Υπάρχει ακόμα χώρος για την ελπίδα

Συνέντευξη με τον Σέρχιο Άιρες υποψήφιο ευρωβουλευτή του Μπλόκο της Aριστεράς

Ο Σέρχιο Άιρες, υποψήφιος ευρωβουλευτής του Μπλόκο της Αριστεράς και πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικτύου κατά της Φτώχειας, μιλάει στην «Εποχή» για την Ευρώπη, την πολιτική προοδευτικών συμμαχιών και την ανάγκη αλλαγής των κανόνων του συμφώνου σταθερότητας ως προϋπόθεση για τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

Το θέμα της Ευρώπης βρίσκεται στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Ποια είναι η οπτική σου για τις εξελίξεις;
Δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι η Ευρώπη βρίσκεται στο επίκεντρο των δημόσιων συζητήσεων, ή τουλάχιστον ότι συζητείται για τους καλύτερους λόγους. Η κατάσταση του Brexit και το ζήτημα των προσφύγων δίνουν μια σαφή εικόνα του πώς οι συζητήσεις για την Ευρώπη μπορούν να μας οδηγήσουν στη χειρότερη δυνατή κατεύθυνση. Είναι αλήθεια ότι οι λανθασμένες αποφάσεις και η επιμονή σε ένα μοντέλο ανάπτυξης, που κατά τα τελευταία 30 χρόνια δεν μπόρεσε να μειώσει τις ανισότητες και να εξαλείψει τη φτώχεια, και αντί να δημιουργήσει πλούτο, ήταν υπεύθυνο για ένα μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των πολιτών, θέτουν σαφώς το στοίχημα της Ευρώπης που θέλουμε. Γιατί ανοίγοντας την πόρτα στις πιο λαϊκιστικές, ρατσιστικές και βίαιες προσεγγίσεις, οι πολιτικές αυτές θέτουν ακόμη περισσότερο σε κίνδυνο το ευρωπαϊκό σχέδιο και τη δημοκρατία. Από το 2010, στο πλαίσιο της στρατηγικής «Ευρώπη 2020», η ΕΕ ανακοίνωσε την εστίασή της στην ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς. Αλλά τι σημαίνει «ανάπτυξη χωρίς αποκλεισμούς»; Ανάπτυξη για ποιον; Ανάπτυξη για τι; Πού μπορούμε να βρούμε μια ελάχιστη συναίνεση σχετικά με τις αιτίες της φτώχειας και πώς μπορούμε να την εξαλείψουμε; Συνολικά, φαίνεται ότι επιμένουμε στο ίδιο πρότυπο που μας έφερε σε αυτή την καταστροφή. Επιμένουμε ότι η ανάπτυξη είναι ο μόνος προσανατολισμός και ξεχνάμε ότι οι ανισότητες μεταξύ αυτού του είδους της ανάπτυξης ευθύνονται για τον τεράστιο και αυξανόμενο αριθμό των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας και ακραίας φτώχειας. Το κύριο πρόβλημα εξακολουθεί να είναι η ανακατανομή του πλούτου και η αντιμετώπιση των ανισοτήτων και συγκεκριμένα στις αγορές εργασίας, εντός και μεταξύ των κρατών μελών. Και επίτρεψε μου να είμαι όσο το δυνατόν πιο άμεσος: είναι καιρός, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να πείσουμε τους πολίτες στο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να σταματήσουμε να είμαστε κυνικοί. Η φτώχεια και οι ανισότητες υπήρχαν ήδη πριν από την κρίση. Η κρίση, την οποία έχουμε την τάση να ξεχνάμε από πού προήλθε, ήταν απλώς μια άλλη συνέπεια των οικονομικών αποφάσεων που πήραμε. Μέχρι τώρα δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι πραγματικό για να αποφύγουμε μια συνεχή επανάληψη. Όταν κάποιος με ρωτά τι μπορούμε να κάνουμε για να έχουμε ένα άμεσο αντίκτυπο στην αντιμετώπιση της φτώχειας, και για να είμαστε αποτελεσματικοί στην ανακατανομή της ανάπτυξης και του πλούτου, δεν έχω καμία αμφιβολία: ξεκινήστε κλείνοντας τους φορολογικούς παράδεισους. Αυτό θα στείλει ένα πολύ θετικό μήνυμα σε όλους τους πολίτες που αμφισβητούν την ΕΕ για το ρόλο της στην ευημερία τους. Εάν θέλουμε να ενισχύσουμε τα συστήματα κοινωνικής προστασίας, και έχουμε αρκετούς πόρους για να κάνουμε αυτή την προσπάθεια, θα πρέπει να είμαστε σε θέση να αποφύγουμε τη νόμιμη διαφυγή δισεκατομμυρίων ευρώ από τους φορολογικούς παράδεισους.

