Ρεμπέτικο, το μεράκι της ψυχής μας εσαεί…

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη, με αφορμή το βιβλίο «Αδέσποτες Μελωδίες. Αείζωοι λαϊκοί καημοί», που ολοκληρώνει μια τριλογία από τις εκδόσεις Μετρονόμος

Με το βιβλίο «Αδέσποτες Μελωδίες. Αείζωοι λαϊκοί καημοί», ο Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης ολοκληρώνει την Τριλογία των Ασμάτων και των Παιχνιδιατόρων: «Αδέσποτες Μελωδίες. Αείζωοι λαϊκοί καημοί», «Μάγκες Αλήστου Εποχής. 24 ρεμπέτικα πορτρέτα» και το «Μουσικό Σεργιάνι Άλλα 22 ρεμπέτικα πορτρέτα». Σε αυτό το νέο του βιβλίο ο Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης σκιαγραφεί το πορτρέτο της κοινωνίας μέσα από το λαϊκό αστικό τραγούδι, το επονομαζόμενο Ρεμπέτικο. Αρχικά παρουσιάζει γιατί και με ποιον μηχανισμό το ρεμπέτικο ακτινογραφεί τόσο εύστοχα και εμπνευσμένα την κοινωνία. Πόθεν η λέξη «ρεμπέτικο» και ποιες θεωρίες έχουν διατυπωθεί. Το πιο σημαντικό: Το ψυχογράφημα του ρεμπέτη μέσα από τη ζωή, τη δράση και το έργο του Πατριάρχη Μάρκου Βαμβακάρη. Στο δεύτερο μέρος, «Αείζωα μέλη», χαρακτηριστικές κι αδέσποτες μελωδίες, κληρονομιά των λαών της Βαλκανικής, διατρέχουν την ψυχή μας, πλουτίζουν τη μουσική, από την πρώτη εμφάνισή τους στο γραμμόφωνο μέχρι τις μέρες μας. «Θα σπάσω κούπες», «Σαράντα Παλικάρια», «Έλλη», «Το λαγιαρνί», «Το κάστρο της Ωριάς» «Μανταλένα», «Το κουτσαβάκι», «Μανάκι μου», «Μισιρλού», «Σάλα-σάλα» και άλλα μαγικά, που ομορφαίνουν τα γλέντια μας. Στο κεφάλαιο «Αμανέδες του πάθους και της απαντοχής» πρώτη φορά ερευνάται η προέλευση, η εξέλιξη των σημαντικών αμανέδων της Σμύρνης, της Πόλης και του Πειραιά, πώς μπολιάζονται στο ρεμπέτικο και κατοπινό τραγούδι. «Σμυρναίικο μινόρε», «Ταμπαχανιώτικος», «Γαλατά μανέ», «Τζιβαέρι» «Μπουρνοβαλιά», «Πειραιώτικος», διαμάντια στο μουσικό μας περιδέραιο. Τέλος, στα «Πρόσωπα και γεγονότα» σταχυολογούνται τραγούδια, που γράφονται για πρόσωπα, γεγονότα, καταστάσεις, που βιώνει ο λαός: Κακούργα πεθερά και Αθανασόπουλος, η Κούλα και η συμμορία, που δολοφονεί ταξιτζήδες, η έλευση των προσφύγων της Καταστροφής και η «υποδοχή» από τους ντόπιους, τραγούδια για το Κραχ του 1929, τους Μπολσεβίκους, για τον Μπεζαντάκο, τον Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο, την «περίεργη» αποδημία τεσσάρων πρωθυπουργών μέσα σε ένα χρόνο. Άσματα για ναυάγια και σεισμούς και άλλα πολλά…
Πρώτα ασφαλώς είναι η αγάπη του Ηλία Βολιότη – Καπετανάκη για το ρεμπέτικο τραγούδι και ύστερα η έρευνα του. Επίμονη έρευνα που δεν είναι τίποτα άλλο από τη δίψα της επικοινωνίας με τους καημούς και το μεράκι, τους αγώνες και την ήττα, την καθημερινότητα και αυτή την ίδια την ιστορία του νέου ελληνικού κράτους μέσα από το τραγούδι του λαού μας. Αυτό είναι η κυρίαρχη εντύπωση που μας προσπορίζει ο γλαφυρός λόγος του συγγραφέα. Το όλο πόνημα είναι ένα δοξαστικό της ελληνικής ψυχής. Και η σιωπή ακόμα και η διαστρέβλωση δεν έχουν τη δύναμη να αγγίξουν την κοινωνική αλήθεια που πλημμυρίζει μέσα από τις υπαρκτές συγκλονιστικές δημιουργίες γνωστών και αγνώστων συνθετών. Το λαϊκό τραγούδι έχει μια θέση αξονική στον πλούσιο μουσικό μας πολιτισμό και ο Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης τολμά και αναμετριέται με ήθος και άποψη προσθέτοντας ένα μικρό διαμάντι στην αίγλη του. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο κοσμούν εξαίρετοι πίνακες της ζωγράφου Εύας Μελά.

