Συνέντευξη με τη Βιβή Κεφαλά, καθηγήτρια διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου

Τεράστιες ανακατατάξεις στη Μ. Ανατολή

kefala

Συγκροτείται ένα «βέλος», που το σώμα του είναι οι ΗΠΑ και η αιχμή του σχηματίζεται από το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Το Ιράν αποτελεί πλέον τον ορατό και άμεσο στόχο των τριών αυτών χωρών.

Τη συνέντευξη πήρε
η Τζέλα Αλιπράντη

Ο Τραμπ αποφάσισε τελικά την αποχώρηση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν. Τι επιπτώσεις αναμένεται να έχει αυτή η κίνηση;
Πρόκειται για μία ενέργεια, η οποία στην πραγματικότητα είχε προαναγγελθεί με προηγούμενες δηλώσεις, όπως ο χαρακτηρισμός της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης από τον Ντόναλντ Τραμπ σαν τη «χειρότερη συμφωνία της Ιστορίας». Όμως, υπάρχουν και πολιτικές πράξεις που δείχνουν αλλαγή πολιτικής στις ΗΠΑ: ο αμερικανός πρόεδρος, χωρίς να υπάρχει κανένας εμφανής λόγος, αναγνώρισε τον Ιανουάριο που μας πέρασε ολόκληρη την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ. Αυτό σημαίνει δύο πράγματα: το ένα είναι ότι ο Ντόναλντ Τράμπ επιλέγει ως πλαίσιο της πολιτικής του τη μονομέρεια, δηλαδή δεν θέλει να παρεμβάλλονται διεθνή όργανα, θεωρεί πως το διεθνές δίκαιο δεν πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο στον όποιο σχεδιασμό για την επιτυχία των γεωστρατηγικών του βλέψεων. Αυτό το λέω διότι το ζήτημα της Ιερουσαλήμ είναι ρυθμισμένο με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και υπάρχει μάλιστα στην απόφαση 181, που είναι το σχέδιο διαίρεσης της Παλαιστίνης, όπου προβλέπεται ότι η Ιερουσαλήμ θα έχει ένα ανεξάρτητο καθεστώς. Εν πάσει περιπτώσει, είναι πολύ σημαντικό να έχουμε κατά νου αυτή τη μονομέρεια, την οποία είχε εφαρμόσει ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος, την οποία προσπάθησε να αναιρέσει ο διάδοχός του, ο Μπάρακ Ομπάμα, και τώρα διανύουμε και πάλι μία περίοδο που η μονομέρεια είναι απροκάλυπτη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ΗΠΑ αποχώρησαν από την UNESCO, επειδή ο διεθνής αυτός Οργανισμός αναγνώρισε το παλαιστινιακό κράτος, αποχώρησαν από τη Συνθήκη του Παρισιού για το κλίμα, και βεβαίως αποχώρησαν από τη Συνθήκη για τα πυρηνικά του Ιράν. Οι κινήσεις αυτές ικανοποιούν πλήρως τις απαιτήσεις δύο στρατηγικών συμμάχων των ΗΠΑ, δηλαδή του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, που θεωρούν το Ιράν ως «υπαρξιακή απειλή» εναντίον τους. Έτσι, συγκροτείται ένα «βέλος», που το σώμα του είναι οι ΗΠΑ και η αιχμή του σχηματίζεται από το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία. Άρα, η πρώτη και σημαντική επίπτωση αυτής της προαναγγελθείσας αποχώρησης από τη Συμφωνία είναι ότι το Ιράν αποτελεί πλέον τον ορατό και άμεσο στόχο των τριών αυτών χωρών και αυτό σημαίνει τεράστιες ανακατατάξεις στο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό πεδίο της Μέσης Ανατολής, όπου στα πλαίσια της συνεχούς κρίσης διακυβεύεται η νέα αρχιτεκτονική αυτού του υποσυστήματος. Ήδη έχουμε μία πρώτη κλιμάκωση, μία πρώτη συνέπεια αυτού του βέλους, την κλιμάκωση δηλαδή ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν στο συριακό έδαφος, με τις επιθέσεις που έγιναν την Τετάρτη το βράδυ.

