Τα ισπανικά αινίγματα

Νέες εκλογές και καταλανική κρίση

Του Στίβεν Φόρτι*

Ενώ η Ευρώπη δείχνει, έστω και με δυσκολία, να βρίσκει μια κάποια σταθερότητα, με την αλλαγή κυβέρνησης στην Ιταλία, τη βέβαιη νίκη των σοσιαλιστών στην Πορτογαλία και τις νέες ισορροπίες που δημιουργήθηκαν με την εκλογή της Φον Ντερ Λάιεν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην Ισπανία η αστάθεια κυριαρχεί. Βρισκόμαστε στην πραγματικότητα μπροστά από ένα πιθανό θερμό φθινόπωρο.

Τα δεδομένα

Από τη μια πλευρά, η ανικανότητα –ή η απροθυμία– του Σοσιαλιστικού Κόμματος και των Unidas Podemos να καταλήξουν σε μια κυβερνητική συμφωνία μετά τις εκλογές της 28ης Απριλίου, έχουν οδηγήσει την ιβηρική χώρα στην επανάληψη των εκλογών: τη 10η Νοεμβρίου η Ισπανία θα επιστρέψει στις κάλπες για τέταρτη φορά μέσα σε μόνο τέσσερα χρόνια. Είναι προφανές ότι, ανεξάρτητα από τις ευθύνες των μεν και των δε, πρόκειται για μια ήττα της αριστεράς, των κομμάτων και ολόκληρης της πολιτικής. Αφού χάθηκε –θα δούμε αν θα είναι μόνο προσωρινά ή για πολύ καιρό- η δυνατότητα μιας προοδευτικής κυβέρνησης στη Μαδρίτη που να μπορεί να δημιουργήσει έναν άξονα μαζί με τη Λισαβόνα και να τροποποιήσει μερικά τις ευρωπαϊκές ισορροπίες, η Ισπανία εισέρχεται σε εβδομάδες έντονης προεκλογικής εκστρατείας, σπασμωδικές και περίπλοκες, αλλά και γεμάτες αινίγματα.
Από την άλλη, σε όλα αυτά προστίθεται η καταλανική ατζέντα, όπου η πολιτική κρίση που άρχισε το 2012 είναι πολύ μακριά από την επίλυσή της. Αντίθετα, στις επόμενες μέρες θα γίνει γνωστή η απόφαση της δίκης των αυτονομιστών ηγετικών στελεχών που κατηγορούνται για εξέγερση και ανταρσία –κινδυνεύουν να καταδικαστούν σε 25 χρόνια φυλάκισης– για τα γεγονότα του Οκτωβρίου 2017, όταν πραγματοποιήθηκε το δημοψήφισμα για την αυτοδιάθεση της Καταλονίας, το οποίο θεωρήθηκε παράνομο από το ισπανικό κράτος, και κηρύχτηκε μονομερώς η ανεξαρτησία της Καταλονίας, προκαλώντας την επιτροπεία της περιφέρειας. Από ό,τι φαίνεται, είναι πολύ πιθανή μια αρκετά σκληρή καταδίκη, πράγμα που, ça va sans dire, δεν θα διευκολύνει την επίλυση της κρίσης. Η περιφερειακή κυβέρνηση, υπό την προεδρία του αδιάλλακτου Κιμ Τόρα που είναι κοντά στον πρώην πρόεδρο Κάρλες Πουτζντεμόντ –ο οποίος εδώ και δύο χρόνια έχει καταφύγει στο Βέλγιο–, έχει προαναγγείλει διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες, μαζί με τα αυτονομιστικά κόμματα και τις αυτονομιστικές οργανώσεις, και, μάλιστα, απειλεί ότι θα ξαναρχίσει τη μονομερή πορεία για την ανεξαρτησία της περιφέρειας. Πρόκειται για έναν αδιέξοδο δρόμο, χωρίς καμία δυνατότητα επιτυχίας, αλλά που συνεπάγεται μεγαλύτερη ένταση μέσα σε ένα έτσι και αλλιώς εκρηκτικό πλαίσιο.

