραίους εποίκους. Είναι μη ρεαλιστικό να σκεφτεί κανείς ότι θα εκκενωθούν 700.000 έποικοι. Χωρίς την πλήρη εκκένωσή τους δεν μπορούμε να έχουμε βιώσιμο Παλαιστινιακό κράτος. Όλοι το κατανοούν αυτό και όλοι συνεχίζουν να λένε τα ίδια και τα ίδια γιατί είναι βολικό για όλους –την Παλαιστινιακή Αρχή, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις ΗΠΑ– να λένε δύο κράτη, δύο κράτη και έτσι να συνεχίζεται η κατοχή για ακόμα εκατό χρόνια, θεωρώντας ότι μια μέρα θα υπάρξει λύση με δύο κράτη. Δεν πρόκειται να συμβεί πλέον. Το χάσαμε αυτό το τρένο και αυτό το τρένο δεν πρόκειται να ξαναπεράσει από το σταθμό.»
Ως ένας επίμονος επικριτής του Ισραήλ και της μοχθηρίας που χαρακτηρίζει την κλοπή εδαφών και τη βάρβαρη αντιμετώπιση των Παλαιστινίων, πιάνω τον εαυτό μου, περιέργως, σε αντιπαράθεση με τον Λεβί. Όχι τόσο για τη καταδίκη των δημοσιογράφων, αλλά για τη διάλυση της εικόνας του Ισραήλ. Πράγματι οι ισραηλινοί αναγνώστες θα ενδιαφέρονταν περισσότερο για το θάνατο ενός ισραηλινού σκυλιού παρά για τη δολοφονία είκοσι Παλαιστινίων; Είναι τόσο ανενημέρωτοι; Υπάρχει ένα στοιχείο λίγο «ο tempora o mores» στα λεγόμενά του. «Το Ισραήλ εξελίσσεται σε ένα από τα πιο ακατάρτιστα κράτη στον κόσμο», υποστηρίζει αυτός ο 65χρονος Κικέρωνας. «Κάποιος είπε ότι είναι καλύτερα να κρατάς τους ανθρώπους στην αμάθεια. Η νέα γενιά δεν ξέρει τίποτα για τίποτα. Προσπάθησε να μιλήσεις με τους νέους εδώ. Δεν έχουν ιδέα για τα πλέον βασικά ζητήματα. Ρώτα τους ποιος ήταν ο Μπεν Γκουριόν, ποιος ήταν ο Μοσέ Νταγιάν. Ρώτα τους τι είναι η πράσινη γραμμή. Ρώτα τους πού είναι η Τζενίν. Τίποτα. Δεν είναι μόνο η πλύση εγκεφάλου, είναι και η άγνοια. Ένα μέρος αυτών που ξέρουν είναι εντελώς λανθασμένο.»

Παιδεία τριτοκοσμική

Η γνώση για το Ολοκαύτωμα ή ένα ταξίδι στο εξωτερικό «αφορά κυρίως την εμπειρία ενός ταξιδιού με το σχολείο στο Άουσβιτς, όπου αυτό που τους λένε είναι ότι η ισχύς είναι το μόνο πράγμα που χρειάζεται να κατέχεις –η στρατιωτική ισχύς είναι η μόνη εγγύηση. Και ότι το Ισραήλ έχει το δικαίωμα να κάνει ό,τι του κατέβει μετά το Ολοκαύτωμα. Αυτά είναι τα μαθήματα. Αλλά αυτό δεν είναι γνώση.»
Πράγματι, υποστηρίζει ο Λεβί, υπάρχει ένα «βραχύ τμήμα εξαιρετικών διανοούμενων», αλλά σε πρόσφατη έρευνα καταδεικνύεται ότι η μισή ισραηλινή νεολαία λαμβάνει παιδεία τριτοκοσμική. Εμείς, ήρθαμε στον κόσμο ακριβώς μετά από «πολύ δραματικά γεγονότα». Τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ. Οι γονείς του σώθηκαν την τελευταία στιγμή από την Ευρώπη.
«Υπήρχε ένα ιστορικό φορτίο στους ώμους μας που κανένα Twitter ή Facebook δεν μπορεί να το διαγράψει. Σήμερα, υπάρχει κενό τελικά, με την έννοια των ιστορικών γεγονότων. Ακόμα και σε αυτήν την περιοχή του κόσμου. Δεν συμβαίνει τίποτα νέο. Πενήντα χρόνια κατοχής και τίποτα δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει. Βεβαίως, περισσότεροι εποικισμοί, περισσότερη βαρβαρότητα και, βεβαίως, λιγότερη αίσθηση ότι πρόκειται για κάτι προσωρινό. Γίνεται σαφές ότι δεν πρόκειται να είναι προσωρινό, είναι αναπόσπαστο μέρος του Ισραήλ.»