Κίνδυνος για τη διεθνή ειρήνη

kefala1

Όπως είπατε, το Ισραήλ και η Σαουδική Αραβία χαιρέτησαν την κίνηση Τραμπ. Σε συνάρτηση με όλα αυτά που διαδραματίζονται στην περιοχή της Μέσης Ανατολής, τον πολύχρονο συριακό πόλεμο, τη στάση Ερντογάν, τις εκλογές στο Λίβανο κοκ, πώς βλέπετε να διαμορφώνεται η κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή;
Η κατάσταση θα συνεχίσει να είναι εκρηκτική, διότι βρισκόμαστε σε μια φάση μετάβασης του διεθνούς συστήματος, η οποία παραπέμπει στο ηθικό, νομικό και πολιτικό πλαίσιο του 19ου αι., όπου κυριαρχούσε η κλασσική ισχύς, μέσω της οποίας επιβαλλόταν το δίκαιο του ισχυρότερου. Πρόκειται για μία εξαιρετικά επικίνδυνη οπισθοχώρηση, όχι μόνο σε ηθικό και νομικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ασφάλειας, διότι —πλην των άλλων— οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Η εξέλιξη αυτή θέτει σε κίνδυνο τη διεθνή ειρήνη, δεδομένου ότι όλες αυτές οι συγκρούσεις διασυνδέονται και διευρύνονται με την ανάμειξη διεθνών και περιφερειακών δρώντων, οι οποίοι δρουν και αντιδρούν αναλόγως των εξελίξεων. Για παράδειγμα: ποια θα είναι η στάση της Μόσχας σε αυτή την κλιμάκωση ανάμεσα στο Ιράν και το Ισραήλ, δεδομένου ότι το Ιράν αποτελεί έναν από τους δύο πυλώνες —ο δεύτερος είναι ο συριακός— της ρωσικής μεσανατολικής πολιτικής; Δεν είναι δυνατόν η Μόσχα να μην αντιδράσει καθόλου σε αυτή την κλιμάκωση, η οποία έχει δώσει και δείγματα ότι θα προχωρήσει κι άλλο, θα γίνει ακόμα πιο επικίνδυνη. Αναφέρομαι στη συνέντευξη που έδωσε ο ισραηλινός πρωθυπουργός στην τηλεόραση, κατά την οποία δήλωσε ότι το Ισραήλ διαθέτει αποδείξεις ότι το Ιράν κατέχει πυρηνικά όπλα, ή ότι τέλος πάντων βρίσκεται πολύ κοντά στην απόκτησή τους, όμως δεν παρουσίασε καμία πραγματική απόδειξη για όλα αυτά που είπε. Αντιθέτως, έχουμε τις αναφορές της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας , η οποία επιβλέπει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, σύμφωνα με τις οποίες το Ιράν τηρεί τους όρους της Συμφωνίας για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Η αντίφαση αυτή υποδηλώνει μία κατάσταση ηθελημένης κλιμάκωσης, η οποία όπως φαίνεται δεν πρόκειται να αποκλιμακωθεί σύντομα, δεδομένων των θέσεων της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ, των ΗΠΑ υπό τον Τραμπ κτλ. Αυτό που δεν ξέρουμε ακόμα είναι τι προτίθεται να κάνει η Ομοσπονδία της Ρωσίας —η οποία αν παρέμβει αυτή τη στιγμή δραστικά υπέρ του Ιράν θα παροξύνει κι άλλο την αντιπαλότητά της με τις ΗΠΑ— και, βεβαίως, τι είδους κλιμάκωση θα ακολουθήσει και τι είδους συνέπειες θα έχει αυτή σε χώρες της περιοχής, για παράδειγμα στο Λίβανο.

