Συνοροϊοί, κορωνοϊοί και γνωστοί τακτικισμοί

Στη δημόσια συζήτηση για τις αιτίες που οδηγούν τον Ερντογάν στην προκλητική συμπεριφορά, κυκλοφορούν δύο αντιθετικές ερμηνείες. Σύμφωνα με την πρώτη, αντιδρά με τον συγκεκριμένο τρόπο, επειδή βλέπει ότι χάνει σε όλα τα μέτωπα. Ειδικότερα για το προσφυγικό, η αρνητική αντίδρασή του αποδίδεται στο ότι γύρισε από τις Βρυξέλλες με άδεια χέρια. Σύμφωνα με τη δεύτερη, η συμπεριφορά του οφείλεται στο γεγονός ότι δεν συναντά άρνηση στις απαιτήσεις του, με αποτέλεσμα να αποθρασύνεται. Καθώς δεν έχει συνέπειες η συμπεριφορά του, πέρα από φραστικές επικρίσεις, συνεχίζει στο γνωστό δρόμο.

Σκίτσο του Χ. Πικριδά

Η τέχνη να περιμένεις

Είναι φανερό ότι δεν μπορεί να ισχύουν και τα δύο. Για παράδειγμα, στο επίκαιρο πρόβλημα του προσφυγικού, εάν ο Ερντογάν επέστρεφε πράγματι με άδεια χέρια από την Ευρώπη στην Άγκυρα, τότε η αντίδρασή του, ιδίως στον Έβρο, θα έπρεπε να είναι πολύ πιο έντονη απ’ ό,τι τις προηγούμενες μέρες. Από την άλλη, η χρησιμοποίηση εκ μέρους του των γνωστών και όχι αναβαθμισμένων μέσων πίεσης προς την Αθήνα (υπερπτήσεις, «σκοπούμενη επαφή» με ελληνικά πλωτά μέσα) δεν δείχνει αποθράσυνση, αλλά συνέχιση μιας μελετημένης τακτικής.
Στην πραγματικότητα, ο Ερντογάν μπορεί να μην είναι ιδιαίτερα ικανοποιημένος από τη συνάντησή του με τους Ευρωπαίους, αλλά δεν φαίνεται να επιστρέφει στην Άγκυρα αποφασισμένος να τα σπάσει με την ΕΕ (στην πλάτη της Αθήνας). Ξέρει καλά ότι πρέπει να περιμένει και να μην κόψει το σχοινί, χωρίς να εγκαταλείψει και τις επιδιώξεις του, αλλά μην απαιτώντας και εκατό τοις εκατό ικανοποίηση. Η συμπεριφορά του δείχνει παίκτη που δεν τον οδηγεί το θυμικό. Ακόμη και στο πεδίο των ελληνοτουρκικών σχέσεων υπολογίζει ότι με τη δοκιμασία των νεύρων και τα «παιχνίδια πολέμου» στον Έβρο μπορεί να βγει κάπως ωφελημένος, από τη στιγμή που ούτε η ίδια η κυβέρνηση της ΝΔ δεν έχει ζητήσει από την ΕΕ να απειλήσει τον Ερντογάν με την επιβολή ουσιαστικών κυρώσεων.
Για να βγάλουμε ασφαλέστερα συμπεράσματα, χρειάζεται να δούμε χωρίς παρωπίδες τις επιδιώξεις και τις τακτικές όλων όσοι εμπλέκονται: Αθήνα, Αγκυρα, Βρυξέλλες.

Στα χνάρια του 2016

Από την πλευρά του, ο Ερντογάν επιδιώκει να αποκομίσει τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη, που δεν περιορίζονται στην «αποζημίωση» ή στη διεκδίκηση βίζας. Και επιθυμεί να το πετύχει, χωρίς να τρομάξει υπερβολικά την ΕΕ, παρά τους υψηλούς τόνους που συνήθως χρησιμοποιεί και παρά τη συσσώρευση προσφύγων στον Έβρο. Έχει υπόψη του ότι η τακτική αυτή απέδωσε το 2016. Ακολουθεί, λοιπόν, παρόμοια τακτική.
Αυτή τη φορά, όμως, η απειλή παραβίασης των συνόρων και μαζικής εισόδου προσφύγων γίνεται σε διαφορετικές συνθήκες. Φαίνεται πως εκτίμησε ότι η κυβέρνηση της ΝΔ ήταν από θέση έτοιμη να δεχθεί την ανάδειξη της φύλαξης, της υπεράσπισης των συνόρων σε μείζον ζήτημα. Γι’ αυτό και μετέφερε το πρόβλημα στη στεριά. Και δεν έπεσε έξω. Όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ο Ερντογάν έχει λόγο να επικεντρωθεί η συζήτηση στη φύλαξη των συνόρων και να απομακρυνθεί από το ζήτημα της υποδοχής των αιτούντων άσυλο από την ΕΕ. Έτσι, πουλάει πιο ακριβά τον όποιο συμβιβασμό του, ενώ διατηρεί και τη δυνατότητα να ξαναπαίξει αν χρειαστεί το ίδιο χαρτί, τόσο απέναντι στην Αθήνα όσο και απέναντι στις Βρυξέλλες. Μια λύση που θα διευκόλυνε πραγματικά τη νόμιμη είσοδο προσφύγων σε όλες τις χώρες της ΕΕ αναλογικά, δεν θα ήταν η καλύτερη για την Αγκυρα.
Θα πρέπει, λοιπόν, να είναι μάλλον σχετικά ικανοποιημένος. Η ατζέντα δεν φαίνεται να αλλάζει, από τη στιγμή που ούτε η Αθήνα επιδιώκει την αλλαγή της, ώστε να πάει η ΕΕ στη συζήτηση με τον Ερντογάν με διαφορετικές διαθέσεις. Σ’ αυτό το πλαίσιο αναμένεται να κινηθεί και η συνάντηση κορυφής Γαλλίας, Γερμανίας, Τουρκίας – ίσως και Ενωμένου Βασιλείου.