Η κυβέρνηση είναι αντανάκλαση των πολιτών

Ρωτώ τον Λεβί αν το αναλογικό σύστημα εκπροσώπησης ευθύνεται για τις απέλπιδες κυβερνητικές συμμαχίες στο Ισραήλ. «Αυτό που έχουμε εκπροσωπεί αυτό που είμαστε. Το Ισραήλ είναι πολύ εθνικιστικό, πολύ δεξιό και πολύ θρησκευόμενο –πολύ περισσότερο από ό,τι νομίζεις. Η ισραηλινή κυβέρνηση είναι μια πολύ καλή αντανάκλαση των ισραηλινών πολιτών. Ο Νετανιάχου είναι ο καλύτερος εκπρόσωπος του Ισραήλ. Είναι κατά πολύ περισσότερο από το μέσο όρο μορφωμένος, αλλά στις απόψεις του καθρεφτίζεται το Ισραήλ. Ισχύς, ισχύς, ισχύς, διατήρηση της δεδομένης συνθήκης για πάντα, καμιά εμπιστοσύνη στους Άραβες. Και να ζούμε με το σπαθί μας, το απόλυτο κράτος πολέμου.»
Το θέμα των σχέσεων με τις ΗΠΑ είναι απλό. «Δεν είμαι σίγουρος ότι οι πολίτες γνωρίζουν σε ποιο βαθμό ο Νετανιάχου υπαγορεύει την αμερικανική πολιτική. Οτιδήποτε αποφασίζεται τώρα –για την UNRWA [Υπηρεσία Αρωγής και Έργων για τους Παλαιστίνιους Προσφυγες], όλες οι περικοπές– προέρχονται από το Ισραήλ. Ο Τραμπ αδιαφορεί πλήρως. Νομίζετε ότι ήξερε τι ήταν η UNRWA και πριν; Ο ρατσισμός είναι τώρα και πολιτικά ορθός.»
Από πού, λοιπόν, ξεκίνησε αυτός ο κατήφορος; «Καταρχάς από το 1967, εκεί έγινε το μεγαλύτερο λάθος. Όλα αρχίζουν εκεί. Αν θέλετε, μπορείτε να προσθέσετε και το 1948. Θα μπορούσαμε να έχουμε ξεκινήσει ένα νέο κεφάλαιο.» Υπάρχουν ακόμα παραδείγματα σπουδαίων ανθρώπων, επιμένει, όπως ο Νέλσον Μαντέλα.
Αλλά ο πλέον οξύθυμος και ενοχλητικός δημοσιογράφος του Ισραήλ συμπληρώνει: «Ίσως είμαστε απλώς πολύ γέροι και γινόμαστε απλώς πικρόχολοι και ζηλιάρηδες, σκεφτόμενοι ότι εμείς ήμασταν οι καλύτεροι.» Ακριβώς πίσω μας μια λευκή γάτα σε πανικό προσπαθεί να σκαρφαλώσει το φράχτη καθώς την κυνηγάει με μανία μια μεγαλύτερη γκρι. Η λευκή γάτα, υποθέτω, είναι οι εχθροί του Λεβί. Παρά τα 65 του χρόνια μπορείτε να μαντέψετε ποιον μου θυμίζει η γκρι.

Τη συνέντευξη πήρε ο Ρόμπερτ Φισκ και τη δημοσίευσε, στις 27 Σεπτεμβρίου 2018, το www.independent.co.uk.

Μετάφραση: Ζωή Γεωργούλα