Συνέντευξη με τον Νίκο Φωκά, καθηγητή κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης

Η ουγγρική κυβέρνηση έφθειρε τους δημοκρατικούς θεσμούς

givisis

Τη συνέντευξη πήρε
ο Δημήτρης Γκιβίσης

Πριν λίγες μέρες, μαζί με αρκετούς άλλους διανοουμένους ζητήσατε με επιστολή σας από τα κόμματα της ουγγρικής αντιπολίτευσης να συνεργαστούν στις εκλογές της 8ης Απριλίου. Ποιοι λόγοι σας οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση;  
Πριν από όλα η ανησυχία μου ότι με τα σημερινά δεδομένα o κυβερνητικός συνασπισμός θα κερδίσει τρίτη συνεχή τετραετία. Θεωρώ ότι και οι πρώτες δυο τετραετίες από το 2010 έως σήμερα, έχουν ήδη προκαλέσει τεράστιες ζημιές στο ουγγρικό πολιτικό σύστημα και σημαντική φθορά στους δημοκρατικούς θεσμούς. Αυτή η ανησυχία είναι γενικώς διαδεδομένη στον κόλπο της ουγγρικής διανόησης. Αυτό προκύπτει και από το γεγονός ότι αυτοί που υπογράψαμε την επιστολή ανήκουμε σε πολύ διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις, από συντηρητικούς, ακόμα και πρώην στελέχη του σημερινού κυβερνητικού συνασπισμού, έως φιλελεύθερους η αριστερούς. Πρέπει  να επισημανθεί ότι οι εκλογές του 2010 λειτούργησαν σαν «εκλογές-σεισμός». Αυτή η μια και μόνη εκλογική αναμέτρηση προκάλεσε ραγδαία και χρονικά συμπυκνωμένη μεταβολή του κομματικού συστήματος. Κόμματα τα οποία έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αλλαγή του συστήματος στις αρχές του ’90 εξαφανιστήκαν οριστικά από τη βουλή. Νεοϊδρυθέντα κόμματα, όπως το ακροδεξιό Γιόντικ και το οικολογικό LMP, κατάφεραν να αποκτήσουν έδρες στη βουλή. Η τότε αξιωματική αντιπολίτευση, το Φιντές, με πάνω από 52% των ψήφων κέρδισε ενισχυμένη πλειοψηφία, δηλαδή πάνω από τα  δύο τρίτα των εδρών στη βουλή. Με αυτή την πλειοψηφία συνταγματικά είχε το δικαίωμα να ψηφίσει νέο Σύνταγμα, καθώς επίσης να αλλάξει το εκλογικό νόμο και τη δυνατότητα να στελεχώσει μονομερώς με κομματικά μέλη του το Συμβούλιο Επικρατείας, το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, το Ανώτατο Δικαστήριο και το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Από τότε αυτές οι θεσμικές, θεωρητικά ανεξάρτητες αρχές, λειτουργούν σαν εξαρτήματα της εκτελεστικής εξουσίας και προσωπικά του Όρμπαν. Με αυτές τις μεθοδεύσεις το Φιντές, αν και οριακά, και στις εκλογές του 2014 κέρδισε ενισχυμένη πλειοψηφία την οποία έχασε το 2016 μετά από πρόωρες εκλογές σε ένα εκλογικό τμήμα. Για αυτό το λόγο, και επειδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εμπόδισε την υποχρεωτική συνταξιοδότηση των δικαστών, τα δικαστήρια συντηρούν ακόμα μια σχετική αυτονομία. Αυτή θα εξαφανιστεί εάν το Φιντές στις επόμενες εκλογές κερδίσει πάλι ενισχυμένη πλειοψηφία, το οποίο χωρίς τη συνεργασία των κομμάτων της αντιπολίτευσης είναι επικίνδυνα πιθανό.

