Συνέντευξη του Γκουστάβο Τζαγκρεμπέλσκι, Ιταλού συνταγματολόγου

«Αυτή η ψήφος είναι μια ε ξέγερση ενάντιαστην ολιγαρχική πολιτική»

gustavo_zagrebelsky

Ο συνταγματολόγος και πρώην πρόεδρος του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Ιταλίας σημειώνει στη συνέντευξή του στο Il Fatto Quotidiano πως «θέλησαν να αναβάλλουν για λίγο την απόδοση ευθυνών, αλλά στο τέλος αυτό συνέβη με δημοκρατικό τρόπο. Οι 5 Αστέρες είναι η απάντηση σ’ αυτούς που διαχειρίστηκαν την πολιτική σαν αποκλειστικά δική τους υπόθεση. Όμως, καμία δομή, ούτε και του Ντι Μάιο, είναι απρόσβλητη από τον κίνδυνο να απορροφηθεί από το σύστημα».

Τη συνέντευξη πήρε η Σίλβια Τρούτσι
 
Καθηγητή Τζαγκρεμπέλσκι, ποια είναι η ανάγνωσή σας για τις εκλογές της 4ης Μαρτίου;
Δεν πρόκειται για μια επανάσταση, αλλά μάλλον για μια ανταρσία, ή, αν προτιμάτε, μια εξέγερση. Δεν βασίζομαι στα εκλογικά δημοσκοπικά δεδομένα, αλλά σε προσωπικές διάχυτες αντιλήψεις.

Εξέγερση ενάντια σε ποιον ή σε τι;
Η δημοκρατική πολιτική ψυχολογία είναι κυκλική. Οι δημοκρατίες, αρχικά, είναι συστήματα ανοιχτά στην πλατιά λαϊκή συμμετοχή. Μετά, λιγότερο ή περισσότερο γρήγορα, συρρικνώνονται σε ολιγαρχίες. Οι μορφές μπορούν να μένουν ίδιες, όμως οι πολίτες αρχίζουν να νιώθουν ξένοι μέσα στο σπίτι τους. Η ιστορία είναι μάρτυρας δημοκρατιών που μετατρέπονται σε ολιγαρχίες. Η εξέγερση δεν είναι μια ασθένεια του πνεύματος, αλλά η αντίδραση σε ένα αίσθημα αποστέρησης, που είναι ισχυρότερο όταν η τάξη των πολιτικών κωφεύει και οργανώνεται σε κάστα. Μόλις αφαιρεθεί το καπάκι, έρχονται οι εκπλήξεις.
 
Αν αυτό είναι «λαϊκισμός», τότε εξισώνεται με την εξέγερση των μαζών ενάντια στις ελίτ;
Η λέξη περιέχει ένα φορτίο αρνητικών εννοιών. Είναι δύσκολο να πούμε τι σημαίνει πραγματικά. Ασφαλώς, όποιος την απευθύνει σε έναν άλλο, δεν θέλει να τον επαινέσει. Χωρίς να πάμε πολύ πίσω, έλεγαν λαϊκιστές τον Περόν και τη γυναίκα του την Εβίτα στην Αργεντινή, τον πάπα Ιωάννη 23ο και τον πάπα Φραγκίσκο, τον Ομπάμα, τον Τραμπ και τη Σάρα Πέιλιν στις ΗΠΑ. Τον Ντι Πιέτρο, τον Μπερλουσκόνι και τον Ρέντσι στη χώρα μας. Με λίγα λόγια, λαϊκιστές είναι πάντα οι άλλοι, όταν τους φοβόμαστε. Βέβαια, όταν χρειάζεται, ανταλλάσσουμε ρόλους. Έτσι, για παράδειγμα, ο Μπερλουσκόνι και ο Ρέντσι, που είναι στην αρχή παραδείγματα λαϊκισμού, γίνονται σε κάποια στιγμή με μαγικό τρόπο οι σημαιοφόροι του αντιλαϊκισμού. Εν ολίγοις, όποιος μιλάει για λαϊκισμό, μιλάει με προκατασκευασμένες φράσεις και απαλλάσσει τον εαυτό του από το να δει μέσα στην πολυπλοκότητα των πραγμάτων. Θα πρότεινα να εγκαταλείψουμε αυτή τη λέξη στα αζήτητα του πολιτικού λεξικού.

