Στέργιος Πιτσιόρλας: Να μη διολισθήσουμε στις πρακτικές του κακού παρελθόντος

Συνέντευξη με τον Στέργιο Πιτσιόρλα, αναπληρωτή υπουργό οικονομίας και ανάπτυξης

Τη συνέντευξη πήρε ο Παύλος Κλαυδιανός

Ποιο, κατά τη γνώμη σου, είναι το διακύβευμα της επόμενης τετραετίας;
Το διακύβευμα είναι εάν μπορούμε βγαίνοντας από την περίοδο των προγραμμάτων διάσωσης, να διαμορφώσουμε μια αναπτυξιακή στρατηγική σε στέρεες βάσεις, αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο να επιστρέψουμε σε πρακτικές του παρελθόντος. Ο κίνδυνος, όμως, συνίσταται στο να προχωρήσουμε προς τα μπρος χωρίς, στην ουσία, να έχουμε απαντήσει στο πώς και γιατί φθάσαμε στην κρίση και άρα να ξανακάνουμε λάθη της ίδιας φύσης. Την τετραετία που μας πέρασε, η κυβέρνηση ολοκλήρωσε τα προγράμματα, κάτω από τις συνθήκες που όλοι γνωρίζουμε, και τα ολοκλήρωσε γιατί είχε την τόλμη να προχωρήσει σε θέματα που θεωρούνταν ταμπού. Λέγεται, για παράδειγμα, ότι το 2014 ήμασταν έτοιμοι να βγούμε από την κρίση και να περάσουμε στην ανάπτυξη. Το 2014, λοιπόν, είχαν διακοπεί οι διαπραγματεύσεις κυβέρνησης – τρόικας, διότι υπήρχε, εκτός των άλλων, κεντρική διαφωνία για το ζήτημα της ανεξαρτησίας της φορολογικής αρχής. Ήταν κάτι αδιανόητο, έως τότε, για την Ελλάδα. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θεσμοθέτησε την καθοριστική αλλαγή. Τέτοιες αλλαγές έγιναν σε ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, βεβαίως έγιναν σε μεγάλο βαθμό στο όνομα του να ξεμπερδεύουμε με το πρόγραμμα. Όμως οι αλλαγές έγιναν χωρίς να συνειδητοποιηθεί σε βάθος η σημασία τους και χωρίς να αφομοιωθούν από το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία. Αυτό το πρόβλημα ήρθε στην επιφάνεια από τον Αύγουστο και μετά. Άρα, λοιπόν, επαναλαμβάνω τα πράγματα, το διακύβευμα είναι εάν θα συνεχίσουμε -συνειδητά τώρα πια- στο δρόμο ενός αναπτυξιακού μοντέλου ή θα διολισθήσουμε σιγά-σιγά στις πρακτικές του κακού μας παρελθόντος.

Γιατί θα καλούσε κάποιος τους πολίτες, με βάση το έργο της κυβέρνησης, να ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία;
Η κυβέρνηση έδειξε τόλμη στο να υλοποιηθούν ή να ξεκινήσει η υλοποίηση μεταρρυθμίσεων αναγκαίων, τόλμη μεγαλύτερη από ό,τι είχαν οι προηγούμενοι και αυτό δεν ήταν τυχαίο, διότι οι προηγούμενες κυβερνήσεις ήταν συνδεδεμένες απολύτως με το παρελθόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε σχέση με το παρελθόν. Και αν έπρεπε κάποιος να του ασκήσει κριτική είναι ότι, ακριβώς, επειδή δεν είχε δεσμούς με το παρελθόν, έπρεπε να είναι πιο τολμηρός. Η ουσία τώρα είναι ότι η χώρα πρέπει να κατανοήσει ότι το πρόβλημά της είναι πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Για να μπορέσουμε να πετύχουμε ανταγωνιστικότητα στις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποιημένης αγοράς, θα πρέπει να πετύχουμε πολύ σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές σε όλη τη δομή της παραγωγικής διαδικασίας. Κι αυτό αφορά τους πάντες: επιχειρηματίες, εργαζόμενους, κράτος. Αν μιλήσουμε με παραδοσιακούς όρους, θα λέγαμε ότι χρειαζόμαστε ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο. Να οικοδομήσουμε, όμως, ένα νέο μοντέλο συνεργασιών των παραγωγικών δυνάμεων στην Ελλάδα δεν είναι απλή υπόθεση. Προέχει, λοιπόν, πάνω από όλα να κατανοήσουμε ότι η ουσία του προβλήματός μας είναι η έλλειψη ανταγωνιστικότητας και να σχεδιάσουμε τη συμβολή όλων των μερών στο στόχο της υπέρβασης αυτού του κεντρικού προβλήματος.

