Συνέντευξη με τον Τζέρεμι Γκίλμπερτ για τα κινήματα πόλης και τα αυτοδιοικητικά σχήματα της αριστεράς

Για να μετατρέψουμε την πόλη από αντικείμενο φόβου, σε φάρο ελπίδας

theoria1

Τη συνέντευξη πήραν η Ραχήλ Σοφία Σουβ και ο Αλέσιο Κολιούλις

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, στις δυτικές δημοκρατίες καταγράφεται μια σταθερή άνοδος αντιδημοκρακτικών τάσεων και πολιτικής απογοήτευσης. Αντιμέτωπες με αυτές τις προκλήσεις, οι σύγχρονες δημοκρατίες γίνονται ευάλωτες και ανυπεράσπιστες. Ταυτόχρονα, επέρχεται μια ριζοσπαστική αλλαγή. Κινήματα πόλης ανά τον κόσμο, μέσω του διαδικτύου, πειραματίζονται σε νέες μορφές δημοκρατικών πρακτικών και πολιτικών θεσμών. Σε ποιο βαθμό, τα σημερινά πολιτικά κινήματα αμφισβητούν τις παραδοσιακές έννοιες της δημοκρατίας, της εξουσίας και της κοινωνικής αλλαγής;
Για να σας απαντήσω πρέπει να ορίσουμε τις εννοούμε «παραδοσιακή έννοια».  Αν η ερώτηση αφορά τις «κυρίαρχες φιλελεύθερες-δημοκρατικές έννοιες», τότε είναι προφανές ότι αυτές βρίσκονται υπό αμφισβήτηση. Ωστόσο, τα αιτήματα αυτών των κινημάτων δεν είναι και πολύ καινούρια. Δεν έχουν αλλάξει και πολλά στη ριζοσπαστική αυτοδιοικητική πολιτική, από αυτή την πολιτική που χάραξαν αναρχικοί στην Βαρκελώνη του 1930 ή οι Κομμουνάριοι στην Παρισινή Κουμμούνα του 1871. Άλλωστε, ο διεθνισμός ήταν και τότε μέρος της ιδεολογίας τους.
Ακόμα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, έχουμε παραδόσεις που, αν και έχουν κατασταλεί εδώ και χρόνια, καθιερώθηκαν στον 19ο αιώνα, όπως για παράδειγμα η ιδέα ενός Ανεξάρτητου Εργατικού Κόμματος, που στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στις αρχές της δημοκρατικής οικονομικής αυτοοργάνωσης από τους εργάτες και στον αντιμιλιταρισμό. Φυσικά, τα αιτήματα και οι προκλήσεις, η συζήτηση για τις σχέσεις εξουσίας, το απαραίτητο θεωρητικό πλαίσιο εξελίχθηκαν και εξειδικεύτηκαν με τον καιρό, ωστόσο τα κεντρικά αιτήματα και το οργανωτικό ζήτημα παρέμειναν ίδια, όπως επίσης και τα βασικά προβλήματα και εμπόδια που αντιμετωπίζει η άμεση δημοκρατία (πλουτοκρατία, φιλελευθερισμός, πατριαρχία, εθνικισμός).

