Συνέντευξη με την Τιγιάνα Όκιτς

Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την κατάσταση στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη από ότι συμβαίνει στα Βαλκάνια γενικότερα

 vosnia-1

Την συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

 

Η Τιγιάνα Όκιτς, που γεννήθηκε στο Σεράγεβο και κάνει διδακτορικό στη Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Πίζας, μιλάει στην «Εποχή» για τις εκλογές στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, την σύγκρουση του δυτικού και του ρωσικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή, και την βοσνιακή Αριστερά.

 

 

 

-Τι σημαίνουν οι εκλογές της 7ης Οκτωβρίου για το μέλλον της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης; Ποιο είναι το διακύβευμά τους;

-Παρατηρώ ότι μεγάλα τμήματα των «φιλελεύθερων» μέσων επιμένουν πως αυτές οι εκλογές είναι «αποφασιστικά μοιραίες», «αποφασιστικά σημαντικές» για τη χώρα. Η σημασία αυτών των εκλογών συμβαδίζει με την προώθηση μιας πιο συγκεντρωτικής Ομοσπονδίας Βοσνίας – Ερζεγοβίνης (οντότητα που μοιράζονται οι Κροάτες και οι Βόσνιοι), και της αποκέντρωσης στην Republika Srspka (σερβική οντότητα). Κυρίως τα ΜΜΕ που χρηματοδοτούνται από την Ε. Ε. και τις ΗΠΑ προχωρούν παραπέρα, και μιλούν για καταστροφικές συνέπειες αν αλλάξει τίποτα, με την συνήθη ιδεολογική συσκευή: είμαστε πίσω από την συμφωνία σταθεροποίησης και προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα παραμείνουμε η μαύρη τρύπα της περιοχής, κλπ. Αυτός ο ιδεολογικός λόγος δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένας κραυγαλέος εκφοβισμός του πληθυσμού, και προέρχεται από δύο πλευρές: η Ε. Ε. και οι ΗΠΑ οδήγησαν τον συνασπισμό του ΝΑΤΟ απέναντι στην Ρωσία που υποστηρίζει ανοικτά την Republika Srpska. Και οι δύο είναι εξίσου επιβλαβείς, η καθεμία καθρεφτίζεται μέσα στην άλλη. Και οι δύο έχουν μια πολεμική ρητορική (η οποία δεν είναι κάτι καινούριο κατά τη διάρκεια των εκλογών στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη), και παρόλο που οι πιθανότητες για πόλεμο βραχυπρόθεσμα θεωρώ ότι δεν υπάρχουν, η μακροπρόθεσμη κατάσταση παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανοιχτή, καθώς σερνόμαστε σε διάφορες καταστάσεις από εξωτερικές δυνάμεις και ξένους ιμπεριαλισμούς. Προσωπικά, δεν νομίζω ότι τα πράγματα θα αλλάξουν πολύ, παρότι υπάρχουν κάποιες δυνατότητες για τα μικρότερα κόμματα να εισέλθουν στην κυβέρνηση στην Ομοσπονδία, ή ακριβέστερα στο επίπεδο των καντονίων όπως στο Σεράγεβο.  Όλα τα κόμματα συμφωνούν στα βασικά ζητήματα και στις απαιτήσεις της Ε. Ε. και του ΔΝΤ: «δημοσιονομική σταθερότητα», μεγαλύτερη «δημοσιονομική πειθαρχία», ιδιωτικοποιήσεις, περισσότερη απελευθέρωση της αγοράς γιατί «έτσι θα έρθουν ξένες επενδύσεις», και ούτω καθεξής.

-Πως είναι σήμερα η κατάσταση σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο;