Συμμαχία για μια κοινωνική Ευρώπη

Πώς βλέπεις την προοπτική της ενωτικής δράσης των προοδευτικών δυνάμεων της Ευρώπης; Πάνω σε ποιες πολιτικές μπορούν να δημιουργηθούν προοδευτικές συμμαχίες;
Οποιαδήποτε συμμαχία δυνάμεων που θα μπορούσε, όπως λέω συνήθως, να κάνει «μια επιστροφή στο μέλλον» και να θέσει ξανά τις θεμελιώδεις αρχές της ΕΕ ως προορισμό μας, θα πρέπει να την καλωσορίσουμε. Σαφώς, ο καλύτερος στόχος για μια τέτοια ενωτική δράση θα πρέπει να είναι η προστασία της κοινωνικής Ευρώπης και η διαφύλαξη του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να θεωρηθεί κληρονομιά του κόσμου και ο δρόμος που πρέπει να ακολουθηθεί σε παγκόσμιο επίπεδο. Οι κοινωνικές επενδύσεις και μια κοινή προσέγγιση για την καταπολέμηση της φτώχειας, θεσπίζοντας, για παράδειγμα, μια ολοκληρωμένη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την καταπολέμησή της, θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή αρχή για αυτού του είδους τις ενωτικές ενέργειες. Πρέπει να δώσουμε λύσεις στο γεγονός ότι σήμερα 121 εκατομμύρια άνθρωποι στην ΕΕ κινδυνεύουν από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό, λόγω της τρέχουσας λιτότητας και της ανισόρροπης ανάκαμψης. Αυτός ο αριθμός, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο υπολογίζεται, αφήνει ένα σημαντικό αριθμό πολιτών σε μια μόνιμη κατάσταση υψηλής ευπάθειας. Η κρίση της μετανάστευσης συντελεί στη συνεχιζόμενη σειρά κρίσεων που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Αντί να δημιουργηθεί ανταγωνισμός μεταξύ των φτωχών και των απελπισμένων, είναι τώρα ο καιρός να αντιμετωπιστούν οι ανισότητες, να καταπολεμηθεί η φοροαποφυγή και η φοροδιαφυγή, ώστε να υπάρχει ο πλούτος για επενδύσεις σε ποιοτικές δημόσιες υπηρεσίες και σε συστήματα κοινωνικής προστασίας και να διασφαλιστεί ότι οι ανάγκες όλων θα ικανοποιούνται. Πρέπει να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια και να μην καταπολεμήσουμε τους φτωχούς. Μια ένωση προοδευτικών δυνάμεων θα πρέπει να αναγκάσει τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων να αναλάβουν την ευθύνη των πολιτικών επιλογών τους, αντί να κατηγορούν την οικονομική κρίση. Για να συμβεί αυτό και να αντιστραφεί η σημερινή τάση, οι μακροοικονομικές πολιτικές πρέπει να ευθυγραμμιστούν με τους κοινωνικούς στόχους και την υπηρεσία της κοινωνικής ένταξης και συνοχής, τους πραγματικούς στόχους της ίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κοινωνική πολιτική πρέπει να θεωρείται ως μια επένδυση, όχι ως κόστος, αλλά ως μια προϋπόθεση για την ανάπτυξη υψηλής ποιότητας ικανή να εξασφαλίσει πραγματική κοινωνική ένταξη και βιώσιμη ανάπτυξη.