Αυτοδιοικητικά κινήματα και αριστερά

Τα νέα τοπικά και παγκόσμια δίκτυα, όπως το Δίκτυο Ατρόμητων Πόλεων, συγκροτήθηκαν για να απαντήσουν στις συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 2008, στις πολιτικές λιτότητας και τις ευρωπαϊκές μεταναστευτικές/προσφυγικές πολιτικές. Αυτά τα διεθνή δίκτυα και οι ηλεκτρονικές πλατφόρμες έρχονται να εφαρμόσουν τις νέες δημοκρατικές πρακτικές που διαμορφώνονται και τους πολιτικούς θεσμούς που ιδρύονται. Με ποιο τρόπο τα κινήματα αυτά βάζουν τα θεμέλια της άμεσης δημοκρατίας; Ποιο είναι το λιθαράκι τους στα οράματα και τις πρακτικές μιας ριζοσπαστικής δημοκρατίας;
Η ερώτησή σας δεν μπορεί να απαντηθεί, χωρίς να μακρηγορήσω. Για να το αποφύγω αυτό, θα προσπαθήσω να απαντήσω εννοιολογικά. Σε γενικές γραμμές, κάθε μορφή δημοκρατίας θα πρέπει να δίνει χώρο, έστω και ελάχιστο, σε αυτές που αποκαλώ «ισχυρές συλλογικότητες» (potent collectivities), δηλαδή σε κάθε είδους ομάδα που μπορεί να παίρνει συλλογικές αποφάσεις και με κάποιο τρόπο να τις εφαρμόζει. Αυτό μπορεί να ακούγεται κοινότοπο, ίσως και να είναι. Ωστόσο, κάθε νεοφιλελεύθερη κοινωνία προσπαθεί με κάθε μέσο να αποτρέψει αυτή την εμπειρία από τους πολίτες. Επομένως, όποτε κάποιος θεσμός ή κίνημα επιτρέπει σε αυτές τις συλλογικότητες να αναπτύξουν τη δράση τους, τότε ωφελείται και εξελίσσεται η δημοκρατία.
Ακόμα, πιστεύω ότι τα αυτοδιοικητικά κινήματα ενισχύουν σημαντικά την δημοκρατία, όταν λειτουργούν τους τοπικούς θεσμούς με γνώμονα τη δημοκρατία και την πρωτοπορία.
Δεν είναι τυχαίο που η Αριστερά πάντα είχε επιρροή στις πόλεις. Οι Χαρντ και Νέγκρι εύστοχα έχουν παρατηρήσει ότι η μητρόπολη είναι η έδρα του πλήθους. Μια από τις βασικές έγνοιες της αστικής και αντιδημοκρατικής ιδεολογίας από τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν να απομυζήσει την πόλη, να την παρουσιάσει ως άντρο τρομοκρατίας, ως ένα μέρος από το οποίο πρέπει να ξεφύγουμε, ως ένα τόπο που πρέπει να εγκαταλειφθεί. Ο ρόλος αυτών των κινημάτων είναι εξαιρετικά κρίσιμος, προκειμένου να μετατρέψουμε την πόλη από αντικείμενο φόβου σε φάρο ελπίδας.

Ποιες είναι οι προκλήσεις για αυτά τα κινήματα; Ποιες οι δυνατότητες και ποια τα εμπόδια που έχουν να αντιμετωπίσουν;
Η απάντηση είναι απλή. Δεν ζούμε σε πόλεις-κράτη. Ακόμα και στην πιο αστικοποιημένη χώρα της Ευρώπης, στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι περισσότεροι άνθρωποι ζουν σε μικρού ή μεσαίου μεγέθους πόλεις, παρά σε μεγάλες. Ζούμε ουσιαστικά σε προαστιακές κοινωνίες. Το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς αυτές οι πρακτικές ριζοσπαστικής δημοκρατίας θα περάσουν τα τοπικά όρια του προαστίου. Την εποχή της άμεσης και οριζόντιας επικοινωνίας, θα έπρεπε να ήταν να δυνατόν να απαντηθεί αυτό το ερώτημα πιο εύκολα από ποτέ, τουλάχιστον ως προς το τεχνικό και οργανωτικό του σκέλος. Ιδεολογικά, πολιτιστικά και πολιτικά, μπορεί να είναι πιο δύσκολο να γίνει (…)

Ο ρόλος της ηγεσίας

Η ριζοσπαστική δημοκρατία είναι ένα ετερογενές πεδίο. Να επιχειρήσουμε έναν ορισμό με ορισμένα απτά παραδείγματα;
Με τον όρο αυτό αναφέρομαι στις πολιτικές ή πρακτικές που επιδιώκουν να διευκολύνουν ή να επιτρέψουν την παρουσία ισχυρών συλλογικοτήτων, οι οποίες θα πρέπει να είναι τουλάχιστον μαζικές και πολυσχιδείς. Διαφωνώ με όσους χρησιμοποιούν τον όρο προσδίδοντάς του αρνητικό περιεχόμενο, αναφερόμενοι για παράδειγμα σε όσα δεν συνιστούν δημοκρατία. Όσον αφορά τα απτά παραδείγματα, αξίζει να μελετήσουμε τις προσπάθειες της «Βαρκελώνης από Κοινού» να θεσμοθετήσει μορφές συμμετοχικής δημοκρατίας στο δήμο, όπως επίσης και όσα επιχειρούνται σε περιοχές της Βολιβίας.