Αν «δούμε μέσα», όπως λέτε εσείς, τι βλέπουμε;
Μπορούμε να δούμε πολλά πράγματα, αλλά υπάρχει μια σταθερά: λέμε λαϊκιστή έναν ηγέτη, ένα κίνημα, ένα κόμμα το οποίο, με τη στήριξη του λαού, αμφισβητεί το κατεστημένο. Σήμερα θα λέγαμε: αμφισβητεί την «κάστα». Η λέξη λαϊκισμός δεν έχει σχέση με τη σύγκρουση των πολιτικών ιδεών: μπορεί κανείς να είναι δεξιός και αριστερός λαϊκιστής ή αντιλαϊκιστής. Έχει σχέση, όμως, ξεκάθαρα, με τον ανταγωνισμό για την εξουσία. Στην πολιτική αντιπαράθεση, αυτός που την προφέρει συχνότερα ανήκει (δείχνει έτσι ότι ανήκει) στον κύκλο εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους ανώτερο και γι’ αυτό έχουν την αξίωση να είναι η προσωποποίηση της «καλής διακυβέρνησης». Λίγοι γνώστες ενάντια στους πολλούς που αγνοούν: ολιγαρχία, ακριβώς αυτό. Μόνο που, τελικά, διαπιστώνουμε σύντομα ότι το καλό όλων συμπίπτει με τα ισχυρότερα συμφέροντα.

Διάχυτη δυσαρέσ κειαγια το σύστημα

gustavo-2

Και τώρα;
Έχω την εντύπωση πως είμαστε εξ ολοκλήρου μέσα σε μια φάση διάχυτης δυσαρέσκειας απέναντι σ’ αυτή την αντίληψη που βλέπει την πολιτική ζωή σαν μια υπόθεση αποκλειστικών κύκλων. Όπως λέγαμε, μαζική εξέγερση ενάντια στην απολίθωση και την αυτοαναφορικότητα μιας κλειστής, απόμακρης εξουσίας, ανίκανης να αντιληφθεί τις πολλές αιτίες ταλαιπωρίας της κοινωνίας μας. Οι 5 Αστέρες πρέπει ακόμη να ξεκαθαρίσουν αρκετά πράγματα σε σχέση με την ταυτότητά τους, και δεν θα μπορέσουν παρά να το κάνουν όταν θα κληθούν στη δοκιμασία της διακυβέρνησης. Αυτό, πάντως, που μπορούμε να πούμε από τώρα είναι ότι αποτελούν μια απάντηση στη δυσαρέσκεια που χαρακτηρίζει το σημερινό κύκλο της δημοκρατίας, για τον οποίο μιλούσα στην αρχή.

Άρα, τι θα συμβεί;
Δεν υπάρχει δομή εξουσίας που να είναι απρόσβλητη από τον ολιγαρχικό κίνδυνο. Ούτε αυτή που είχε επιτυχία στο όνομα του αγώνα ενάντια στις ολιγαρχίες. Θα δούμε αν και πότε θα αντιληφθούν τον πανταχού παρόντα κίνδυνο να ενσωματωθούν.

Διακόπηκε η συναισθηματική σύνδεση με τους ψηφοφόρους;
Θα έλεγα μάλλον ότι πρόκειται για μυωπία της πολιτικής τάξης. Ή ίσως παραίτηση, αδυναμία απέναντι στα πολιτικά αποτελέσματα ενός συστήματος σχέσεων που κυριαρχείται από την ελευθερία της χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας. Τα κοινωνικά δικαιώματα που κατακτήθηκαν τον περασμένο αιώνα, διαβρώθηκαν σταδιακά. Οι πιο αδύναμοι είναι σε δύσκολη θέση. Ο αριθμός των φτωχών και των αποκλεισμένων μεγαλώνει.