Τι δυνατότητες θεωρείς ότι έχουν οι χώρες του Νότου για να συγκροτήσουν έναν πόλο που θα αμφισβητήσει τη γερμανική κυριαρχία στην Ευρώπη;
Κατά την προσωπική μου άποψη, είχαμε μια μεγάλη ευκαιρία να το κάνουμε αυτό όταν άρχισαν να εφαρμόζονται τα προγράμματα λιτότητας της τρόικας στις νότιες χώρες. Δυστυχώς, δεν ήμασταν σε θέση να βρούμε την απαραίτητη αλληλεγγύη μεταξύ μας για να διαπραγματευτούμε μια κοινή ατζέντα. Αυτό που έγινε ξεκάθαρο είναι ότι μεμονωμένα χάσαμε όλοι, αν και μερικές χώρες περισσότερο από άλλες. Δεν είμαι τόσο σίγουρος ότι αυτό που πρέπει να πολεμήσουμε είναι η κυριαρχία της Γερμανίας, ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, ή ομάδας χωρών. Είναι σαφές ότι υπήρχε μια απαγωγή της πολιτικής εξουσίας και οι δημοκρατίες μας, ή ό,τι έχει απομείνει από αυτές, ελέγχονται απόλυτα από την οικονομική εξουσία των νεοφιλελεύθερων, πολύ καλά οργανωμένων, δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Εν πάση περιπτώσει, μια ισχυρή κοινή θέση από τις χώρες του Νότου, που σήμερα είναι πιο περίπλοκη όταν εξετάζουμε την κατάσταση σε ορισμένες από αυτές, όπως για παράδειγμα στην Ιταλία, μπορεί να διαδραματίσει ακόμα ένα ρόλο, προσπαθώντας να εξισορροπήσει τις δυνάμεις μεταξύ των κρατών μελών και να ενισχύσει την αναγκαία αλληλεγγύη μεταξύ των λαών της Ευρώπης. Πρέπει, όμως, να είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουμε έναν από τους πιο δύσκολους εχθρούς της συνεργασίας και της αλληλεγγύης μεταξύ των χωρών: τον αυξανόμενο εθνικισμό, τα διεστραμμένα επιχειρήματά του, και τις πολιτικές του θέσεις.

Να αντιστρέψουμε την παρούσα κατάσταση

Το Μπλόκο της Αριστεράς ξεκίνησε την προηγούμενη εβδομάδα στην Κοΐμπρα την εκστρατεία για τις ευρωεκλογές. Πώς αναδεικνύονται στην εκλογική σας ατζέντα οι δυνατότητες που υπάρχουν, παρά τους υφιστάμενους περιορισμούς, για μια πολιτική υπέρ των πολλών;
Πιστεύουμε και θέλουμε να επιβεβαιώσουμε με μεγάλη πεποίθηση ότι υπάρχει ακόμα χώρος για την ελπίδα. Δεν μπορούμε να σηκώσουμε τα χέρια μας και να αποδεχθούμε τη συνολική αποτυχία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η ΕΕ εξακολουθεί να είναι ένα έγκυρο σχέδιο, και ως εκ τούτου η βασική ιδέα είναι ότι αυτή δεν είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση που θέλουμε αλλά πιστεύουμε σε αυτήν, στις θεμελιώδεις αρχές και στους στόχους της. Αυτό που χρειαζόμαστε σαφώς είναι να αντιστρέψουμε πλήρως την παρούσα κατάσταση. Πρέπει να σταματήσουμε την παρέμβαση στις εθνικές αποφάσεις, δηλαδή εκείνες που μπορούν να αντιστρέψουν τις «αυστηρές» λύσεις που επέβαλε η τρόικα και στη συνέχεια το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο. Δεν μπορούμε να δεχτούμε τη συνεχή ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και αγαθών, να συνεχίσουμε να αγνοούμε την ανθρωπιστική καταστροφή των προσφύγων και να ανεχτούμε τη συνέχιση των μη ισορροπημένων προσεγγίσεων για τις περιβαλλοντικές αποφάσεις. Το σύμφωνο σταθερότητας και ο τρόπος με τον οποίο διαχειριζόμαστε το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο πρέπει να τεθούν υπό αμφισβήτηση σε όλα τα επίπεδα. Η ΕΕ και τα θεσμικά όργανα έχουν αναγνωρίσει ότι υπάρχει σαφής αποτυχία στην επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί για την παρούσα στρατηγική της. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνώρισε ήδη σε διαφορετικά στάδια ότι η ΕΕ πρέπει να εξισορροπήσει τις οικονομικές επιδόσεις και τα επίπεδα κοινωνικής συνοχής. Αλλά τι έχει γίνει; Σχεδόν τίποτα! Υπάρχει ένας συνολικός εφησυχασμός με τη σημερινή κατάσταση, που πάνω από το 25% του πληθυσμού της ΕΕ ζει σε κίνδυνο φτώχειας. Και μετά φωνάζουμε δυνατά ότι η δημοκρατία είναι σε κίνδυνο όταν βλέπουμε την ανάπτυξη και την αύξηση λαϊκιστικών και φασιστικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη. Είναι σχεδόν αστείο -αν δεν ήταν δραματικό!- να βλέπουμε τους υπεύθυνους για την παρούσα κατάσταση τόσο φοβισμένους για την άνοδο των εξτρεμιστικών κινημάτων, και ταυτόχρονα να μην κάνουμε τίποτα για να αντισταθούμε στις αίτιες που κρύβονται πίσω από την αυξανόμενη υποστήριξη τους: φτώχεια, κοινωνικός αποκλεισμός, ανισότητες, διακρίσεις. Αντιμετωπίζουμε μια μεγάλη πρόκληση, ίσως η μεγαλύτερη από το τέλος του 2ου παγκόσμιου πολέμου. Για αυτό πρέπει να ενισχύσουμε τις απαραίτητες συμμαχίες, δηλαδή μεταξύ των αριστερών κομμάτων, γιατί για αγώνες όπως αυτούς, με μια αντιπαράθεση κοσμοθεωρήσεων τόσο δύσκολη όσο αυτή που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε στις επόμενες ευρωπαϊκές εκλογές, είναι απαραίτητο να είμαστε πιο ενωμένοι από ποτέ. Ενωμένοι στην πολυμορφία, αλλά ενωμένοι. Δεν μας λείπουν τα επιχειρήματα, πρέπει να μπορέσουμε να ενσωματώσουμε όλες τις διαφορές στη διαπραγμάτευση μιας κοινής ατζέντας, η οποία, εν τέλει, είναι αυτή που υπερασπίζεται τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη βιώσιμη παγκόσμια ανάπτυξη.