-Από πολιτική άποψη, η Βοσνία και Ερζεγοβίνη παραμένει εθνοτικά χωρισμένη σε δύο οντότητες και εξακολουθεί να είναι ένα δυτικό προτεκτοράτο. Η εξαιρετικά πολύπλοκη αποκεντρωμένη κρατική δομή που επιβάλλεται από την Ειρηνευτική Συμφωνία του Ντέιτον του 1995, θεσμοθετήθηκε, κυρίως από τα εθνικιστικά κόμματα, και έχει οδηγήσει σε διοικητική παράλυση απέναντι στις μόνιμες εθνικιστικές συγκρούσεις. Προφανώς, δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε την κατάσταση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και την αυξανόμενη ζήτηση για πολιτικό συγκεντρωτισμό, που προέρχεται κυρίως από την Ε.Ε. και τις ΗΠΑ, από ότι συμβαίνει στα Βαλκάνια γενικότερα. Η Βοσνία – Ερζεγοβίνη, όπως και μεγάλα τμήματα της περιοχής, κυριαρχείται κυριολεκτικά μεταξύ του ευρωπαϊκού και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού από την μια πλευρά, και του ρωσικού ιμπεριαλισμού από την άλλη. Οι δύο πρώτοι επικεντρώνονται στην συγκέντρωση, και η Ρωσία υποστηρίζει τις σερβικές αποσχιστικές τάσεις. Είναι λοιπόν η σύγκρουση της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ με την Ρωσία που εξηγεί την επιτάχυνση των διπλωματικών πρωτοβουλιών για την επέκταση της Ε. Ε. και του ΝΑΤΟ στην περιοχή. Από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, έως τα τρομακτικά σχέδια των εδαφικών και πληθυσμιακών αλλαγών στην περίπτωση του Κοσσόβου, αλλά και την επιβολή του ελληνικού οράματος της μακεδονικής κρατικής υπόστασης και ταυτότητας στον λαό της Μακεδονίας, βλέπουμε την υποστήριξη του δυτικού ιμπεριαλισμού σε όλο αυτό το παιχνίδι. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να κατανοήσουμε τις εσωτερικές πολιτικές αντιφάσεις στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη χωρίς να κατανοήσουμε το ευρύτερο πλαίσιο, που είναι τόσο καθοριστικό όσο και η αδυναμία των τοπικών ελίτ να ακολουθήσουν οτιδήποτε, που έστω και λίγο, μοιάζει με ανεξάρτητη πολιτική. Αυτό έχει προφανώς αντίκτυπο στα κοινωνικά ζητήματα, δεδομένου ότι επιτρέπει σε αυτά τα εθνικιστικά, συντηρητικά, αλλά νεοφιλελεύθερα κόμματα, να καταστρέφουν και να πωλούν οτιδήποτε έχει δημόσιο χαρακτήρα. Με αυτή την έννοια, το πολιτικό και το κοινωνικό αλληλεπικαλύπτονται σε μεγάλο βαθμό.

Για πολλά χρόνια, τα εθνικά θέματα είναι τα κεντρικά στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, βλέπεις, έστω και σταδιακά, να αλλάζει κάτι; Αναπτύσσονται κάποιες κοινές δράσεις;

-Σχεδόν τίποτα δεν έχει αλλάξει από αυτή την άποψη. Το ένα μέρος της χώρας συμφωνεί με την είσοδο στο ΝΑΤΟ και στην Ε. Ε. (Ομοσπονδία), και το άλλο αντιτίθεται σφοδρά (Republika Srpska). Αλλά αυτό που είναι το πιο σημαντικό, είναι να καταλάβουμε πως και γιατί τα εθνικά θέματα αλληλεπικαλύπτονται με το ταξικό ζήτημα. Αν δεν να το καταλάβουμε αυτό, δεν μπορούμε ακόμη να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις προοπτικές αντίθεσης σε κάτι τέτοιο. Οι εργαζόμενοι χωρίζονται σε εθνικές και ταξικές γραμμές, και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις χωρίζονται μεταξύ των δύο οντοτήτων. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε αυτό, τόσο το καλύτερο.

-Ποια είναι η κατάσταση της βοσνιακής Αριστεράς; Βλέπεις ελπιδοφόρες προοπτικές;