Να πούμε κάποιο παράδειγμα;
Κάποιοι άνθρωποι παραιτούνται από τις σπουδές των παιδιών τους, από βασικές ιατρικές θεραπείες, κάποιοι αναζητούν σε άλλες χώρες την προοπτική ενός μέλλοντος, κάποιοι ζουν από ελεημοσύνες ή επιβιώνουν όπως- όπως. Απέναντι σ’ αυτούς στέκονται οι εξασφαλισμένοι, ή μάλλον οι σούπερ-εξασφαλισμένοι. Κάποιοι πηγαίνουν στο εξωτερικό για να αναζητήσουν το μέλλον τους. Όμως, δεν είναι για όλους το ίδιο. Για μερικούς είναι ζήτημα επιβίωσης. Για άλλους είναι status symbol της υψηλής τάξης. Δεν είναι το ίδιο πράγμα ο σερβιτόρος ή ο μπαρίστας, και ο φοιτητής του ακριβού ιδιωτικού πανεπιστημίου που προετοιμάζεται για να μπει στον πολυπόθητο κύκλο της διεθνούς οικονομίας. Μιλάτε για συναισθηματική συνοχή. Πώς γίνεται να υπάρξει κάτι τέτοιο όταν αντιπαρατίθεται η επισφάλεια με την ασφάλεια, η αδυναμία με την ασυλία, η αδικία με το προνόμιο. Αυτά που λένε κάποιοι για ανάκτηση της εμπιστοσύνης, αποσιωπώντας τις μεγαλύτερες ευθύνες που βαραίνουν αυτούς που βρίσκονται πιο ψηλά στην κοινωνική κλίμακα, είναι θλιβερές αυταπάτες, άδειες κουβέντες. Ακόμη και οι συμβολικές πράξεις θα ήταν σημαντικές. Δεν λύνονται τα δημοσιονομικά προβλήματα μειώνοντας αποζημιώσεις των πολιτικών, απολαβές, διάφορες χαριστικές πληρωμές, αλλά ασφαλώς θα ήταν μια σημαντική ένδειξη. Είναι αρνητική ένδειξη η σθεναρή υπεράσπιση «μέχρι την τελική απόφαση» των πολιτικών και των στελεχών της διοίκησης που εμπλέκονται σε δικαστικές έρευνες, παρόλο που δεν είναι μόνο αυτό το έδαφος στο οποίο ηττάται η διαδεδομένη διαφθορά στη χώρα μας.

Όλα αυτά γεννούν απογοήτευση;
Βέβαια. Στο κάτω μέρος της πυραμίδα είναι μια μάζα πολιτών που δυσκολεύονται να ζήσουν το παρόν και να φανταστούν το μέλλον. Είναι εκνευριστικό να ακούμε να μας λένε ότι ο νόμος Jobs Act δημιούργησε χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας: μιλάς με τους νέους και ανακαλύπτεις ότι είναι δουλειές κακοπληρωμένες, περιορισμένου χρόνου, χωρίς εγγυήσεις και συχνά υπό την απειλή της εύκολης απόλυσης. Συχνά δεν είναι δικαίωμα στην εργασία, αλλά εκμετάλλευση.

Λίγοι που νιώθουν ότ ι είναι οι πάντες

Η δημοκρατία βασίζεται στη συναίνεση: πώς και δεν καταλαβαίνουν τους κινδύνους αυτής της τύφλωσης;
Οι ολιγαρχίες θεωρούν ότι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια. Αν θα έπρεπε να ορίσουμε την ολιγαρχία όχι μόνο από αριθμητική άποψη, θα μπορούσαμε να πούμε το εξής: λίγοι που νιώθουν ότι είναι οι πάντες. Όμως έχουμε δημοκρατία και τουλάχιστον κάθε πέντε χρόνια δίνεται φωνή στους ψηφοφόρους. Μπορείς να κρατήσεις τον κοινωνικό θυμό κάτω από ένα καπάκι για λίγο, αλλά έρχεται η στιγμή που το καπάκι τινάζεται. Πρόκειται ακριβώς για την εποχή που ζούμε.

Θέλετε να πείτε ότι το καπάκι τινάχτηκε με το σωστό τρόπο, με τη διαμαρτυρία στις κάλπες.
Τινάχτηκε δημοκρατικά. Όποιος αγαπάει τη δημοκρατία πρέπει πάντα να φοβάται μήπως η δυσαρέσκεια πάρει άλλους δρόμους, μήπως προσφύγει στον ισχυρό άνδρα, στο θεόσταλτο άνθρωπο. Γι’ αυτό είναι επικίνδυνο να πνίγεις την έκφραση αυτού του συναισθήματος μέσω της δημοκρατικής οδού.