Η ΕΕ απέτυχε στην αντιμετώπιση της φτώχειας

Από το 2012 μέχρι πέρυσι ήσουν πρόεδρος στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά της Φτώχειας (EAPN). Πώς αποτιμάς την πολιτική που ακολουθούν οι Βρυξέλλες σχετικά με την αντιμετώπιση της φτώχειας; Και κατά πόσο θεωρείς ότι φταίει η αρχιτεκτονική του ευρώ για τις κοινωνικές ανισότητες που υπάρχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Όπως προανέφερα, η ΕΕ απέτυχε εντελώς στον στόχο της αντιμετώπισης της φτώχειας, που ήταν η μείωση της σε 20 εκατομμύρια ανθρώπους από το 2010 έως το 2020, ένας στόχος που ειρωνικά δεν συμφωνήθηκε ποτέ από το σύνολο των κρατών μελών, δεδομένου ότι ο πραγματικός στόχος που συμφωνήθηκε ήταν η μείωση μόνο κατά 12 εκατομμύρια. Ακόμη και αν υπήρξε επίσημη αναγνώριση αυτής της αποτυχίας, πάντα επισημαίνοντας ότι η κύρια αιτία ήταν η κρίση και μη αναγνωρίζοντας τις αιτίες της, η πραγματικότητα είναι ότι οι συνολικές δηλώσεις, συστάσεις και συμφωνίες θα βρίσκονται πάντα σε κίνδυνο, εφόσον δεν υπάρχει μια γενική μετατόπιση του προτύπου που μας έφερε εδώ. Και ναι, ένα από τα προβλήματα, ένας από τους λόγους που είμαστε εντελώς αδύναμοι να αντιμετωπίσουμε τη φτώχεια, είναι ακριβώς επειδή δεν αντιμετωπίζουμε τα πραγματικά και διαρθρωτικά αίτια: τις ανισότητες όσον αφορά τους μισθούς, την κοινωνική προστασία, τα δικαιώματα των εργαζομένων, τις διακρίσεις, και όλους τους κανόνες που διέπουν το σύμφωνο σταθερότητας και τη συνθήκη για τον προϋπολογισμό, που πρέπει να σταματήσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται. Τονίζω ότι δεν είμαι εναντίον του ευρώ, αλλά είμαι εντελώς αντίθετος με τον τρόπο με τον οποίο οι υπεύθυνοι λήψης αποφάσεων και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εκτελούν αυτήν τη «δουλειά». Οι κανόνες του συμφώνου σταθερότητας είναι ο χειρότερος εχθρός της καταπολέμησης της φτώχειας, της επισφάλειας της απασχόλησης και της ενίσχυσης της κοινωνικής προστασίας. Ζούμε σε μια πολύ παράλογη κατάσταση από τον Νοέμβριο του 2017 που η ΕΕ διακήρυξε τον ευρωπαϊκό πυλώνα των κοινωνικών δικαιωμάτων, εισάγοντας την ιδέα ότι τα κράτη μέλη πρέπει να ενισχύσουν τις κοινωνικές επενδύσεις για την εξισορρόπηση της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής, αλλά όταν ένα κράτος μέλος, για παράδειγμα, ανακοινώνει την αύξηση του ελάχιστου μισθού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αρχίζει να φωνάζει ότι αυτό δεν πρέπει να συμβεί αν θέλουμε να διατηρήσουμε τις δεσμεύσεις μας όσον αφορά το έλλειμμα! Η εντελώς τυφλή συμφωνία για το έλλειμμα στο πλαίσιο του συμφώνου σταθερότητας, η οποία, μεταξύ άλλων, δεν αντιμετωπίζεται εξίσου μεταξύ των κρατών μελών(!), δεν αφήνει χώρο για κοινωνικές επενδύσεις. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αν πρόκειται για μια επένδυση, αυτή δεν αποτελεί δαπάνη και, κατά συνέπεια, τουλάχιστον ένα μέρος της δεν πρέπει να θεωρείται ως έλλειμμα. Εάν δεν εισαγάγουμε αυτό το είδος ορθολογισμού, πώς θα είναι δυνατόν τα κράτη μέλη να επενδύσουν χωρίς να διακινδυνεύσουν τις συνήθεις απειλές των θεσμικών οργάνων; Πίσω από όλα αυτά είναι βέβαια και το αδύνατο να πληρωθούν τα εθνικά χρέη και τα οι πολιτικές που εφαρμόζονται με αφορμή αυτά. Αναγνωρίζεται από σημαντικό αριθμό διάσημων οικονομολόγων ότι πρέπει να επαναδιαπραγματευθούν τα εθνικά χρέη, αλλά υπάρχει χώρος για αυτήν την προσέγγιση στο παρόν πλαίσιο; Πώς μπορούμε να το εξηγήσουμε αυτό στους πολίτες της ΕΕ, προκειμένου να τους κάνουμε πραγματικά να πιστεύουν ότι η ζωή τους και η ευημερία τους έχουν σημασία; Το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (MFF) είναι εγγενώς πολιτικό. Οι μεγάλες αυξήσεις στη διαχείριση των συνόρων, την ασφάλεια, την άμυνα και οι περικοπές στη συνοχή είναι το σωστό μήνυμα που στέλνουμε; Τι λέει αυτό στους πολίτες, ιδιαίτερα στο 25% των ανθρώπων που κινδυνεύουν από τη φτώχεια και τον κοινωνικό αποκλεισμό; Οι μακροοικονομικές προϋποθέσεις εξακολουθούν να είναι πολύ ισχυρές στις προτάσεις του προϋπολογισμού.