Στο τελευταίο τους βιβλίο, «Συνέλευση», οι Χαρντ και Νέγκρι υποστηρίζουν ότι τα κινήματα που δεν έχουν ηγέτες, δεν μπορούν να προσφέρουν τις λύσεις που αναζητούμε. Θα λέγατε ότι δεν αρκεί η οριζόντια λειτουργία των κινημάτων;
Φυσικά και δεν αρκεί, από τη στιγμή που είναι αδύνατο να λειτουργήσουν όλα οριζόντια. Σε κάθε κοινωνική σχέση ή μορφή κοινωνικής οργάνωσης υπάρχει έστω και μια μίνιμουμ «κάθετη» οργάνωση. Γι’ αυτό και κάποιες μορφές αναρχισμού που επιχειρήθηκε η ακραιφνώς οριζόντια λειτουργία, κατέληξαν αναπόφευκτα να είναι ελευθεριακοί, ατομικιστικοί μηδενισμοί. Γι’ αυτό πιστεύω ότι όλες αυτές οι θεωρίες ριζοσπαστικής δημοκρατίας που εστιάζουν στην «κάθετη» οργάνωση, με ερωτήματα περί κυριαρχίας κ.λπ., όπως η θεωρία της Σαντάλ Μουφ, παραμένουν εξαιρετικά χρήσιμες και σημαντικές.
Είναι κρίσιμο να αναγνωρίσουμε την αναγκαιότητα αυτής της κάθετης οργάνωσης και να εστιάσουμε στη θεσμοθέτηση του πλουραλισμού, εξασφαλίζοντας ότι αυτές οι αντιπροσωπευτικές και δημόσιες δομές, που όλες οι οργανώσεις χρειάζονται να έχουν, είναι ανοιχτές και υπόλογες σε εκείνους που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
Παράλληλα, οι Χαρντ και Νέγκρι, στο βιβλίο αυτό, ανοίγουν μια σειρά κρίσιμων ζητημάτων, αυτά της στρατηγικής και της ηγεσίας. Και πιστεύω ότι καταλήγουν σε μια εξαιρετική πρόταση ότι είναι απαραίτητη η πολιτική στρατηγική σε αυτά τα κινήματα. Ευτυχώς, απέχουμε πια από την εποχή του κινήματος της «άλλης παγκοσμιοποίησης», όταν πολλοί αναρχικοί αντιμετώπιζαν τον όρο «στρατηγική» σαν να πρόκειται για σταλινική αίρεση. Υπάρχουν στιγμές που χρειαζόμαστε την ηγεσία, πρέπει όμως να αντιστρέψουμε τις παραδοσιακές αντιλήψεις για μια εμπροσθοφυλακή (ΣτΜ: εννοεί τον πρωτοπόρο, τον πρωτεργάτη, τον μπροστάρη], προκειμένου να προωθήσουμε το ιδανικό της συλλογικής στρατηγικής και της τακτικής ηγεσίας.
Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό, ο ρόλος της ηγεσίας δεν είναι να καθορίσει τους γενικούς στρατηγικούς στόχους και τα μέσα επίτευξής τους, αλλά να διαχειριστεί βραχυπρόθεσμες καταστάσεις και προβλήματα, να ενεργήσει τακτικά, σύμφωνα με τους στρατηγικούς στόχους και τις μεθόδους που έχουν καθοριστεί ομόφωνα από το κίνημα. Ένα εξαιρετικό παράδειγμα είναι το σύγχρονο Εργατικό Κόμμα, όπου βλέπουμε να γίνονται θετικά βήματα προς αυτή την αντίληψη της ηγεσίας που περιέγραψα και της συλλογικής πολιτικής.