-Για τώρα η απάντηση είναι όχι. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα πράγματα δεν μπορούν να αλλάξουν. Επίτρεψέ μου να εξηγήσω τι εννοώ: ναι, οι συνθήκες είναι ώριμες και σωστές, αλλά οι προοπτικές για μια πραγματική οργάνωση της Αριστεράς είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Επιπλέον, τα τελευταία τρία χρόνια πάνω από το 5% του πληθυσμού, κυρίως νέοι, έχουν εγκαταλείψει τη χώρα αναζητώντας εργασία, και αυτή είναι επίσης μια μορφή διαμαρτυρίας. Το μεγαλύτερο αριστερό κόμμα ήταν το SDP (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα), ιστορικός διάδοχος του Κομμουνιστικού Κόμματος, που πλασαρίστηκε πολύ γρήγορα, αν και μόνο κατ΄ όνομα, ως ένα πολυεθνικό κόμμα, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να γίνει απλώς ένα άλλο βοσνιακό εθνικό κόμμα. Τα άλλα φιλελεύθερα και αριστερά φιλελεύθερα κόμματα, δημιουργήθηκαν από ανθρώπους που αποχώρησαν από το SDP και σχημάτισαν τις οργανώσεις τους. Πολιτικά, όλα είναι αρκετά περιθωριακά, αν και σε καντονικά επίπεδα, και συγκεκριμένα στο καντόνι του Σαράγιεβο, θα μπορούσαν ίσως να έχουν κάποια επιτυχία στις εκλογές. Όσον αφορά την εξωκοινοβουλευτική Αριστερά, δεν υπάρχει με σοβαρό, οργανωμένο και συνεπή τρόπο, οπότε είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε για αυτήν. Η άποψή μου είναι ότι λόγω της περιφερειακής δυναμικής και των εθνικιστικών συγκρούσεων που προανέφερα, η ανάπτυξη της Αριστεράς στη Βοσνία εξαρτάται, τουλάχιστον εν μέρει, από την ύπαρξη μιας οργανωμένης Αριστεράς στην Κροατία και την Σερβία. Μέχρι στιγμής τίποτα δεν φαίνεται στον ορίζοντα, παρόλο που οι συνθήκες είναι ώριμες, και για άλλη μια φορά θα πρέπει να το παρατηρήσουμε αυτό μέσω του πρίσματος της εθνικής τάξης που ανέφερα. Αλλά όπως μας έχουν διδάξει πολλοί μεγάλοι επαναστάτες, δεν αρκεί απλώς να έχουμε ώριμες συνθήκες.

-Η λαϊκή εξέγερση του 2014 αποτέλεσε ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός για τα κινήματα και την Αριστερά, ιδιαίτερα στα Βαλκάνια. Σήμερα πως είναι τα πράγματα σε κινηματικό επίπεδο; Και τι προοπτικές υπάρχουν για τους αγώνες ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό;