Προστασία συνόρων ή της ενδοχώρας της ΕΕ;

Πόσο ικανοποιημένη, όμως, θα πρέπει να είναι η Αθήνα από αυτές τις εξελίξεις; Στο πλαίσιο της τακτικής που έχει επιλέξει η κυβέρνηση της ΝΔ, δηλαδή της «εθνικοποίησης» της προσφυγικής κρίσης και του «σκηνικού πολέμου», θα δείξει ικανοποιημένη: η προστασία των συνόρων υποτίθεται ότι θα φέρει μείωση των ροών, η βοήθεια σε εξοπλισμό και σε ευρώ θα την κάνει να νιώθει ενισχυμένη. Τώρα, αν θα υπάρξει πραγματικά μείωση και αν θα αποδώσει το δόγμα της αποτροπής που υπηρετεί, θέλει χρόνο για να φανεί. Κι αυτόν τον λίγο χρόνο η κυβέρνηση της ΝΔ θα τον εκμεταλλευτεί με δεδομένους τους καλύτερους επικοινωνιακούς όρους που διαθέτει.
Σύνοδοι κορυφής της ΕΕ θα γίνουν στο μεταξύ, αλλά σύνοδος όπου θα τεθεί ζήτημα αναθεώρησης της κοινής μεταναστευτικής πολιτικής δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Ούτε ζήτημα ουσιαστικών κυρώσεων, σε περίπτωση που ο Ερντογάν δοκιμάσει ξανά τη γνωστή τακτική του – τώρα μάλιστα σε ένα πλαίσιο όπου το ζήτημα του διαμοιρασμού και της μετεγκατάστασης στις χώρες της ΕΕ θα είναι πρακτικά υποβαθμισμένο εξ αιτίας και των επιλογών της κυβέρνησης της ΝΔ. Το γεγονός ότι οι αιχμές του Ερντογάν τελευταία στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά κατά της Αθήνας, ακόμα και με χοντρά ψέματα, αναδεικνύει τον κοινό τόπο Βρυξελλών και Άγκυρας: η πίεση να ασκείται στα σύνορα με την ΕΕ, που στην πραγματικότητα είναι ελληνοτουρκικά, και όχι στην ενδοχώρα της.

Τακτικισμοί αντί στρατηγικής

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, υπάρχει λόγος που μπορεί να κάνει την κυβέρνηση της ΝΔ να νιώθει ικανοποιημένη; Ένας αναλυτής του Liberal τόνιζε προχθές ότι δεν ήταν οι πολεμικοί τόνοι στον Έβρο που την έβγαλαν από τη δύσκολη θέση, στην οποία είχε βρεθεί λόγω Λέσβου και Χίου. Ήταν ο κορονοϊός, που ανέβασε την αποδοχή της από την κοινή γνώμη στα πρότερα επίπεδα. Ακόμη κι αν δεν αληθεύει η πληροφορία, μας υποδεικνύει τον πυρήνα της κυβερνητικής λογικής: μπορεί να μην πάμε τόσο καλά με τους στρατηγικούς στόχους (ιδίως οικονομικούς, αλλά όχι μόνο), αλλά από τακτικούς ελιγμούς έχουμε επάρκεια.
Όμως, ακόμα και φίλα προσκείμενοι στο Μαξίμου αναλυτές δημόσια πια αναρωτιούνται πόσο μακριά μπορεί να πάει με οδηγό την τακτική. Γιατί την ώρα του κυβερνητικού απολογισμού – που πάντοτε έρχεται –η εκτίμηση γίνεται με κριτήριο τους στρατηγικούς στόχους και το βαθμό επίτευξής τους. Δηλαδή, με βάση τα τέρματα και όχι τις ντρίπλες.

Χ. Γεωργούλας