Κινήματα και Αριστερά

Γιατί μέχρι σήμερα οι προοδευτικές φωνές, η Αριστερά και τα κοινωνικά κινήματα, δεν μπορούν να βρουν έναν κοινό βηματισμό σε πολιτικό επίπεδο απέναντι στον εθνολαϊκιστή Βίκτορ Όρμπαν;
Δεν θα έλεγα ότι στην Ουγγαρία δεν έχουν εμφανιστεί ισχυρά κοινωνικά κινήματα, τα οποία εναντιώθηκαν στην οικοδόμηση ενός νέου αυταρχικού καθεστώτος. Ήδη στις αρχές του 2012, όταν τέθηκε σε ισχύ το νέο Σύνταγμα της Ουγγαρίας, χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν στους δρόμους της Βουδαπέστης ενάντια στις συνταγματικές μεταρρυθμίσεις οι οποίες, σύμφωνα με τους διαδηλωτές, υπονόμευαν τη δημοκρατία. Η διαδήλωση έλαβε χώρα εν μέσω κλίματος διογκούμενου θυμού εναντίον του κυβερνώντος κόμματος. Ο συμβολισμός ήταν ισχυρός επειδή την ίδια ώρα οι ισχυροί της κυβερνητικής παράταξης γιόρταζαν την έναρξη ισχύος του νέου Συντάγματος της χώρας. Το Δεκέμβριο του 2012 μια ισχυρή φοιτητική εξέγερση προκάλεσε προβλήματα στην κυβερνητική παράταξη. Το έναυσμα της εξέγερσης ήταν το γεγονός ότι με προσωπική απόφαση του πρωθυπουργού ο αριθμός των φοιτητών που εξαιρούνται από τα δίδακτρα μειώνονταν δραματικά ακόμα και στις προπτυχιακές σπουδές των δημόσιων πανεπιστημίων. Είναι αξιοσημείωτο ότι στις μέρες μας μαθητές των λυκείων ξεκίνησαν ένα νέο κίνημα διαμαρτυρίας για τα ίδια ζητήματα. Μερικές φορές η κυβέρνηση αναγκάστηκε σε υποχώρηση. Το Νοέμβρη του 2014 η κυβέρνηση με προσωπική ανακοίνωση του πρωθυπουργού αναγκάστηκε να αποσύρει ένα νομοσχέδιο σχετικά με την φορολόγηση του ιντερνέτ. Καθώς επίσης ότι στις αρχές του 2017, κινδυνεύοντας να χάσει ένα σχετικό δημοψήφισμα, αναγκάστηκε να αποσύρει την υποψηφιότητα της Βουδαπέστης για τους Ολυμπιακούς  Αγώνες του 2024. Βάση όσων είπαμε φαίνεται ακόμα πιο παράδοξο γιατί αυτά τα κινήματα παρέμειναν σποραδικά και δεν συνέβαλαν στην ανασυγκρότηση της αντιπολίτευσης ή της Αριστεράς. Μάλιστα συνέβη ακριβώς το αντίθετο.

Να πούμε περισσότερα εδώ;
Για να εξηγήσουμε το φαινόμενο αυτό πρέπει να γυρίσουμε πίσω περίπου δυόμισι δεκαετίες για να θυμηθούμε τις προσδοκίες των ανθρώπων της εποχής αυτής. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού συστήματος στις αρχές της δεκαετίας του ’90 συνοδεύτηκε από σοβαρά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Όλα αυτά όμως συνοδεύονταν από μια ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα έρθει η ευημερία. Παρά μια σχετικά γρήγορη περίοδο ανασυγκρότησης έως το 2006,  η Ουγγαρία αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά  προβλήματα. Για αυτό λίγες εβδομάδες μετά τις εκλογές του 2006, η κυβέρνηση των νικητών του Σοσιαλιστικού Κόμματος ανακοίνωσε σκληρά μέτρα λιτότητας, μεταξύ άλλων σοβαρές περικοπές στα κοινωνικά αγαθά και υψηλότερους συντελεστές φόρων. Η εντελώς απροετοίμαστη κοινή γνώμη σοκαρίστηκε από την απόσταση μεταξύ προεκλογικών υποσχέσεων και μετεκλογικών κυβερνητικών μέτρων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον Σεπτέμβρη του 2006  ήρθε στη δημοσιότητα μια ομιλία του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Γκιουρτσάνι στην οποία αναγνώρισε ευθέως ότι στα προηγούμενα χρόνια διακυβέρνησης των σοσιαλιστών λέγανε συνεχώς ψέματα. Η διαρροή της ομιλίας ήταν το έναυσμα για την ραγδαία κατάρρευση του Σοσιαλιστικού Κόμματος και την κρίση εμπιστοσύνης προς τους σοσιαλιστές.