Με όχημα τη ριζοσπαστική δημοκρατία

theoria2

Από την εμπειρία σας, ως θεωρητικός και ακτιβιστής, πώς μπορούμε να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα στη θεωρία και τις πρακτικές ριζοσπαστικής δημοκρατίας;
Δεν μπορώ να δώσω μια γενική απάντηση στην ερώτησή σας, καθώς αυτή εξαρτάται από το πλαίσιο και την κατάσταση που συζητάμε κάθε φορά. Μπορώ, όμως, να κάνω ορισμένες –κοινότοπες ομολογουμένως- παρατηρήσεις. Πρώτα από όλα, είναι απαραίτητο η πρακτική και η εμπειρία να διαμορφώνουν τη θεωρία. Η διαφορά ανάμεσα στη θεωρία και τη φιλοσοφία είναι ότι η θεωρία αποτελείται από μια σειρά γενικεύσεων,  που στηρίζονται στην εμπειρία και τον πειραματισμό. Δευτερευόντως, είναι συχνά δύσκολο να πείσουμε ανθρώπους (συντρόφους, τοπικές κοινότητες, εκλογικές περιφέρειες, συνδικαλιστές, κ.λπ.) ότι οι στόχοι της ριζοσπαστικής δημοκρατίας είναι αναγκαίοι ή επιθυμητοί ή ότι είναι κάτι παραπάνω από ευχάριστες εκτροπές από τον «πραγματικό στόχο» της προστασίας των υλικών τους συμφερόντων. Πιστεύω ότι είναι σχεδόν πάντα κρίσιμο όταν αναφερόμαστε σε πρακτικές ή σε αιτήματα ριζοσπαστικής δημοκρατίας να τονίζουμε πόσο αναγκαίες και αναγκαία είναι για την επίτευξη πολλών βασικών υλικών στόχων. Δεν επιδιώκουμε την ριζοσπαστική δημοκρατία μονάχα επειδή είναι ηθικά ή αισθητικά επιθυμητή. Την επιδιώκουμε γιατί η ιστορία μας απέδειξε επανειλημμένα ότι οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ή τα οικονομικά οφέλη θα αποδειχθούν έωλα αν δεν υλοποιηθούν με όρους ριζοσπαστικής δημοκρατίας, επιτρέποντας στους δικαιούχους αυτών να έχουν τον πραγματικό δημοκρατικό έλεγχο στη διαχείρισή τους. Ακόμα, έχουμε πολλάκις διαπιστώσει ότι η διάβρωση ενός τέτοιου δημοκρατικού ελέγχου αποτελεί τον πρόδρομο για την αντιστροφή αυτών των κερδών, για παράδειγμα όταν αποδυναμώνεται ο δημοκρατικός έλεγχος υπηρεσιών, τότε η ιδιωτικοποίηση σπάνια είναι μακριά.

Είθισται κάποιος να αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλιστής ή κομμουνιστής, ενώ ο αυτοπροσδιορισμός του ριζοσπαστικού δημοκράτη φαίνεται ότι εκλείπει. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό και γιατί θα δηλώνατε –αν θα το κάνατε- ότι είστε ριζοσπαστικός δημοκράτης;
Το ίδιο αναρωτιόμουν και εγώ τις προάλλες. Ένας λόγος που συμβαίνει αυτό πιστεύω πως είναι το γεγονός ότι η ριζοσπαστική δημοκρατική θεωρία θέτει υπό αμφισβήτηση κάθε μορφή πολιτικής ταυτότητας, ενώ αναγνωρίζει σιωπηρά κάθε πολιτικό αυτοπροσδιορισμό που μπορεί να κινείται ακόμα και σε μια λανθασμένη λογική για την πραγμάτωση προοδευτικών στόχων.
Το ερώτημα που τίθεται σε πολλούς ακτιβιστές που δρουν σε μικρές ριζοσπαστικές ομάδες είναι «είσαι καλός “κομμουνιστής” ή ”επαναστάτης”;»… Όταν φτάνουμε σε αυτό το ερώτημα, τότε η πολιτική έχει φτάσει σε τέλμα (…) Δεν είναι λίγες οι φορές που στους κομμουνιστές δηλώνω πως είμαι αναρχικός, στους σοσιαλδημοκράτες κομμουνιστής και στους αναρχικούς σοσιαλδημοκράτης.
Πολύ συχνά έχω αυτοπροσδιοριστεί ως «ριζοσπαστικός δημοκράτης», όμως τα τελευταία χρόνια αποφεύγω να το κάνω. Και αυτό γιατί οι περισσότεροι δεν κατανοούν αυτή την πολιτική ταυτότητα, αλλά και γιατί η ριζοσπαστική δημοκρατική θεωρία και φιλοσοφία έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε ένα είδος φιλελεύθερου μεταδομισμού.
Πάντως, εξακολουθούν να με εμπνέουν τα κείμενα της μεταμαρξιστικής ριζοσπαστικής δημοκρατικής θεωρίας: η Ηγεμονία και Σοσιαλιστική στρατηγική των Λακλάου και Μουφ. Για μένα, η ριζοσπαστική δημοκρατία πρέπει να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το σοσιαλισμό και τούμπαλιν. Διαφορετικά χάνουν την αξία τους. Προς στιγμήν, αυτοπροσδιορίζομαι ως σοσιαλιστής. Φυσικά, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, για πρώτη φορά από τη δεκαετία του ’40, η κυρίαρχη μορφή του σοσιαλισμού στη Βρετανία κινείται σε ένα πλαίσιο ριζοσπαστικής δημοκρατίας.