Λέτε ότι έπρεπε να πάμε σε πρόωρες εκλογές;
Λέω μόνο ότι, επίσης, σε σχέση με αυτό, η εντύπωση που είχαμε ήταν πως υπήρχε η βούληση να μετατεθεί χρονικά η εκλογική απόδοση ευθυνών, ακόμη και όταν υπήρχε πάνω από μια αιτία για να δοθεί ο λόγος στους εκλογείς. Κανείς δεν ξέρει μέχρι πότε θα είχαν αναβάλει τις εκλογές, αν μπορούσαν.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει ότι τηρήθηκαν πάντα οι μηχανισμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Ασφαλώς. Ο τύπος σώζεται, η ουσία υπέστη τριγμούς.

Για την αίσθηση αυτάρκειας της «κάστας», πόσο βαραίνει η νομιμοποίησή της από τα μέσα ενημέρωσης;
Η πληροφορία θεωρείται σύμμαχος ή εχθρός. Όμως όποιος κυβερνά θα πρέπει να γνωρίζει ότι ένας ανεξάρτητος και άγρυπνος Τύπος, ούτε σύμμαχος ούτε εχθρικός για λόγους αρχής, τελικά τον ωφελεί, δεν τον βλάπτει. Τον βοηθά να μην καταλήξει στην αυτοαναφορικότητα και να αποφύγει να είναι θύμα του «λαϊκισμού».

Βασικά ίσως να υπάρχει μια παρεξήγηση που δημιουργείται από την επιθυμία πολλών δημοσιογράφων να είναι μέρος του κόσμου που πρέπει να αφηγηθούν.
Σε ένα σημείο του περίφημου δοκιμίου του Μαξ Βέμπερ «Η πολιτική ως επάγγελμα», ένας μεγαλοβιομήχανος καλεί σε δείπνο μερικούς συναδέλφους του και έναν δημοσιογράφο, που αισθάνεται κολακευμένος που βρέθηκε μέσα σε έναν παρόμοιο κύκλο αρίστων. Όταν φεύγει, ο οικοδεσπότης ζητά συγγνώμη από τους καλεσμένους για τον παρείσακτο: «Αναγκάστηκα να καλέσω αυτόν τον αγροίκο, γιατί πολύ σύντομα θα ασχοληθεί με τις υποθέσεις μας».

Το δημοψήφισμα ήταν προοίμιο

Ας έρθουμε στους νικητές και τους ηττημένους. Ας προσπαθήσουμε να σχεδιάσουμε την τροχιά του Ρέντσι από την 4η Δεκεμβρίου μέχρι την 4η Μαρτίου. Στην ομιλία του κατά την οποία ανήγγειλε την παράξενη παραίτησή του, άφησε να εννοηθεί ότι όλα τα προβλήματα προέρχονται από τη νίκη του «Όχι» στο συνταγματικό δημοψήφισμα.
Όποιος ήταν αντίθετος με τη συνταγματική μεταρρύθμιση κατάλαβε ένα απλό πράγμα: ότι γι’ αυτόν που την είχε προωθήσει, ήταν ένα ισχυρό εργαλείο για να κερδίσει μια πολιτική μάχη, να νομιμοποιηθεί παμψηφεί, να ενδυθεί και μια θεσμική πανοπλία. Όμως τα συντάγματα δεν είναι δυνατό να αποτελέσουν κουκούλια εξουσίας. Πρέπει να υπάρχουν όρια και ανοίγματα στην εξουσία. Αυτή η υπερβολή ταύτισης του Ρέντσι και των δικών του δεν έκανε τίποτε άλλο από το να πείσει τους περισσότερους να υπερασπιστούν το υπάρχον σύνταγμα.

Κατά τη γνώμη σας, υπάρχει μια σχέση συνέχειας μεταξύ της 4ης Δεκεμβρίου 2016 και της 4ης Μαρτίου 2018;
Νομίζω πως ναι. Στο συνταγματικό δημοψήφισμα υπερίσχυσε η απόρριψη της προοπτικής της ιδιωτικοποιημένης πολιτικής προς όφελος ενός συγκεκριμένου «κύκλου εξουσίας». Ήταν το προοίμιο, η εισαγωγή στη δεύτερη πράξη, την τελευταία πράξη. Το γεγονός ότι δεν αντιλήφθηκε την εξέλιξη και δεν αποσύρθηκε τότε, οδήγησε στην σημερινή καταστροφή του δημοκρατικού κόμματος. Κάθε πράγμα έχει σωστούς χρόνους και λάθος χρόνους.