Τη συνέντευξη πήρε η Λιάνα Μαλανδρενιώτη

Άλλο ένα βιβλίο για το ρεμπέτικο; Μετά από τόση θητεία σου στη μελέτη της ελληνικής μουσικής, τί καινούριο φέρνει αυτό το πόνημα, ποιος είναι ο στόχος;
Θα έλεγα ότι το ταξίδι συνεχίζεται στον ολάνθιστο κήπο της ελληνικής ψυχής, όπως ήταν το σήμα της εκπομπής μου επί σειρά ετών, στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ. Αυτός ο απέραντος κήπος δεν σταματά να μας προικίζει με πανέμορφα συναισθήματα κι εμπνεύσεις στην καθημερινή ζωή. Με το παρόν βιβλίο ολοκληρώνεται η τριλογία που αφορά τους σημαντικούς λαϊκούς παιχνιδιάτορες και τα διαχρονικά άσματα του ρεμπέτικου κύκλου, όλα από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Εδώ ανθολογούμε ορισμένες από τις μεγάλες στιγμές όλων αυτών των χαρισματικών συνθετών, στιχουργών, τραγουδιστών, μουσικών, που τραγουδάμε και τώρα, μολονότι πέρασαν δεκαετίες. Τραγούδια βγαλμένα από της ψυχής τα βάθη με καημό και μεράκι. Το ρεμπέτικο είναι το μελωδικό χρονογράφημα της κοινωνίας. Δεν θα βρείτε σημαντικό γεγονός, που απασχόλησε την Ελλάδα τον καιρό που αυτό το τραγούδι βρίσκεται στο προσκήνιο, που να μην το σχολιάζει με δωρική αδρότητα και ιωνική αρμονία. Η ελληνική κοινωνία, λοιπόν, μέσα από τα τραγούδια της.

Γιατί «Αδέσποτες Μελωδίες. Αείζωοι λαϊκοί καημοί»;
Σε ένα κεφάλαιο σταχυολογώ καμιά πενηνταριά παραδοσιακές, βαλκανικές μελωδίες, καταγράφω πώς πλουτίζουν τη μουσική μας, πώς έως τώρα δισκογραφούνται και επηρεάζουν και το σύγχρονο τραγούδι. Αδέσποτες μελωδίες, που κυκλοφορούν σε όλη τη Βαλκανική, κοινή προίκα των πληθυσμών της και κάθε λαός τις προσαρμόζει στιχουργικά, μουσικά, ερμηνευτικά στις τρέχουσες κάθε φορά ανάγκες. Θυμηθείτε, λόγου χάρη: «Σαράντα παλικάρια», «Θα σπάσω κούπες», «Κουτσαβάκι», «Κακούργα Έλλη», «Κάστρο της Ωριάς», «Μανταλένα», «Ελενάκι», «Μανάκι μου», «Τί σε μέλει εσένανε», μέχρι την «Μισιρλού», που την τραγουδάει όλος ο ντουνιάς.