Οι συνέπειες της κρίσης

givisis2

Πώς θα περιγράφατε την σημερινή κατάσταση στην Ουγγαρία;
Η πολιτική κρίση του 2006 συναρθρώθηκε αργότερα με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, έτσι η Ουγγαρία αποτέλεσε το πρώτο κράτος μέλος της Ε.Ε. που αναγκάστηκε να συνάψει δανειακή συμφωνία με το ΔΝΤ. Οι ασκούμενες από το 2006 περικοπές έφεραν κάποια αποτελέσματα στα δημοσιονομικά, προκάλεσαν όμως μια χρόνια ύφεση. Έτσι η κρίση γρήγορα μετεξελίχτηκε σε κρίση πολιτικής νομιμοποίησης. Οι σημαντικότερες πολιτικές συνέπειες της κρίσης είναι γνωστές. Εξαφανιστήκαν από την πολιτική σκηνή κάποτε ισχυρά κόμματα τα οποία διαμόρφωσαν το πολιτικό τοπίο μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού. Πολλοί βλέπουν ότι το πολυκομματικό σύστημα αντί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για ένα νηφάλιο πολιτικό ανταγωνισμό, κατέληξε σε μια βίαιη, χωρίς φραγμούς, μάχη για την εξουσία. Αμφισβητήθηκε γενικά το μοντέλο διακυβέρνησης. Έτσι εμφανίστηκαν νέα κόμματα και  ανέβηκαν τα ποσοστά κομμάτων της απόρριψης. Λόγω της πολιτικής κρίσης, η εκλογική επιρροή του Σοσιαλιστικού Κόμματος στις εκλογές του 2010 κατέρρευσε. Μετά την εκλογική ήττα, ο πρώην πρωθυπουργός Γκιουρτσάνι ίδρυσε ένα νέο κόμμα, το DK (Δημοκρατικός Συνασπισμός), το οποίο ανταγωνίζεται με το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Προς το χώρο αυτό μετακινήθηκε πρόσφατα και το οικολογικό LMP. Άρα οι δυνάμεις της Αριστεράς είναι εντελώς κατακερματισμένες. Βάση του εκλογικού συστήματος αυτό και μόνο αρκεί για το Φιντές, βασιζόμενο στη συσπείρωση των ψηφοφόρων του, να κερδίσει όλες τις μονοεδρικές περιφέρειες  και να αποκτήσει ξανά ενισχυμένη πλειοψηφία. Στη διάρκεια της δεύτερης τετραετίας από το 2014 έως σήμερα η διαφθορά απέκτησε το χαρακτήρα ενός κεντρικά κατευθυνόμενου συστήματος. Με το πρόσχημα δημιουργίας μιας εθνικής αστικής τάξης δημιουργήθηκε μια κρατικοδίαιτη επιχειρηματική τάξη η οποία έχει σχεδόν αποκλειστική πρόσβαση στις δημοπρασίες και στα ευρωπαϊκά κονδύλια. Για να βγεις κερδισμένος από οποιοδήποτε διαγωνισμό πρέπει να ανήκεις στην προσωπική πελατεία και στην πολιτική οικογένεια του πρωθυπουργού.

Με ανησυχία βλέπουμε ότι στις δημοσκοπήσεις προηγείται με μεγάλη διαφορά το Φιντές του Όρμπαν, ενώ το ακροδεξιό Γιόμπικ βρίσκεται στη δεύτερη θέση. Πως το ερμηνεύετε αυτό;   
Από τη μία, εξηγείται με τον κατακερματισμό της Αριστεράς. Από την άλλη, τα τελευταία τρία χρόνια προέκυψε ένα αξιοσημείωτο παράδοξο φαινόμενο. Σχετικά με το προσφυγικό πρόβλημα από τις αρχές του 2015 το Φιντές άρχισε να προσπερνάει το Γιόμπικ από τα δεξιά. Παράλληλα, το  Γιόμπικ αναγκαστικά μετατοπίστηκε προς το κέντρο. Ο σημερινός πολιτικός λόγος του Γιόμπικ, εκτός του προσφυγικού ζητήματος, δεν είναι καθόλου ακραίος. Είναι ζήτημα εμπιστοσύνης το αν ο καθένας θεωρεί ειλικρινή αυτόν τον καινούργιο πολιτικό λόγο. Δεν είναι λίγοι αυτοί οι αριστεροί και φιλελεύθεροι διανοούμενοι οι οποίοι με το σκοπό μιας κάθαρσης δέχονται μια προεκλογική, η και μια σύντομη κυβερνητική συνεργασία, με το Γιόμπικ. Σήμερα το Γιόμπικ αυτοπροβάλλεται ως η μόνη δύναμη η οποία μπορεί να νικήσει το Φιντές. Και αυτή η κατάσταση, μέχρι να εμφανιστεί μια αυθεντική αριστερή πολιτική δύναμη, θα παραμείνει η ίδια.