Πολλοί είπαν ότι αυτό το θέμα ήταν πολύ περίπλοκο για το λαό: μπορούσε να ψηφίσει όποιος καταλάβαινε κάτι, όχι ο άνθρωπος του δρόμου.
Ο Γκράμσι στα Τετράδια απαντάει ως εξής σε αυτούς που τον ρωτάνε πώς γίνεται η δημοκρατία να εξισώνει την ψήφο του Μπενεντέτο Κρότσε με την ψήφο του βοσκού από τη Μπαρμπάτζια: είναι αλήθεια, είναι άδικο. Όμως το φταίξιμο δεν είναι του σαρδηνού βοσκού, το φταίξιμο είναι αυτών που δεν στάθηκαν ικανοί να τον ενημερώσουν, να του δημιουργήσουν μια πολιτική συνείδηση και κουλτούρα. Όσο για τη συνταγματική μεταρρύθμιση, δεν επρόκειτο τόσο για ένα τέλειο σύστημα δύο κοινοβουλευτικών σωμάτων, για ανταγωνιστικές περιφερειακές αρμοδιότητες, ή άλλα υπέροχα αυτού του είδους. Επρόκειτο για μια πράξη εξουσίας που επιχειρήθηκε με συνταγματικά μέσα. Για να το κατανοήσει κανείς, δεν χρειαζόταν να είναι καθηγητής συνταγματικού δικαίου και, πράγματι, έγινε απόλυτα κατανοητό. Αυτό ήταν το πρώτο λάθος του Ρέντσι. Το δεύτερο, μετά την ήττα, ήταν ότι θέλησε να παραμείνει στο κέντρο της σκηνής. Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων: τύφλωση λόγω μεγαλομανίας και προανάκρουσμα συμφορών.

Θα έλεγε ότι είχε ήδη την ανάθεση από τις εκλογές του κόμματός του για τη θέση του γραμματέα.
Μα εγώ δεν αναφέρομαι μόνο σε εκείνον, ούτε καν κατά κύριο λόγο σε εκείνον. Αναφέρομαι κυρίως σε εκείνους που ήταν κοντά του, που επωφελήθηκαν, δεν στάθηκαν ικανοί ή δεν ήθελαν να ανοίξουν τα μάτια, πρώτα τα δικά τους και μετά τα δικά του. Χαρακτηριστικό κάθε ολιγαρχίας είναι να ταμπουρώνεται στα κεκτημένα της όσο περισσότερο μπορεί. Είναι κι αυτοί υπεύθυνοι για την ήττα του Ρέντσι, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Ας μην κάνουν αποδιοπομπαίο τράγο μόνο τον Ρέντσι για την καταστροφή της αριστεράς και του Δημοκρατικού Κόμματος.

Νόμοι σε λάθος κατεύθυνση

gustavo-3

Γί­νε­ται συ­ζή­τη­ση για μια πι­θα­νή κυ­βέρ­νη­ση ει­δι­κού σκο­πού για να αλ­λά­ξει τον πολ­λο­στό ε­κλο­γι­κό νό­μο, ο ο­ποίος εί­ναι πι­θα­νά α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κός. Αν σε μια ε­πι­χεί­ρη­ση έ­νας διευ­θυ­ντής α­να­λάμ­βα­νε την υ­πο­χρέω­ση να φέ­ρει εις πέ­ρας έ­να έρ­γο κι αυ­τός μέ­σα σε έ­ξι χρό­νια δεν το έ­κα­νε πο­τέ κα­λά, πού θα κα­τέ­λη­γε; Υπάρ­χει και πρό­βλη­μα α­νι­κα­νό­τη­τας;
Όχι, δεν νο­μί­ζω. Δια­βά­ζο­ντας κά­θε ε­δά­φιο αυ­τών των νό­μων – Porcellum, Italicum, Rosatellum – εί­ναι α­μέ­σως σα­φές υ­πέρ τί­νος ή ε­νά­ντια σε ποιον έ­χει γρα­φτεί. Η πο­λι­τι­κή τά­ξη σκέ­φτε­ται τους ε­κλο­γι­κούς κα­νό­νες σαν ερ­γα­λεία για να κά­νει τους ε­σω­τε­ρι­κούς λο­γα­ρια­σμούς της. Όμως οι ε­κλο­γι­κοί νό­μοι –μάλ­λον εί­μαι α­φε­λής που το πι­στεύω– πρέ­πει να εί­ναι πά­νω α­π’ ό­λα προς το συμ­φέ­ρον των πο­λι­τών. Ο ψη­φο­φό­ρος δεν υ­πάρ­χει στη φύ­ση, κα­θέ­νας γί­νε­ται ψη­φο­φό­ρος α­φού ο νό­μος του έ­χει δώ­σει ή του έ­χει αρ­νη­θεί συ­γκε­κρι­μέ­νες ε­ξου­σίες. Όλοι οι άλ­λοι νό­μοι δεν έ­χουν αυ­τό το έ­ντο­νο «κα­θο­ρι­στι­κό» χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό των υ­πο­κει­μέ­νων στα ο­ποία α­να­φέ­ρο­νται. Οι τε­λευ­ταίοι ε­κλο­γι­κοί μας νό­μοι δεν εί­ναι μό­νο κα­κο­γραμ­μέ­νοι. Εί­ναι νό­μοι mal tournées, νό­μοι που βλέ­πουν προς το λά­θος μέ­ρος.