Η βιομηχανία αύξησε το μερίδιό της στο ΑΕΠ και τις εξαγωγές της. Θετικό αυτό, αλλά παρατηρείται συγχρόνως ότι αυτό δεν προκύπτει κυρίως από μια ποιοτική αναβάθμιση του παραγωγικού υπόβαθρου.
Είναι φαινομενικά αξιοπερίεργο ότι στα χρόνια της κρίση αυξάνεται η βιομηχανική παραγωγή και οι εξαγωγές. Οι ερμηνείες είναι δύο. Η πιο απλοϊκή είναι ότι η δημοσιονομική και μισθολογική προσαρμογή έκανε πιο ανταγωνιστικές τις ελληνικές επιχειρήσεις. Δεν είναι, όμως, αυτό η ουσία. Η κρίση λειτούργησε πιεστικά στις επιχειρήσεις και κατανόησαν ότι ο μόνος τρόπος να επιβιώσουν είναι να γίνουν εξωστρεφείς και να καινοτομήσουν. Υπάρχουν παραδείγματα που το αποδεικνύουν. Στη Β. Ελλάδα επισκέφθηκα μια βιομηχανία και μου μιλούσαν για το μεγάλο λάθος τους να επενδύσουν υψηλό κεφάλαιο στην αρχή της κρίσης στην έρευνα και την καινοτομία. Αν είχαν προβλέψει «σωστά», δεν θα το έπρατταν. Αυτό, όμως, τους επέτρεψε, σ’ ελάχιστο χρόνο, να μπορούν να έχουν προϊόντα που εξάγονται σε 55 χώρες. Υπό την πίεση της κρίσης, λοιπόν, αρκετές επιχειρήσεις μπήκαν στον δρόμο της καινοτομίας κι έγιναν εξωστρεφείς. Αυτό, λοιπόν, στο οποίο μας οδήγησε η ανάγκη, πρέπει τώρα να το μετατρέψουμε σε ολοκληρωμένη θετική στρατηγική. Και σε αυτή την στρατηγική να συμβάλλουν το κράτος, οι επιχειρήσεις, οι εργαζόμενοι. Κι οι αλλαγές που πρέπει να προωθηθούν είναι πάρα πολλές. Η Ελλάδα, πχ, έχει μεγάλο συγκριτικό πλεονέκτημα στον τομέα των τροφίμων. Μπορούμε αυτόν τον τομέα να τον αναπτύξουμε πάρα πολύ. Όλη η δομή, όμως, του αρμόδιου υπουργείου, και τώρα ακόμη, είναι προσανατολισμένη στη διαχείριση των επιδοτήσεων. Είναι τεράστια αλλαγή που θέλει τεράστια προσπάθεια και χρόνο. Έχουμε ήδη πρωτοβουλίες πολύ σημαντικές από ανθρώπους που το κατάλαβαν αυτό, κυρίως μορφωμένων και νέων που ξαναγύρισαν στη γεωργική παραγωγή με τελείως άλλη νοοτροπία.

Υπάρχουν πρόσφοροι τομείς στην Ελλάδα;
Προφανώς. Τόσο από μελέτες, όσο κι από το επενδυτικό ενδιαφέρον, προκύπτει ότι πέραν του τουρισμού και της ναυτιλίας, οι τομείς των μεταφορών, της ενέργειας, των τροφίμων, της αξιοποίησης του ορυκτού πλούτου, όπως επίσης και μεγάλοι βιομηχανικοί κλάδοι (π.χ. φάρμακο) παρουσιάζουν πολύ μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης. Η αξιοποίησης όμως αυτών των δυνατοτήτων συνδέεται με την αλλαγή κουλτούρας κι αντίληψης στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Εάν η συζήτηση μείνει μόνος στα θέματα της φορολογίας, δεν θα καταφέρουμε τίποτα απολύτως. Η παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων κι ανταγωνιστικών προϊόντων προϋποθέτει μια οικονομία διαφορετική από αυτή στην οποία έχουμε συνηθίσει. Στα τελευταία χρόνια της κρίσης έχουν πληθύνει τα παραδείγματα που δείχνουν αυτή τη νέα κατεύθυνση. Τα παραδείγματα αυτά πρέπει να γίνουν ο κανόνας. Άρα πρέπει να ολοκληρωθούν όλες οι αλλαγές που έχουν δρομολογηθεί σε όλα τα επίπεδα και να γίνει κοινό κτήμα η αντίληψη ότι η ανταγωνιστικότητας σήμερα σημαίνει: ψηφιοποίηση, καινοτομίας, ενεργειακή μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας, ανθρώπινο δυναμικό με υψηλή μόρφωση κι εξειδίκευση μέσω δίκαιης κατανομής του παραγόμενου πλούτου. Και βέβαια όλα αυτά στη βάση των μεγάλων πλεονεκτημάτων που εξασφαλίζει η γεωγραφική θέση της χώρας μας κι οι δυνατότητες που αυτή η θέση διαμορφώνει στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία.