Για μια ριζοσπαστική αυτοδιοίκηση

Σε ποιο βαθμό η επιτυχία του Κόρμπιν στο ΗΒ μπορεί να αποτελέσει ένα απτό παράδειγμα για τους ριζοσπαστικούς δημοκράτες;
Σίγουρα αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα, ωστόσο οι ιδέες της ριζοσπαστικής δημοκρατίας βρίσκονται ακόμα σε εμβρυακό στάδιο στο πρόγραμμα και τις δράσεις του του κινήματος υποστήριξης του Κόρμπιν εντός του Εργατικού Κόμματος. Είναι πολύπλοκη η κατάσταση. Η ηγεσία του κόμματος κινείται καταφανώς προς αυτή την κατεύθυνση, παρότι πολλοί υποστηρικτές του επιθυμούν την αποκατάσταση σοσιαλδημοκρατικών μεταπολεμικών μοντέλων.
Τα ζητήματα δημοκρατίας δεν αποτελούν μεγάλο μέρος της καμπάνιας του κόμματος, ενώ το ζήτημα για τα συνεταιριστικά μοντέλα και την αυτοοργάνωση των εργαζομένων τίθενται κυρίως από τα πάνω και από τους διανοούμενους και όχι τόσο από τη βάση του κόμματος. Η διακήρυξη του κόμματος τον Ιούνιο του 2017 αντιμετωπίζεται από τους κορμπινιστές σαν να είναι γραμμένη σε πέτρα, παρότι η πλειονότητα των προτάσεών της στηρίχθηκε σε μία σειρά κρατικοκεντρικές σοσιαλδημοκρατικές υποθέσεις.
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι η ίδια η ηγεσία (ο Κόρμπιν, ο σκιώδης υπουργός Οικονομικών Τζον ΜακΝτόνελ και οι σύμβουλοί τους) ασκεί κριτική στη διακήρυξη, προς μια ριζοσπαστική δημοκρατική και ελευθεριακή σοσιαλιστική κατεύθυνση, καθώς για εκείνη το κείμενο είναι αποτέλεσμα συμβιβασμών και πρέπει να πάει πέρα από τις παραδοσιακές παραδοχές. Ωστόσο, οι υποστηρικτές του Κόρμπιν πρέπει να πειστούν ώστε να ενταχθούν στην ατζέντα ριζοσπαστικά δημοκρατικά αιτήματα και να μην μείνει η συζήτηση στο επίπεδο απόρριψης της «λιτότητας», ένα αίτημα που από μόνο του δεν έχει απαραίτητα δημοκρατική διάσταση.
Η ιδέα μιας καλοπροαίρετης κυβέρνησης υπό την ηγεσία του Κόρμπιν, που θα αρκεστεί στην ανατροπή της λιτότητας και στην αποκατάσταση του γενναιόδωρου πατερναλιστικού σοσιαλδημοκρατικού κράτους, φοβάμαι πως παραμένει αρκετά δημοφιλής εντός του κόμματος. Ωστόσο, είναι πολύ ενθαρρυντικό το γεγονός ότι η ηγεσία προσπαθεί να την υπερκεράσει.

Είδαμε στο εσωτερικό του Εργατικού Κόμματος να γίνονται παρεμβάσεις ενάντια στην εφαρμογή σχεδίων αστικής ανάπτυξης, τα οποία είχαν προκαλέσει την αντίδραση τον τοπικών κοινωνιών. Εντοπίζετε να υπάρχει αλλαγή γραμμής εντός του Εργατικού Κόμματος σε αυτοδιοικητικά αιτήματα;
Το Εργατικό Κόμμα έχει μια μακρά και περήφανη ιστορία στον «αυτοδιοικητικό σοσιαλισμό». Το πιο γνωστό παράδειγμα είναι η περίοδος που άσκησε τη δημοτική αρχή του Λονδίνου η παράταξη υπό την ηγεσία του Κεν Λιβινγκστον στις αρχές της δεκαετίας του ’80. Ιδέες ριζοσπαστικής δημοκρατίας επηρέασαν άμεσα σειρά πολιτικών, περιλαμβανομένων του εκδημοκρατισμού της πολιτιστικής πολιτικής, της ενδυνάμωσης των γυναικών και των μειονοτήτων, της προώθησης καινοτόμων μορφών συνεταιριστικών επιχειρήσεων κ.λπ.
Το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε ήταν αρκετά δημοφιλές, μέχρι που η Θάτσερ κατάργησε τον Δήμο του Ευρύτερου Λονδίνου (GLC), αφού δεν μπορούσε να κερδίσει πολιτικά την Εργατική αριστερά. Σήμερα, το δημοτικό συμβούλιο του Πρέστον, όπου την πλειοψηφία έχουν κορμπινικοί, θεωρείται φάρος και παράδειγμα για να ακολουθήσουν και άλλοι ριζοσπαστικοί δήμοι, ακολουθώντας ένα τολμηρό σχέδιο αναμόρφωσης με την ανάπτυξη συλλογικών πόρων και την ευρεία εφαρμογή της λαϊκής συμμετοχής. Επομένως δεν τίθεται ερώτημα για το αν μια ριζοσπαστική αυτοδιοίκηση είναι «εφικτή». Είναι μέρος της κληρονομιάς μας και η ανάκαμψή της βρίσκεται σε εξέλιξη.