Δοκιμάζονται οι ευρωατλαντικές σχέσεις

kefala2

Προς το παρόν η Ρωσία, όπως και η ΕΕ, έχουν δηλώσει ότι θα συνεχίσουν να τηρούν τη συμφωνία με το Ιράν. Αρκεί αυτό για να διατηρηθεί η συμφωνία σε ισχύ και είναι ικανοί αυτοί οι δρώντες να έχουν έναν εξισορροπητικό ρόλο και να αποκλιμακώσουν την ένταση;
Αυτή είναι η επόμενη συνέπεια της αποχώρησης των ΗΠΑ από την Συμφωνία «5+1»-Ιράν. Πρόκειται για την τεράστια δοκιμασία στην οποία υποβάλλονται οι ευρωατλαντικές σχέσεις. Είναι σαφές ότι οι δύο πλευρές του Ατλαντικού έχουν διαφορετικές ατζέντες, διαφορετικές στοχεύσεις και αντιλήψεις αλλά και διαφορετικές δυνατότητες. Εν προκειμένω, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η οικονομία, αφού η αμερικανική οικονομία έχει δείξει σημεία ανάκαμψης, πράγμα που δεν ισχύει για τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Κατά συνέπεια, η ΕΕ έχει ανάγκη όχι μόνο την ασφάλεια —ελπίζει δηλαδή ότι η επανένταξη του Ιράν θα συνεισφέρει στην επίτευξη περιφερειακής ασφάλειας— αλλά και την ανάπτυξη των οικονομικών της σχέσεων με το Ιράν, που αποτελεί μια τεράστια αγορά με πάρα πολλές ανάγκες μετά από τόσα χρόνια οικονομικού αποκλεισμού. Επί πλέον, η ευρωπαϊκή στάση στηρίζεται και από τη γενικότερη πολιτική ρητορική της ΕΕ, δηλαδή χρήση έξυπνης ισχύος, διπλωματίας, διαλόγου, με στόχο τη διαμόρφωση μιας κατάστασης αμοιβαίου οφέλους, κλπ. Επομένως, η ΕΕ έχει κάθε λόγο να επιμείνει στην «τήρηση των συμφωνηθέντων» με το Ιράν και για πρώτη φορά, τουλάχιστον από όσο ξέρω, η εκπρόσωπος εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, η κ. Μογκερίνι, ήταν απόλυτα σαφής και κατηγορηματική στην απόφαση των Ευρωπαίων, χωρίς υπεκφυγές και ευχολόγια, να παραμείνουν στη Συμφωνία, ενώ κατέκρινε την απόφαση των ΗΠΑ να αποχωρήσουν. Πρόκειται, λοιπόν, για μία πολύ σημαντική αιτία τριβής μεταξύ Βρυξελλών και Ουάσιγκτον, που παροξύνεται από το γεγονός ότι ο αμερικανός πρόεδρος έχει προαναγγείλει την επιβολή δασμών σε ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται στις ΗΠΑ. Τα δύο αυτά σημαντικά ζητήματα μπορεί να οδηγήσουν, αν όχι σε έναν εμπορικό πόλεμο, τουλάχιστον σε έντονη πολιτική ψυχρότητα και τριβές ανάμεσα σε ευρωπαίους και αμερικανούς.

Πιστεύετε ότι ο Τραμπ όντως θα προχωρήσει στην επιβολή κυρώσεων και σε όσες χώρες συνεχίσουν τη συμφωνία με το Ιράν;
Πιστεύω πως ναι. Μην ξεχνάμε ότι είχε ήδη υπάρξει η περίφημη πράξη Κένεντι-ντ’ Αμάτο τη δεκαετία του ’90 που επέβαλλε κυρώσεις σε όποια χώρα είχε σχέσεις με το Ιράν. Δεν βλέπω γιατί ο κ. Τραμπ θα ακολουθήσει μία άλλη γραμμή.

Στο εσωτερικό του Ιράν η απόφαση Τραμπ μπορεί να πυροδοτήσει την άνοδο της πιο αδιάλλακτης πλευράς;
Δεν νομίζω ότι υπάρχει τέτοιο ζήτημα, γιατί υπάρχει η ευρωπαϊκή στήριξη στο Ιράν, που είναι αμοιβαίως επωφελής. Το μόνο που μπορεί να κάνει αυτή η απόφαση είναι να αναζωπυρώσει τον αντιαμερικανισμό, πράγμα που δεν χρειάζεται βεβαίως, και φυσικά να συσπειρώσει το εσωτερικό μέτωπο, διότι οι Ιρανοί θα θεωρήσουν ότι για μία ακόμη φορά η χώρα τους βάλλεται αναιτίως, τη στιγμή που τηρεί τις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει με τη Συμφωνία 5+1, και θα αντιληφθούν αυτή τη στάση ως μία άδικη επίθεση εναντίον του καθεστώτος της χώρας. Μία επίθεση που καθόλου δεν έχει να κάνει ούτε με τη διεθνή ειρήνη, ούτε με τη διεθνή ασφάλεια, ούτε βέβαια με την ασφάλεια του Ισραήλ.