Και γιατί αστικό λαϊκό τραγούδι, όπως αναφέρεται στο βιβλίο;
Αστικό λαϊκό τραγούδι, γιατί το ρεμπέτικο είναι με δυο λόγια η ποιοτική, δυναμική μετεξέλιξη του δημοτικού τραγουδιού στις συνθήκες των πόλεων, στην οδυνηρή και ανάπηρη μετεξέλιξη της κοινωνίας μας από τις αγροτικές δομές στην αστική συγκρότηση. Ο όρος «λαϊκό αστικό τραγούδι» είναι πιο σωστός από κοινωνική και οικονομική πλευρά, πλην δεν έχει την ομορφιά, την έμπνευση, την κυριολεξία της λέξης ρεμπέτικο, από το αρχαίο ρήμα ρέμβω-ρέμβομαι και στο Βυζάντιο ρέμπω-ρέμπομαι. Αναφέρονται στο βιβλίο αναλυτικά αυτά με στοιχεία. Στο εξώφυλλο και στο οπισθόφυλλο, που είναι δυο πανέμορφοι πίνακες της φίλης ζωγράφου Εύας Μελά, εικονογραφείται και αυτή η διάσταση.

Να θυμίσουμε στους αναγνώστες μας, για ποια περίοδο μιλάμε, πότε αρχίζει και πότε τελειώνει ο κύκλος του ρεμπέτικου;
Μιλάμε περίπου από το 1880, οπότε συμβαίνουν εκατέρωθεν του Αιγαίου τα πρώτα αστικά φαινόμενα και οι μουσικές εκφάνσεις, που τα συνοδεύουν, έως το 1955, όταν πάλι για κοινωνικούς λόγους κλείνει ο κύκλος παραγωγής του ρεμπέτικου, αλλάζει η εγχώρια κοινωνία ριζικά (πάλι προβληματικά) και συμβαίνουν άλλα πράγματα.

Πώς θα σκιαγραφούσες με δυο δημοσιογραφικούς τίτλους το πορτρέτο του ρεμπέτη;
Απλός λαϊκό άνθρωπος, καθημερινός πολίτης, τον βασανίζουν συνεχώς χίλιες δυο αντιξοότητες, έρμαιο των πολιτικών και κοινωνικών καταστάσεων, και ο ίδιος είναι ασύνειδος συνένοχος, που όμως τολμά να διασκεδάζει τους καημούς του, μια και η παρέα δημιουργεί πολιτισμό. Καταγράφονται στο βιβλίο τραγούδια, που δίνουν αδρά αυτήν την εικόνα και το πιο σημαντικό, προσπαθούμε μέσα από την ψυχογραφία της προσωπικότητας του πατριάρχη Μάρκου Βαμβακάρη, να μιλήσουμε συγκεκριμένα για το ποιόν του ρεμπέτη και όχι θεωρητικά.

Ασκείς, θα έλεγα, πολεμική στις θεωρίες άλλων ερευνητών για το «περιθωριακό», το «απαγορευμένο», το «κυνηγημένο» ρεμπέτικο.
Νομίζω ότι είναι έωλες, παρωχημένες εικοτολογίες, εκτός από ανιστόρητες, και αυτό αποδεικνύεται μέσα από τα ίδια τα τραγούδια. Καταδεικνύω, όμως, και την ταξική σύγκρουση, που έλαβε χώρα και στον πολιτισμό και ειδικότερα στο πιο ακριβό παιδί του, τη λαϊκή μας μούσα. Από την ίδρυσή του το προτεκτοράτο των ξένων, αυτή η αποικία, πολεμά το λαϊκό πολιτισμό. Επίσημος εναντίον λαϊκού πολιτισμού. Ό,τι έβγαλε η σμίλη των αιώνων, παράδοση, δημοτικό τραγούδι, νεώτερα λαϊκά μελωδικά έργα η ξενόδουλη άρχουσα τάξη τα θεωρούσε άθλια προϊόντα σκλαβιάς, τεκμήρια «της παρ’ ημών αθλιότητος», όπως έγραψε κάποια εφημερίδα. Πολεμούσε λυσσαλέα τα λαϊκά δημιουργήματα, ζητιάνευε δυτικότροπα κουρέλια. Κακοποιούσε όπερες, οπερέτες και άλλα ευρωπαϊκά μουσικά είδη, τα μεταγλώττιζε κατά άθλιο τρόπο και τα σέρβιρε ως αποδεκτά για καθώς πρέπει πολίτες. Αυτό είχε συνέπεια ο λαϊκός πολιτισμός να κυλάει υπογείως και να αναπτύσσεται ερήμην της άρχουσας τάξης, να γίνεται ζωντανό χρονογράφημα της καθημερινότητας του λαού. Φυσικά, την ίδια στιγμή, επειδή τα ρεμπέτικα τραγούδια πουλούσαν, οι εταιρείες τα δισκογραφούν σωρηδόν. Για ποιο περιθώριο, ποιο κυνηγημένο, απαγορευμένο ρεμπέτικο μιλάνε, όταν από τα περίπου 24.000 ελληνικά ηχογραφήματα στο γραμμόφωνο (78 στροφές) τα 16.000 είναι ρεμπέτικα και παραδοσιακά; Όταν στην Αθήνα υπάρχουν καμιά δεκαριά χιλιάδες γραμμόφωνα, η «Κακούργα πεθερά» του Ιάκωβου Μοντανάρη (1931) φθάνει τα 90.000 αντίτυπα -ρεκόρ, που ξεπερνιέται μόνο το 1959 από το «Γκρίζο γατί» του Μάνου Χατζιδάκι.