Αν και ο Rosatellum κη­ρυχ­θεί α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κός, τι θα συμ­βεί;
Πι­θα­νά τί­πο­τα. Η αρ­χή της συ­νέ­χειας του κρά­τους, που ή­δη χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε για να δια­σώ­σει τη Βου­λή που ε­κλέ­χτη­κε μέ­σω ε­νός α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κού νό­μου, μπο­ρεί να χρη­σι­μο­ποιη­θεί ε­π’ ά­πει­ρο: φτιά­χνε­ται έ­νας ε­κλο­γι­κός νό­μος, ε­κλέ­γε­ται μια Βου­λή, ο νό­μος α­κυ­ρώ­νε­ται, η Βου­λή ε­ξα­κο­λου­θεί να κά­νει ό,τι θέ­λει, με­τά μπο­ρεί να φτια­χτεί έ­νας άλ­λος α­ντι­συ­νταγ­μα­τι­κός νό­μος και ξα­νά α­πό την αρ­χή. Μια πλα­κί­τσα, έν­δει­ξη της δη­μο­κρα­τι­κής α­νευ­θυ­νό­τη­τας. Δεν εί­ναι δυ­να­τό να μην έ­χει συμ­βάλ­λει στο να τρο­φο­δο­τή­σει την ι­δέα -το κοι­νό αί­σθη­μα ό­τι βρι­σκό­μα­στε στα χέ­ρια μιας αυ­το­α­να­φο­ρι­κής πο­λι­τι­κής τά­ξης.

Πώς να το διορ­θώ­σου­με αυ­τό;
Θα μπο­ρού­σα­με να ελ­πί­ζου­με στους φύ­λα­κες του Συ­ντάγ­μα­τος –Συ­νταγ­μα­τι­κό Δι­κα­στή­ριο και πρό­ε­δρο της Δη­μο­κρα­τίας– για να ε­πι­βάλ­λουν το αυ­το­νό­η­το: εί­ναι α­λή­θεια ό­τι υ­πάρ­χει η α­νά­γκη συ­νέ­χειας. Αλλά εί­ναι ε­πί­σης α­λή­θεια ό­τι υ­πάρ­χει α­νά­γκη να θε­ρα­πευ­τεί το τα­χύ­τε­ρο η ζη­μιά που έ­χει υ­πάρ­ξει στο υ­ψη­λό­τε­ρο ε­πί­πε­δο των θε­σμών εκ­προ­σώ­πη­σης.

Πολ­λοί θεω­ρούν πα­ρά­ξε­νο το να ζη­τη­θεί α­πό το Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμ­μα και α­πό την α­ρι­στε­ρά να στη­ρί­ξει μια κυ­βέρ­νη­ση με τους 5 Αστέ­ρες. Εσείς;
Εγώ κα­θό­λου. Αυ­τή εί­ναι η κα­τεύ­θυν­ση. Αλλά θα χρεια­στεί πο­λύς και­ρός. Άρα θα έ­χου­με την ευ­και­ρία να ξα­να­μι­λή­σου­με σχε­τι­κά.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς