Τζιάνι Φρέζου: «Η αποτυχία του Μπολσονάρο φτάνει σε αδιανόητες διαστάσεις»

Συνέντευξη με τον Τζιάνι Φρέζου, καθηγητή Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ουμπερλάντια της Βραζιλίας

Τη συνέντευξη πήρε ο Δημήτρης Γκιβίσης

 Θα ήταν υπερβολή αν πούμε ότι στη Βραζιλία αποτυπώνεται σήμερα η πλήρης αποτυχία του αυταρχικού νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού;

Όχι, δεν νομίζω ότι είναι υπερβολή. Μετά από μόλις ενάμιση χρόνο της κυβέρνησης Μπολσονάρο, η Βραζιλία βρίσκεται χωρίς κατεύθυνση, θύμα μιας βαθιάς οικονομικής, υγειονομικής και πολιτικής κρίσης, και διχασμένη από μια επικίνδυνη σύγκρουση μεταξύ των συνταγματικών εξουσιών. Μέσα στην πανδημία, εκτός από την ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων και των κινδύνων του Covid-19, ο Μπολσονάρο χρησιμοποίησε ένα σύνθημα που αρχικά αποδείχθηκε αποτελεσματικό για να δώσει αναπνοή στην εκλογική του βάση, όταν η μετάδοση του ιού δεν ήταν ακόμη ιδιαίτερα ανησυχητική: «η Βραζιλία δεν μπορεί να σταματήσει!». Μέσα από αυτήν την αφήγηση, σύμφωνα με την οποία ο πραγματικός θανάσιμος κίνδυνος θα ήταν η οικονομική κατάρρευση και όχι ο θάνατος των ανθρώπων, ο Μπολσονάρο, όπως και ο Τραμπ, όχι μόνο προσπάθησε να ευχαριστήσει τις επιχειρηματικές τάξεις και να αποφύγει μια οικονομική κρίση που αναπόφευκτα θα ερχόταν, αλλά επιτέθηκε και στον κόσμο της εργασίας. Επιβεβαιώνοντας την ανάγκη επιστροφής στην παραγωγή, αυτή η ρητορική έθεσε το ζήτημα της οικονομικής στήριξης των λαϊκών τάξεων, παρουσιάζοντας τους δεξιούς προπαγανδιστές ως πραγματικούς υπερασπιστές των υλικών συμφερόντων των εργαζομένων, που απειλούνται από μια διεθνή συνωμοσία που ενορχηστρώθηκε από την Κίνα και τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας για να χτυπήσει την ανάπτυξη της Δύσης. Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι κυβερνήσεις κατέληξαν να δηλητηριάζονται από τη δική τους δημαγωγία, καταλήγοντας να πιστεύουν στα ίδια ψέματα που έχουν επεξεργαστεί για να κερδίσουν τη συγκατάθεση των πολιτών. Ωστόσο, η πολυπλοκότητα της πραγματικότητας, με όλες τις αντιφάσεις της, έχει χτυπήσει τις πόρτες του Τραμπ και του Μπολσονάρο, διακόπτοντας κάθε προσπάθεια ηγεμονικής αφήγησης και απορρίπτοντας το οποιοδήποτε ψέμα. Έτσι, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος ξεκίνησε μια αργή πορεία προς την ομαλότητα, οι ΗΠΑ και η Βραζιλία έχουν γίνει το παγκόσμιο επίκεντρο της πανδημίας. Σύμφωνα με αξιόπιστες εκτιμήσεις επιστημόνων και μελετητών, ο αριθμός των θανάτων στη Βραζιλία μπορεί να φτάσει στις 120.000 μονάδες, ενώ ο χρόνος ανάκαμψης της οικονομίας της θα είναι μεγαλύτερος και πιο αβέβαιος από εκείνον των χωρών που, εν μέσω της πανδημίας, αποφάσισαν να υιοθετήσουν αυστηρά μέτρα κοινωνικής απομόνωσης και πρόληψης της μετάδοσης.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Βραζιλία ξεκίνησαν όμως πολύ πριν από τον ιό της πανδημίας.

Ναι, και για αυτό αρκετοί πολιτικοί αναλυτές έχουν αρχίσει να εντοπίζουν την πραγματική ασθένεια στον «αυταρχικό και αντιδημοκρατικό ιό». Ο Μπολσονάρο ακολουθεί μια σαφή στρατηγική προοδευτικής εκκένωσης των δημοκρατικών θεσμών, με στόχο την αποσυναρμολόγηση των λειτουργιών και του ρόλου τους. Αυτό συνάδει με τη αντίληψή του για την μονομερή σχέση μεταξύ του χαρισματικού ηγέτη και του λαού, η οποία δεν ανέχεται την οποιαδήποτε πιθανή διαμεσολάβηση από ενδιάμεσα όργανα και αντιπροσωπευτικούς κοινωνικούς φορείς. Αυτό εξηγεί όχι μόνο τις συνεχείς επιθέσεις του σε άλλες κρατικές εξουσίες, όπως στο Νομοθετικό και Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά και τη λογική του, που τον οδήγησε να επιλέξει έναν στρατιωτικό για το Υπουργείο Υγείας, έναν ομοφοβικό και μισογύνη θρησκευτικό φονταμενταλιστή στην ηγεσία του Υπουργείου Ανθρωπίνων και Γυναικών Δικαιωμάτων, έναν δηλωμένο εχθρός των πολιτικών προστασίας του περιβάλλοντος για το Υπουργείο Περιβάλλοντος, έναν εχθρό του δημόσιου πανεπιστημίου για το Υπουργείο Παιδείας, έναν κακό ηθοποιό σαπουνόπερας για την Γραμματεία Πολιτισμού. Δεν είναι μόνο ένα πρόβλημα χαμηλής ανθρώπινης ποιότητας στο διαθέσιμο πολιτικό προσωπικό, αλλά είναι κυρίως η επιθυμία του Μπολσονάρο να επιβεβαιωθεί μέσα από το σύνολο των αξιών που εκφράζουν τα συγκεκριμένα άτομα μια ριζική ρήξη με το ιστορικό προηγούμενο αυτών των θεσμών, και με όσα  αντιπροσωπεύουν συνταγματικά.

Ωστόσο, η σημερινή εμφάνιση αντιδημοκρατικών παρορμήσεων και η ανάπτυξη δυνάμεων εμπνευσμένων από αυταρχικές μεθόδους εξουσίας, δεν είναι μόνο ένα βραζιλιάνικο φαινόμενο.

Πράγματι. Από το 2008 βιώνουμε μια παγκόσμια οργανική κρίση που δεν επηρεάζει μόνο δομικά τις μορφές παραγωγής, συσσώρευσης, και διανομής του πλούτου, αλλά και την ίδια την ηγεμονία των κυβερνώντων τάξεων και των παραδοσιακών ιδεολογιών, οδηγώντας όλο και περισσότερο σε μια βαθιά κρίση στην σχέση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Αυτό το πλαίσιο διαρθρωτικής κρίσης είναι πολύ παρόμοιο με εκείνο που χαρακτήρισε τον κόσμο μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και σημαδεύεται από την αντιδραστική ριζοσπαστικοποίηση των μεσαίων τάξεων, που προσελκύονται όλο και περισσότερο από αντιδημοκρατικές αντιλήψεις και από αυταρχικές λύσεις στην πόλωση της πολιτικής-κοινωνικής σύγκρουσης. Η ίδια η ιδέα του «λογικού πλουραλισμού» (πολιτικού, φιλοσοφικού, πολιτιστικού, θρησκευτικού), η οποία έχει θεωρηθεί ως αξία από μόνη της καθορίζοντας τη δημοκρατική φύση των σύγχρονων κοινωνιών, είναι σήμερα, όπως και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, το αντικείμενο μιας επίθεσης που επιδιώκει να επιβεβαιώσει την ιδέα μιας κοινωνίας που βασίζεται σε απλουστευμένες και παραδοσιακές αξίες (πατρίδα, οικογένεια, θρησκεία). Όμως, η πολιτική βούληση της αποκατάστασης έρχεται σε σύγκρουση με μια εθνική και παγκόσμια πραγματικότητα που είναι πολύ περίπλοκη, για να επιτρέψει στον εαυτό της να συμπιεστεί στον νεοαυταρχικό ζουρλομανδύα και τη νοσταλγία του για τον προδημοκρατικό κόσμο.

Πώς ερμηνεύεις τη στρατηγική του Μπολσονάρο;

Κατά τη γνώμη μου, αντιμέτωπη με την κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας που ξεκίνησε το 2008, η νέα αυταρχική δεξιά έχει αναζητήσει τη δική της ταυτότητα, διατυπώνοντας την πολιτική της πρόταση σε δύο σημεία. Στο οικονομικό επίπεδο έχουμε την επιβεβαίωση των πιο βάναυσων αντιλήψεων του παλαιού οικονομικού φιλελευθερισμού: α) την μείωση του ρόλου του κράτους στην οικονομία και στις κοινωνικές σχέσεις, και την επιβεβαίωση της απόλυτης υπεροχής των νόμων της αγοράς, επομένως της ιδιωτικοποίησης όχι μόνο των κρατικών επιχειρήσεων, αλλά και των δημόσιων λειτουργιών (υγεία, εκπαίδευση, πρόνοια, νερό), β) την αύξηση της εκμετάλλευσης της εργασίας σε μια αντιστρόφως ανάλογη σχέση με την μείωση του κόστους και των εργατικών δικαιωμάτων.  Στο ιδεολογικό επίπεδο έχουμε την επιβεβαίωση μιας βασικής έννοιας κοινής για όλα τα αυταρχικά, εθνικιστικά και φασιστικά κινήματα, που συνοψίζεται στην αρχή «το έθνος πρώτα από όλα», μαζί με την προσπάθεια να προωθηθεί η αποκατάσταση των παλαιών αξιών της παραδοσιακής κοινωνίας ενάντια στην πρόοδο των πολιτικών δικαιωμάτων και του κοινωνικού εκδημοκρατισμού. Στην περίπτωση της Βραζιλίας, ο εθνικισμός συγκρούεται με μια δευτερεύουσα σχέση σύνδεσης με τις ΗΠΑ, που έχουν γίνει και πάλι οι πραγματικές κυρίαρχες της χώρας. Αυτό δημιουργεί ήδη τις πρώτες αντιφάσεις με ένα μέρος του στρατιωτικού κόσμου, που δεν είναι ικανοποιημένος με την επιστροφή σε μια κατάσταση στην οποία η Βραζιλία βρίσκεται ξανά στο κατώφλι της Ουάσιγκτον, καθώς και στον επιχειρηματικό κόσμο που βιώνει το αποτέλεσμα της επιθετικής φιλοαμερικανικής εξωτερικής πολιτικής του Μπολσονάρο: το σταδιακό κλείσιμο ορισμένων παραδοσιακών αγορών για τα προϊόντα και η φυγή των ξένων κεφαλαίων που επενδύονται στη Βραζιλία. Μετά από την παρατεταμένη κατάρρευση της παγκόσμιας οικονομίας, η πανδημία έχει βυθίσει για άλλη μια φορά τον καπιταλισμό σε μια διεθνή οργανική κρίση, κλονίζοντας όλες τις βεβαιότητες και τις πεποιθήσεις του δυτικού κόσμου, και αμφισβητώντας το νεοφιλελεύθερο πρότυπο που είχε θεωρηθεί άκριτα τις τελευταίες δεκαετίες ως η μόνη δυνατή και νόμιμη επιλογή. Ενόψει των συνδυαστικών επιπτώσεων της πανδημίας και της οικονομικής κρίσης, η αντίφαση μεταξύ του δικαιώματος στο ιδιωτικό κέρδος και του γενικού συμφέροντος γίνεται ολοένα και πιο εμφανής. Μόνο εκεί που το δημόσιο έχει διατηρήσει ένα ισχυρό ρόλο απέναντι στις απαιτήσεις της αγοράς, αντιμετωπίζεται με επιτυχία αυτή η κρίση. Όπου, αντίθετα, επικράτησε η ιδεολογική κυριαρχία της αγοράς, δηλαδή, η πεποίθηση ότι η παρέμβαση με δημόσια μέτρα στην ελεύθερη ανάπτυξη του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης είναι μια καθαρή βλασφημία, όλα έχουν γίνει πιο περίπλοκα. Στις χώρες που χαρακτηρίζονται από την αντίφαση μεταξύ της απόλυτης φτώχειας και της τεράστιας συγκέντρωσης οικονομικού πλούτου, όπως η Βραζιλία, όπου η κερδοσκοπία και η ιδιωτική κερδοφορία υπερισχύουν των δημόσιων δραστηριοτήτων, είμαστε μάρτυρες μιας τρομακτικής αποτυχίας που φτάνει σε αδιανόητες διαστάσεις σε σύγκριση με την κατάσταση πριν από πέντε μήνες. Παρά τις ιδεολογικές μεταμορφώσεις και τις ηγεμονικές αφηγήσεις που σηματοδοτούν τόσο τον πολιτικό αγώνα όσο και την ιδεολογική αντιπαράθεση, όπως ήταν αναπόφευκτο, τα αποτελέσματα του Covid-19 αναπαράγουν επίσης ένα κοινωνικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από έναν βάναυσο και μονόπλευρο ταξικό πόλεμο, από πάνω προς τα κάτω.

Στην αρχή της πανδημίας κάποιοι μιλούσαν για ένα «δημοκρατικό ιό» που δεν βλέπει την κοινωνική τάξη των πληγέντων.

Αυτό αποδείχτηκε ότι ήταν λάθος. Αντιθέτως, η πανδημία εκθέτει περαιτέρω την ολιγαρχική και ταξική δομή της χώρας, και επηρεάζει κυρίως τους φτωχότερους. Ο κορωνοϊός έφτασε στη Βραζιλία με αεροπλάνο, μεταφέρθηκε από εκπροσώπους των ίδιων «ευγενών τάξεων» που σήμερα πιέζουν να ξανανοίξουν τα πάντα και να ξαναρχίσουν οι οικονομικές δραστηριότητες. Ωστόσο, αυτοί που πληρώνουν το λογαριασμό για τα πολιτικά λάθη και τις κοινωνικές ανοησίες που είναι ευρέως διαδεδομένες σε αυτήν την περίοδο, είναι τα προάστια, οι φαβέλες, οι λαϊκές τάξεις, και οι αγροτικές περιοχές που έχουν αφεθεί στη μοίρα τους.

Ποιοι υποστηρίζουν σήμερα τον Μπολσονάρο; Πώς παραμένει ακόμα στην εξουσία;

Όσον αφορά την ικανότητα εδραίωσης και επέκτασης του μπλοκ εξουσίας που τον υποστηρίζει, έχουν φανεί οι σημαντικοί περιορισμοί του. Γρήγορα έχει εξασθενίσει η μεγάλη υποστήριξη που έλαβε από ένα σημαντικό μέρος της φιλελεύθερης αστικής τάξης, η οποία δελεάστηκε από το πρόγραμμα της ολικής νεοφιλελεύθερης απορρύθμισης, καθώς και από την αρχική εύνοια των μεγάλων ΜΜΕ που, για να χτυπήσουν οριστικά το PT (Εργατικό Κόμμα), διευκόλυναν συνειδητά την άνοδό του. Η κοινωνική βάση του Μπολσονάρο συρρικνώνεται όλο και περισσότερο στην ιδεολογική και μαχητική ακροδεξιά πτέρυγα, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις αρχίζουν να κουράζονται από την μόνιμη πολιτική αστάθεια που προκαλείται από τις καθημερινές σταυροφορίες του Μπολσονάρο, ο οποίος αμφισβητεί τις συνταγματικές ισορροπίες που καθιερώθηκαν με μεγάλη δυσκολία μετά τη δικτατορία. Εκτός από αυτό, με την πρόθεσή της να κερδίσει την εύνοια του Τραμπ, η κυβέρνηση Μπολσονάρο έχει θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τις σχέσεις της με τον πρώτο εμπορικό εταίρο της χώρας, την Κίνα. Αυτό θέτει σε κίνδυνο τις επιχειρήσεις των κύριων εξαγωγικών ειδών που είχαν στηρίξει τον Μπολσονάρο, ειδικά τον αγροτοδιατροφικό τομέα και την γεωργία. Παρά την δυσφορία της κοινής γνώμης, προς το παρόν ο Μπολσονάρο αντέχει χάρη στη διαίρεση και την κρίση των παραδοσιακών πολιτικών δυνάμεων και στο γεγονός ότι οι άρχουσες τάξεις της χώρας δεν έχουν βρει ακόμη ένα πρόγραμμα ή ένα άλογο για να στοιχηματίσουν. Με τη σειρά του, το κοινοβούλιο, που έχει βρεθεί ανάμεσα στους εσωτερικούς αγώνες και στα αντικρουόμενα υλικά συμφέροντα, κατάφερε να μπλοκάρει ορισμένες από τις επιδιώξεις του Μπολσονάρο, αλλά, εκτός από το ότι δεν έχει την ηθική δύναμη για μια διαδικασία μομφής (τουλάχιστον μέχρι τώρα), έχει εγκρίνει όλα τα σημαντικά νομοσχέδια που κατέθεσε η κυβέρνηση, όπως αυτά που αφορούν τις συντάξεις, την αγορά εργασίας, και την ιδιωτικοποίηση του νερού. Προσωπικά πιστεύω ότι η εμπειρία αυτής της κυβέρνησης θα τελειώσει δικαστικά, δεδομένης της ολοένα και πιο απειλητικής συμπύκνωσης πολλαπλών σοβαρών διαδικασιών στις οποίες εμπλέκονται ο Μπολσονάρο, η οικογένειά του, και οι στενοί συνεργάτες του. Το πότε θα συμβεί αυτό δεν είναι δυνατόν να το γνωρίζει κανείς.

Πώς μπορεί να ξεπεραστεί αυτή η πολύπλευρη κρίση που αντιμετωπίζει σήμερα η Βραζιλία;

Για να καταστρέψουν τη βάση συναίνεσης των κυβερνήσεων του PT (Εργατικό Κόμμα), τα μεγάλα μέσα μαζικής ενημέρωσης χρησιμοποίησαν κάθε μέσο με την σαφή πρόθεση να κατευθύνουν την κοινή γνώμη ενάντια σε αυτό που αντιπροσώπευε η Αριστερά. Αυτό το καθημερινό έργο συνοδεύτηκε από τη δικαστική απόφαση μομφής στην Ντίλμα Ρούσεφ, από την οποία προκύπτει η συνολική πολιτική τάση που εμφανίζεται τώρα. Πριν από δύο χρόνια έγραψα ένα άρθρο στο βραζιλιάνικο περιοδικού «Left» για τον Μπολσονάρο. Αναφερόμενος στην απομάκρυνση της Ρούσεφ και τη φυλάκιση του Λούλα, είχα γράψει για ένα διπλό πραξικόπημα, θεσμικό και δικαστικό, η ενορχήστρωση του οποίου έπρεπε να αναζητηθεί όχι στη Βραζιλία αλλά στην Ουάσιγκτον. Τώρα εμφανίζονται οι αποδείξεις όλων αυτών, πέρα ​​από τα πολλά έγγραφα που συλλέγονται από τα WikiLeaks, και τα στοιχεία είναι πολύ ξεκάθαρα. Όπως έγραψα, η νίκη του Μπολσονάρο είναι μόνο ο επίλογος μιας μακράς διαδικασίας σε τρεις πράξεις: η πρώτη είναι το θεσμικό πραξικόπημα, η δεύτερη είναι το δικαστικό πραξικόπημα, και η τρίτη είναι οι εκλογές, με τις οποίες τα δύο πρώτα φαίνονται να έχουν δημοκρατική νομιμότητα, αφού έχουν χρησιμοποιήσει όλα τα απαραίτητα μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου. Καταρχάς, το κοινοβούλιο εκδίωξε τη Ντίλμα Ρούσεφ από την Προεδρία της Δημοκρατίας με μια διαδικασία μομφής για την οποία δεν υπήρχε νομική και συνταγματική βάση. Τότε, το Ανώτατο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο επέτρεψε την σύλληψη του Λούλα, προκειμένου να αποτραπεί η συμμετοχή του στις εκλογές, τις οποίες θα κέρδιζε σύμφωνα  με όλες οι δημοσκοπήσεις. Όπως και στην περίπτωση της Ρούσεφ, αυτό έγινε χωρίς πλήρη αποδεικτικά στοιχεία, μετά από μια δίκη βασισμένη σε ενδείξεις και με μια εκστρατεία των ΜΜΕ που διεξήχθη συστηματικά με συγκεκριμένο σκοπό: να προκαλέσει γενική αποδοκιμασία και να προετοιμάσει την κοινή γνώμη για μια βαθιά πολιτική εξέλιξη στη χώρα. Σήμερα όλα αυτά έρχονται στην επιφάνεια, και η Αριστερά, ιστορικά διαιρεμένη μεταξύ στρατηγικών γραμμών και αντιτιθέμενων φατριών, αγωνίζεται όχι μόνο για να ανακτήσει δεσμούς με τον λαό, αλλά και για την αποφασιστική επιστροφή της στην κυβέρνηση.

Ένα στοιχείο καινοτομίας που αναδύεται σήμερα είναι από τους αυθόρμητους αγώνες που γίνονται. Ποια είναι η γνώμη σου;

Πράγματι, είναι από τους αυθόρμητους αντιφασιστικούς και αντιρατσιστικούς αγώνες, στους οποίους κάποιοι οργανωμένοι οπαδοί ποδοσφαίρου και διάφορες ομάδες νεολαίας διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, και έχουν αρχίσει να αντιμετωπίζουν την αντιδραστική επίθεση των οπαδών του Μπολσονάρο στους δρόμους. Από την ιστορική διαλεκτική μεταξύ του φασισμού και του αντιφασισμού, μεταξύ 1922 και 1945, μπορούμε να αντλήσουμε ένα χρήσιμο μάθημα για να δημιουργήσουμε ένα δημοκρατικό και αριστερό μέτωπο, που είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ ζωτικής σημασίας στη Βραζιλία: στις πιο δραματικές φάσεις της δημοκρατικής ύφεσης και της αντιδραστικής επίθεσης, ο σεχταρισμός είναι ο καλύτερος σύμμαχος αυτών που εργάζονται στο σκοτάδι για την αυταρχική εκτροπή. Σε αυτές τις καταστάσεις, όπως είπε ο Παλμίρο Τολιάτι, δεν πρέπει να «φοβόμαστε να κάνουμε πολιτική», και πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί αποφεύγοντας να συνδέσουμε την πραγματικότητα σε ένα σταθερό και αφηρημένο ιδεολογικό σχήμα στο οποίο η πραγματικότητα πρέπει να προσαρμοστεί. Η πολιτική λαμβάνει χώρα σε ένα πλαίσιο διαλεκτικά διασυνδεδεμένων ενεργειών και αντιδράσεων, δεν αναπτύσσεται μέσα σε ένα πλαίσιο γραμμικότητας και μαθηματικής λογικής. Στην αρχή του περασμένου αιώνα, όσο ο αντιφασισμός παρέμεινε περιορισμένος στη θρησκευτική μαρτυρία της ηθικής καθαρότητας, ο φασισμός νίκησε κάθε αντιπολίτευση και κέρδισε την συναίνεση του λαού. Ευτυχώς, στα μέσα της δεκαετίας του 1930 έγινε κατανοητό ότι ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα ευρύτερο δημοκρατικό αμυντικό μέτωπο, το οποίο θα ένωνε επίσης αυτούς που είχαν κατά κάποιο τρόπο καταστήσει δυνατή την άνοδο του φασισμού. Αυτό δεν σήμαινε τη δημιουργία μιας οργανικής συμμαχίας μεταξύ αυτών των δυνάμεων, αλλά την εξεύρεση μιας προσωρινής κατανόησης στον κοινό αγώνα ενάντια στον φασισμό. Επιπλέον, αποφασίστηκε να επενδυθούν πόροι σε ένα επίπονο και προσεκτικό έργο για την ανάκτηση αυτών των μαζικών και λαϊκών δεσμών που χάθηκαν από τον αντιφασισμό κατά τη διάρκεια των πολιτικών ηττών του, μέσω οικονομικών και κοινωνικών αγώνων. Πιστεύω, ότι για να αντιστρέψουμε την σημερινή τάση, πρέπει να αντλήσουμε έμπνευση από αυτήν τη δραματική φάση της ιστορίας μας, τουλάχιστον εάν δεν θέλουμε να επιστρέψουμε στα ίδια λάθη που, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, άνοιξαν τις πόρτες στην αντιδραστική επίθεση του φασισμού.