Εκφράζεις ιδιαίτερη αγάπη για τους αμανέδες. Είναι ένα ξεχασμένο πια είδος;
Έγραφα στην ιστορία της ελληνικής μουσικής («Μούσα Πολύτροπος», Μετρονόμος) ότι ο στιχουργικός, φωνητικός και οργανικός αυτοσχεδιασμός, το δίστιχο, ο αμανές και το ταξίμι, είναι μαμή της λαϊκής μουσικής στη μεσογειακή λεκάνη. Υπήρχαν στο βιβλίο αυτό λαογραφικά στοιχεία για την προέλευση των αμανέδων. Τώρα ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να δούμε πώς δισκογραφούνται και πώς εξελίσσονται τα δημοφιλέστερα είδη των αμανέδων στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη και στην Αθήνα από το 1907-1910, που έχουμε τις πρώτες ηχοληψίες μέχρι το 1936, οπότε τους απαγορεύει η δικτατορία του Μεταξά. Τυπικά, φυσικά, καταργούνται, γιατί όλη αυτή η προίκα του αργόσυρτου τραγουδιού με τα περίτεχνα γοργά γυρίσματα, ποτέ δεν σταματά να πλουτίζει τη μουσική. Ισχυρίζομαι ότι αυτό το κεφάλαιο στο «Αδέσποτες Μελωδίες. Αείζωοι λαϊκοί καημοί» είναι μοναδικό στην παγκόσμια βιβλιογραφία. Διόλου τυχαία το ξεχασμένο είδος σήμερα γίνεται ολοένα πιο αγαπητό σε «ψαγμένους» καλλιτέχνες της εγχώριας μουσικής σκηνής. Για παράδειγμα το Σμυρναίικο Μινόρε περνά σαν κόκκινη κλωστή από το 1907 έως το 2018 στην ελληνική λαϊκή μουσική, όπως προκύπτει στο βιβλίο μου από τα ανθολογούμενα τραγούδια. Ο φίλος μου Γιώργος Ξηντάρης τραγουδούσε πρόσφατα τελευταία φορά αυτόν το χειμώνα στην Αθήνα, εξαιρετικός αμανετζής ο ίδιος, είπε μεγάλη κουβέντα και την σημειώνω: Ο αμανές είναι το ταξίμι της φωνής! Για αυτό-προσθέτω-ποτέ δεν πρόκειται να σβήσει από τη λαϊκή μας μούσα και πάντα θα την γονιμοποιεί.

Τραγούδια για πρωθυπουργούς, βασιλιάδες, υπουργούς, αθλητές, μις Ελλάς, φονικά, αγύρτες, ναυάγια, σεισμούς, πλημμύρες, για την κρίση του 1929, ένα τεράστιο κοινωνικό μωσαϊκό, ίσως άγνωστο σήμερα στον πολύ κόσμο…
Είπαμε ήδη ότι το ρεμπέτικο έχει μιλήσει για τα σημαντικά, αλλά και ασήμαντα πρόσωπα και γεγονότα. Θέλω να προσθέσω και για την πολιτική διάσταση: Ποτέ δεν πολιτικολογεί το ρεμπέτικο. Καταγράφει καταστάσεις από την πλευρά των ανθρώπων του λαού. Ξέρει τις αιτίες, τις θεωρεί προϋπόθεση και πάει να σχολιάσει κατευθείαν τις συνέπειες για τον εργαζόμενο, τον απλό πολίτη, τον ερωτευμένο νέο, την κοπέλα, που ζει το δικό της Γολγοθά στον Μεσοπόλεμο. Το κάνει αυτό γιατί θέλει να δίνει απαντοχή με πανέμορφες εικόνες. Φυσικά δεν λείπουν και τα πιο άμεσα πολιτικά τραγούδια πάλι από την όχθη των ανθρώπων του λαού. Με τις αυταπάτες τους και τα αδιέξοδα αλλά και την κοφτερή κριτική, τον δωρικό σαρκασμό. Ο αναγνώστης θα βρει άσματα, που γράφτηκαν για σημαντικά γεγονότα. Για παράδειγμα, αν προσέξει τα τραγούδια, που γράφονται για την κρίση του 1929, αντιλαμβάνεται ότι μιλάνε για το σήμερα και είναι γραμμένα για το εκάστοτε αύριο. Τραγούδια για το τεράστιο πρόβλημα της αποκατάστασης των προσφύγων του 1922, τις περίφημες ομολογίες, το όνειρο κάθε προικοθήρα, για τον Τζιμ Λόντο, για τα υπολείμματα της ληστοκρατίας, για τους διαγωνισμούς μις Ελλάς, για τη συμμορία που σκότωνε ταξιτζήδες, για την γυναίκα που ψηφίζει, τον Σίμο τον υπαρξιστή, για χίλια δυο! Τί να λέμε τώρα; Δεν λατρεύουμε αδίκως το ρεμπέτικο! Είναι το μεράκι της ψυχής μας εσαεί…

***

Ο Ηλίας Βολιότης – Καπετανάκης γεννιέται στις 18 Ιουνίου 1955, στον Βόλο, όπου τελειώνει το δημοτικό σχολείο. Το 1967 μεταναστεύει οικογενειακά στην Αθήνα και πηγαίνει στο εξατάξιο, τότε, γυμνάσιο, στη Νίκαια του Πειραιά. Κατόπιν φοιτά στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών τη σημαδιακή εποχή 1973 – 1978. Από το 1975 ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Διατελεί μέλος της Αρχισυνταξίας, αρχικά του Οδηγητή (1975-1976) και επί δέκα χρόνια του Ριζοσπάστη (υπεύθυνος θεμάτων νεολαίας). Από το 1986 δουλεύει στη σύνταξη του δελτίου ειδήσεων της Ραδιοφωνίας της ΕΡΤ. Παράλληλα, συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά, στο πολιτικό και στρατιωτικό ρεπορτάζ, και για πολιτιστικά θέματα: Ελεύθερος Τύπος, Ελευθεροτυπία, Απόφαση, Άμυνα και Διπλωματία, Πτήση και Διάστημα, Δίφωνο, Διαβάζω, Ήχος, Θητεία, Νέα Εποχή (κυπριακό), κ.ά. Πρωτοστατεί στην έκδοση του πολιτιστικού περιοδικού Μετρονόμος (Μάρτιος του 2001). Από το φθινόπωρο του 1998 έως το 2003 παρουσιάζει την καθημερινή εκπομπή στην ΕΡΑ-5 Μουσικό Σεργιάνι. Από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Απρίλιο του 2010 συνεχίζει το Μουσικό Σεργιάνι (Παρασκευή 10 – 12μμ), Σήμερα είναι συνταξιούχος δημοσιογράφος και ασχολείται με το συγγραφικό έργο.