Οι κίνδυνοι των νέων εκλογών

Σε όλα αυτά ένα γεγονός είναι ενδεικτικό: η δυσαρέσκεια και η γενικευμένη κόπωση των Ισπανών έναντι της πολιτικής, των θεσμών και των κομμάτων άγγιξε, σύμφωνα με μια πρόσφατη δημοσκόπηση του Κέντρου Κοινωνιολογικών Ερευνών, μέγιστες τιμές που δεν είχαν υπάρξει ποτέ πριν. Αν προσθέσουμε τους φόβους για οικονομική ύφεση που βαραίνουν την Ισπανία, όπως και ολόκληρη την ήπειρο, θα καταλάβουμε εύκολα ότι οι κίνδυνοι αυτής της επανάληψης των εκλογών είναι πραγματικά σημαντικοί, κυρίως για την αριστερά. Από την άλλη, ο μεγαλύτερος φόβος είναι η μεγάλη αποχή του προοδευτικού εκλογικού σώματος που την 28η Απριλίου είχε κινητοποιηθεί μαζικά για να αποφύγει μια δεξιά κυβέρνηση. Δεν θα είναι εύκολο να πεισθεί μετά από την ανικανότητα εξεύρεσης μιας συμφωνίας ότι και αυτή τη φορά είναι ανάγκη να ψηφίσει.
Σε καιρούς μεγάλης αστάθειας σαν τους σημερινούς, το γνωρίζουμε, οι δημοσκοπήσεις δεν πρέπει να παίρνονται και πολύ τοις μετρητοίς. Ακόμη περισσότερο όταν υπάρχει ένα πλαίσιο επανάληψης των εκλογών στα πρόθυρα της απόφασης της δίκης των καταλανών ηγετικών στελεχών με άγνωστες συνέπειες, τόσο στη Μαδρίτη όσο και στη Βαρκελώνη. Μέχρι σήμερα, όμως, φαίνεται να υπάρχουν δύο σενάρια για το βράδυ της 10ης Νοέμβρη. Το πρώτο, πάνω στο οποίο στοιχηματίζει τα πάντα ο Πέδρο Σάντσεθ, είναι η ενίσχυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το οποίο θα έχει έτσι ελεύθερα τα χέρια του για να συμφωνήσει από μια θέση μεγαλύτερης ισχύος είτε με αυτούς που βρίσκονται στα αριστερά του είτε με αυτούς που βρίσκονται στα δεξιά του. Ο σοσιαλιστής ηγέτης διατηρεί όντως μια στενή σχέση με τον Εμανουέλ Μακρόν –το είδαμε στη σύνοδο του G7 στο Μπιαρίτς, όπου ο Σάντσεθ είχε προσκληθεί ως παρατηρητής από τον γάλλο πρόεδρο– και αφού θα εμφανιστεί ως η επιλογή της μετριοπάθειας και της ασφάλειας σε ταραγμένους καιρούς, θα προσπαθήσει να κερδίσει ψήφους από το κέντρο.
Το δεύτερο σενάριο, αντίθετα, προβλέπει το ναυάγιο της στρατηγικής του Σάντσεθ που δεν θα αυξήσει τα ποσοστά της συναίνεσης του Απρίλη, ενώ προς τα δεξιά θα ενισχυθεί το Λαϊκό Κόμμα –σε βάρος των Ciudadanos και του ακροδεξιού Vox – και προς τα αριστερά το Unidas Podemos θα διατηρήσει τις δυνάμεις του, παρά την είσοδο στη σκηνή του Más País, της νέας πλατφόρμας του Ινίγκο Ερεχόν, που είναι ο ιδρυτής της και πρώην νούμερο 2 του Πάμπλο Ιγκλέσιας μέχρι πριν λίγους μήνες. Ο Ερεχόν, που είχε δημιουργήσει ένα δικό του κόμμα σε περιφερειακό επίπεδο στη Μαδρίτη, αποφάσισε να κάνει το άλμα προς την εθνική πολιτική, εμφανιζόμενος ως μια προοδευτική και πιο πραγματιστική επιλογή σε σχέση με το Unidas Podemos, ρίχνοντας το βάρος κυρίως στην οικολογία και στον φεμινισμό. Πιθανό να έχει επιτυχία και να κινητοποιήσει ψηφοφόρους που θα προτιμούσαν να απέχουν, αλλά είναι πιθανό και να προκαλέσει έναν μεγαλύτερο κατακερματισμό της αριστερής ψήφου, που θα βρίσκεται εξάλλου σε μειονεκτική θέση εξαιτίας του εκλογικού νόμου που ισχύει στην Ισπανία.

Δύσκολη μια κυβέρνησης της αριστεράς

Τα αινίγματα, όπως βλέπουμε, είναι πάρα πολλά. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει στραφεί ξεκάθαρα προς το κέντρο, βάζοντας μέσα στο συρτάρι τον αριστερό λόγο της τελευταίας δεκαετίας που είχε κάνει πολλούς Ισπανούς να ελπίσουν. Σε σύνδεση με αυτό, είναι πλέον ολοφάνερο ότι, βραχυπρόθεσμα, αλλά ίσως και μεσο-μακροπρόθεσμα, θα είναι εξαιρετικά δύσκολο να υπάρξει στη Μαδρίτη μια κυβέρνηση συνασπισμού της αριστεράς. Χάθηκε μια ευκαιρία, ενώ οι κίνδυνοι μιας νέας ανάφλεξης της Καταλονίας περιμένουν στη γωνία.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

* Ο Στ. Φόρτι είναι καθηγητής στο Αυτόνομο Πανεπιστήμιο της Βαρκελώνης και ερευνητής στο Ινστιτούτο Σύγχρονης ιστορίας του Νέου πανεπιστημίου της Λισαβόνας.