Σε πρόσφατο άρθρο σας για τον κορμπινισμμό ισχυρίζεστε ότι οι «τεχνολογίες του εαυτού», όπως η γιόγκα ή το κλάμπινγκ μπορούν να δημιουργήσουν πολιτική συνείδηση αν κολεκτιβοποιηθούν. Πρέπει τέτοιες προσπάθειες να αποτελέσουν μέρος μιας νέας στρατηγικής για τα κινήματα πόλης;
Όλα εξαρτώνται από το περιεχόμενο. Θεωρώ ότι όποτε εμφανίζονται ευκαιρίες για ριζοσπαστικές πρακτικές ή για πρακτικές που μπορούν να αποτελέσουν οχήματα ριζοσπαστικοποίησης θα πρέπει να δράττονται. Ωστόσο, το ζήτημα είναι να διασφαλίσουμε πως αυτές οι τεχνολογίες δεν θα είναι μονοπώλιο του νεοφιλελεύθερου πολιτισμού, όπως γίνεται πια με τη γιόγκα ή το διαλογισμό, αλλά πως θα τις χρησιμοποιήσουμε με θετικό τρόπο προς όφελός μας, είτε αυτό είναι εφικτό είτε όχι.
Όσον αφορά την μουσικοχορευτική κουλτούρα, θα αναφερθώ και πάλι στη βρετανική περίπτωση. Γύρω στο 1933-34 είχε αναπτυχθεί ένα κίνημα γύρω από τη ρέιβ κουλτούρα, που αντιτασσόταν στον αστικό ατομισμό και στις πατριαρχικές νόρμες. Η ηγεσία του Εργατικού Κόμματος και το ευρύτερο εργατικό κίνημα δεν ενδιαφέρθηκαν να συνεργαστούν με αυτό το κίνημα και με προθυμία συνεργάστηκαν με την κυβέρνηση Τόρι για την καταστολή του ή την υποταγή μορφών αυτού στη λογική της εμπορευματοποίησης και της συσσώρευσης κεφαλαίου. Και μόλις εξουδετερώθηκαν αυτές οι ριζοσπαστικές μορφές, οι κυβερνήσεις με χαρά έδειξαν ανοχή στην ανάπτυξη μια απολίτικης εμπορικής μουσικής σκηνής. Τώρα που έχουμε μια ριζοσπαστική ηγεσία, που είναι αυθεντικά ανοιχτόμυαλη σε μια σειρά κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών ζητημάτων, υπάρχει η ευκαιρία να ξεκινήσουμε τη συζήτηση του πώς μπορούν αυτές οι πολιτιστικές τεχνολογίες και πρακτικές να χειραφετηθούν. Δεν μπορώ να πω αν αυτό μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλα εθνικά ζητήματα. Ωστόσο, θεωρώ ότι σε κάποιο βαθμό, η αγκίστρωση της ηγεσίας της θεσμικής Αριστεράς από τη ριζοσπαστική αριστερά είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να ανοίξουν αυτές οι συζητήσεις.

* Η συνέντευξη αυτή πρωτοδημοσιεύτηκε στο αυτοδιαχειριζόμενο περιοδικό πολιτικής θεωρίας, ακτιβισμού και τέχνης «Ριζοσπαστικές Πόλεις». Ο Τζέρεμι Γκίλμπερτ είναι καθηγητής Πολιτιστικής και πολιτικής θεωρίας στο Πανεπιστήμιο του East London, συγγραφέας, ερευνητής και ακτιβιστής.

Μετάφραση από το οpendemocracy.net: Ιωάννα Δρόσου