-Έχοντας προσωπικά συμμετάσχει και οργανώσει την «Ολομέλεια στο Σεράγεβο» (σημ: μια από τις πολλές που δημιουργήθηκαν από τα κάτω, με κεντρικό σύνθημα «όλη η εξουσία στις Ολομέλειες»), είναι πολύ αμφισβητήσιμο εάν μπορούμε να μιλήσουμε για λαϊκή επανάσταση ή για πολιτικά οργανωμένες ομάδες ανθρώπων, που ως επί των πλείστον χειραγωγούνταν από τα δύο κυρίαρχα βοσνιακά πολιτικά κόμματα. Δυστυχώς, η απάντηση είναι το δεύτερο. Κάποιοι από εμάς το κατανοήσαμε από την αρχή, και καταφέραμε να τους επισκιάσουμε, δίνοντας στις διαμαρτυρίες κάποια κατεύθυνση και αναδεικνύοντας κάποια αριστερά αιτήματα (π.χ. κατά των ιδιωτικοποιήσεων), που υιοθετήθηκαν σε μαζικές συνελεύσεις. Και νομίζω ότι κάναμε καλά, δεδομένου του πολιτικού κλίματος και των περιστάσεων. Ως πολιτική εμπειρία, στην αναπνοή που έδωσε και στην εμβέλειά της, δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με οτιδήποτε άλλο στην περιοχή μας. Ωστόσο, δεν υπήρχε μια οργανωμένη εναλλακτική λύση και αυτό εξακολουθεί να είναι το πρόβλημα. Όπως προανέφερα δεν υπάρχουν κινήματα, τουλάχιστον τίποτα σοβαρά πολιτικά οργανωμένο. Υπάρχουν μερικές μικρές ομάδες που σχηματίστηκαν και πολιτικοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του 2014, αλλά δεν διαθέτουν σαφείς πολιτικές προοπτικές ή παράδοση οργάνωσης. Καθώς η περιοχή μας διαμορφώνεται πάντα έντονα από τις εξωτερικές πολιτικές τάσεις, οι αριστερές ιδέες τείνουν να αντικατοπτρίζουν την αστάθεια και την κρίση της διεθνούς αριστεράς: χθες των Αγανακτισμένων και του ΣΥΡΙΖΑ, σήμερα του Ποδέμος ή του Κόρμπν, σε μια σειρά αντιφατικών μοντέλων. Στο θεωρητικό επίπεδο, δεν υπάρχει καμία σοβαρή προσπάθεια της βοσνιακής Αριστεράς να συνδεθεί με τις ιστορικές παραδόσεις της Αριστεράς, και κινείται με τις μεταβαλλόμενες μόδες της αγγλοσαξωνικής σχολής, από τον αυτονομισμό, έως την μεταποικιακή θεωρία και την Neue Marx Lekture (νέα ανάγνωση του Μαρξ). Αλλά ίσως το πιο σημαντικό, είναι ότι η Αριστερά διαμορφώνεται από την κυριαρχία ξένων ιδρυμάτων και χορηγών διαφόρων τύπων, από το Open Society Foundation έως τα γερμανικά αριστερά ιδρύματα (Rosa Luxemburg Stiftung, Friedrich Ebert κλπ). Το δέλεαρ μιας μόνιμης χρηματοδότησης και ενός μεσοαστικού τρόπου ζωής δεν είναι μόνο διεφθαρμένο, αλλά επιβάλλει μια μορφή οργάνωσης τύπου ΜΚΟ, την υποχρέωση λογοδοσίας στους δωρητές και μη μέλη, και μια πολιτική που πλασάρεται βασικά ως κινηματική, αλλά δεν εμπνέει  πραγματικά τα κοινωνικά κινήματα. Ως εκ τούτου, οι νέες αριστερές ομάδες «πηδούν» από το ένα θέμα στο άλλο χωρίς ποτέ να τα ενσωματώσουν σε μια ενιαία στρατηγική, η οποία μπορεί να δημιουργήσει το πλαίσιο και το χώρο για να αναπτυχθεί η Αριστερά (π.χ. στο πλαίσιο του προγράμματος διαρθρωτικών προσαρμογών του ΔΝΤ ένα κίνημα κατά της λιτότητας). Επομένως, οι προοπτικές του αγώνα ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό είναι ελάχιστες, προφανώς όχι επειδή οι άνθρωποι θέλουν περισσότερη λιτότητα, αλλά επειδή δεν υπάρχει πολιτική δύναμη, με την μορφή κινήματος ή κόμματος, που θα μπορούσε να μεταφέρει την οργή των ανέργων, των επισφαλών, των απασχολουμένων, των νέων και των ηλικιωμένων σε μια εποικοδομητική πολιτική, και θα γνωρίζει την αλληλοεπικάλυψη των εθνικών και των ταξικών θεμάτων. Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν κάποιες κινητοποιήσεις που δείχνουν ότι δεν είμαστε τόσο νεκροί όσο κάποιοι θα ήθελαν να είμαστε. Όπως οι εργαζόμενοι που κινητοποιούνται για την υπεράσπιση των εργοστασίων τους, οι αγρότες που κινητοποιούνται για να υπερασπιστούν τα ποτάμια μας (απειλούνται από τους επενδυτές της Ε. Ε. που καταστρέφουν το περιβάλλον, παίρνουν το πόσιμο νερό και δεν προσφέρουν τίποτα στις τοπικές κοινότητες), και οι κάτοικοι της Μπάνια Λούκα που διαμαρτύρονται για την δολοφονία ενός νεαρού από την αστυνομία και την δικαστική κάλυψη, και αυτή είναι η μεγαλύτερη κινητοποίηση που έγινε στην Republika Srspka μετά τον πόλεμο. Ωστόσο, στην τελευταία περίπτωση, το πρόβλημά μας τίθεται με τον πιο εμφαντικό τρόπο: οι τοπικές αριστερές οργανώσεις δεν κατάφεραν να πολιτικοποιήσουν το κίνημα ή να δημιουργήσουν έναν ευρύτερο χώρο για τις ιδέες της Αριστεράς. Έτσι, δεν είναι η έλλειψη αγώνων που δημιουργεί το πρόβλημα.