Αυτό που θα μπορούσε να οδηγήσει;
Θα μπορούσε να οδηγήσει σε αντικίνητρα όσον αφορά τις παραγωγικές δαπάνες και να τιμωρήσει τους δικαιούχους χρηματοδότησης για πολιτικές που δεν υπόκεινται στον έλεγχό τους, ιδίως τις περιοχές με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Αυτό επιδεινώνεται από το γεγονός ότι η πρόταση της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης δεν κάνει καμία αναφορά στις δημόσιες κοινωνικές επενδύσεις. Επιπλέον, υπάρχει ο κίνδυνος μόνο οι χώρες που έχουν διετή ιστορικό, όσον αφορά την τήρηση των κανόνων δημοσιονομικού ελλείμματος της ΕΕ, να είναι δικαιούχοι για στοχοθετημένα δάνεια σε οικονομικές δυσκολίες. Αυτό συνεπάγεται το σαφή κίνδυνο να επιδεινωθούν οι ανισότητες, επομένως πρέπει να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την αφαίρεση των δημόσιων κοινωνικών επενδύσεων από τον υπολογισμό του δημόσιου ελλείμματος (αν λειτουργεί με την άμυνα, γιατί όχι και με την κοινωνική πολιτική;). Η εξάλειψη της φτώχειας και η κοινωνική ένταξη πρέπει να θεωρούνται δημόσια αγαθά και να αντιμετωπίζονται ως τέτοια στις πολιτικές και οικονομικές αποφάσεις μας. Εάν δεν μπορέσουμε να το κάνουμε αυτό, δεν θα πρέπει να εκπλαγούμε αν οι πολίτες της ΕΕ δεν πιστέψουν στο ευρωπαϊκό εγχείρημα και ψηφίσουν τις λαϊκιστικές εναλλακτικές λύσεις, που οδηγούν σίγουρα το έργο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην άβυσσο.