Υπάρχει, άρα, κίνδυνος τώρα με την ανάκαμψη να ξεφύγει το ισοζύγιο πληρωμών; Προλαβαίνει η οικονομία;
Για να προλάβουμε χρειαζόμαστε σχέδιο. Η υποκατάσταση των εισαγωγών από εγχώρια προϊόντα κι η αύξηση των εξαγωγών ως ένα βαθμό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τα μέσα που διαθέτουν οι ίδιες οι επιχειρήσεις. Απαιτείται σχέδιο και κρατική πολιτική που να βοηθάει την ιδιωτική πρωτοβουλία. Κι επίσης χρειάζεται μια ανοιχτή πολιτική που να αναβαθμίζει το ρόλο της χώρας διεθνώς και να διαμορφώνει πολιτικούς κι οικονομικούς δεσμούς. Η ανάπτυξη των σχέσεών μας με την Κίνα τα τελευταία χρόνια είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Υπάρχει μια μεγάλη ανομοιογένεια των βιομηχανικών επιχειρήσεων. Πώς παρεμβαίνετε, λοιπόν;
Η πολυμορφία είναι πλούτος κι όχι πρόβλημα. Αυτό που θα πρέπει να εντοπίσουμε ως πρόβλημα και να επιλύσουμε, είναι η ανασυγκρότηση του δημόσιου τομέα που μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στη φάση που βρίσκεται η ελληνική οικονομία. Θέλω να πω ότι οι μεγάλες επιχειρήσεις που βρίσκονται υπό δημόσιο έλεγχο θα μπορούσαν, εάν αλλάξει το καθεστώς στο οποίο λειτουργούν, να παίξουν ένα καθοριστικό ρόλο, ενώ σήμερα αποτελούν βαρίδια. Και δεν αναφέρομαι στο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Το γεγονός ότι μια επιχείρηση είναι υπό δημόσιο έλεγχο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να λειτουργεί και με το δημόσιο λογιστικό καθεστώς και τους περιορισμούς της κεντρικής διοίκησης. Για να φέρω ένα παράδειγμα, η Αμυντική Βιομηχανία σήμερα μπορεί να γίνει βασικός μοχλός για την προώθηση της έρευνας, καθώς κι επίσης να γίνει ο κορμός ανάπτυξης μεγάλου βιομηχανικού τομέα. Κι έχουμε σοβαρές υποδομές. Υποδομές που όμως σήμερα δεν αξιοποιούνται. Η ΕΑΒ, πχ, είναι μια τεράστια υποδομή με τρομερές δυνατότητες, ως τμήμα της αλυσίδας παραγωγής της Lockheed για τα παγκόσμια προγράμματα. Δεν μπορεί, όμως, να ανταποκριθεί. Δεν μπορεί να προσλάβει προσωπικό, να αυξήσει μισθούς σε στελέχη. Κάποια στιγμή, εκ των πραγμάτων, θα βρεθεί εκτός. Πρέπει, λοιπόν, να σκεφθούμε ότι άλλο πράγμα είναι η ιδιοκτησία μιας τέτοιας μεγάλης μονάδας και άλλο πράγμα ο τρόπος που λειτουργεί.

Η παρέμβαση στα Οινόφυτα είναι ένα μοντέλο και για άλλα;
Ποια είναι σήμερα η πραγματικότητα; Πάρα πολλές άτυπες βιομηχανικές συγκεντρώσεις, χωρίς υποδομές, χωρίς υπηρεσίες προς τις επιχειρήσεις και με τεράστια προβλήματα περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων. Προς ποια κατεύθυνση δείχνει το έργο των Οινοφύτων; Προς την κατεύθυνση της σωστής χωροταξικής οργάνωσης της μεταποίησης και βιομηχανίας της χώρας μας. Της περιβαλλοντικής εξυγίανσης και της δημιουργίας επιχειρηματικών πάρκων με υποδομές, που θα βοηθήσουν τις επιχειρήσεις να αντιμετωπίσουν τις σημερινές μεγάλες προκλήσεις της ψηφιοποίησης, της ενεργειακής μετάβασης, της στροφής προς την κυκλική οικονομία. Αυτός ακριβώς είναι ο δρόμος του μέλλοντος που συμβολίζει το έργο των Οινοφύτων.

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς βουλευτής για να παρεμβαίνει πολιτικά. Όμως θα σε ρωτήσω, γιατί δεν θέτεις υποψηφιότητα;
Είχα αποφασίσει εδώ και καιρό να μην θέσω υποψηφιότητα. Ο λόγος είναι απλός. Όταν μιλάμε για την ανάγκη ανανέωσης, θα πρέπει να το εννοούμε και να το κάνουμε εμείς οι ίδιοι πρώτα πράξη. Νέα στελέχη θα πρέπει να αναλάβουν να δώσουν στον ΣΥΡΙΖΑ τη μορφή της σύγχρονης Αριστεράς που χρειάζεται ο τόπος. Η εμπειρία της διακυβέρνησης έδωσε τη δυνατότητα να αναδειχθεί μια νέα γενιά στελεχών, στα οποία θα πρέπει να παραχωρήσουμε εμείς οι παλιότεροι τη θέση μας.