Τα νέα ψηφιακά «πτωχοκομεία»

Virginia Eubanks «Automating inequality: How high-tech tools profile, police and punish the poor» (Αυτοματοποιώντας την ανισότητα: Πώς τα υψηλής τεχνολογίας εργαλεία φακελώνουν, αστυνομεύουν και τιμωρούν τους φτωχούς), St Martin Press, New York, 2018, pp.260
www.youtube.com/watch?v=Avxm7JYjk8M

Του Θοδωρή Παπαϊωάννου*

Σε αυτό το βιβλίο η Eubanks επιχειρεί να δείξει με ποιό τρόπο η υψηλή τεχνολογία, κάτω από συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις έχει τη δυνατότητα να επιδεινώνει τις ανισότητες μεταξύ φτωχών και πλουσίων ή ακόμα και να δημιουργεί καινούργιες ανισότητες, παραβιάζοντας τα ανθρώπινα δικαιώματα και υποσκάπτοντας το κοινωνικό κράτος. Η εισαγωγή του βιβλίου ξεκινά με ένα προσωπικό βίωμα της συγγραφέως: η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της οικογενείας της σταμάτησε, πιθανότατα από κάποιο αλγόριθμο ο οποίος λανθασμένα την παρέπεμπε σε έρευνα απάτης εξαιτίας του υψηλού κόστους των αιτημάτων της προς την ιδιωτική της ασφάλιση.
Η Eubanks υποστηρίζει ότι στην αυγή της ψηφιακής εποχής, η διαδικασία λήψης αποφάσεων ως προς τη χρηματοδότηση νοικοκυριών, κρατικών πολιτικών, δημόσιας υγείας και κοινωνικών υπηρεσιών έπαψε να είναι ευθύνη των ανθρώπων αλλά «πέρασε» στις μηχανές. Αυτοματοποιημένα συστήματα, αλγόριθμοι και μοντέλα πρόβλεψης ρίσκου ελέγχουν ποιοί πολίτες και ποιές γειτονιές θα αστυνομευθούν, ποιές οικογένειες θα τύχουν υποστήριξης του κοινωνικού κράτους και επίσης, ποιοί θα προσληφθούν σε καλές θέσεις εργασίας.
Αυτή η αυτοματοποίηση μπορεί να είναι πολλές φορές κοινωνικά ρατσιστική προς τους πλέον αδύναμους και καταστροφική για την εργατική τάξη. Το να στοχοποιηθεί ένα άτομο ή μια κοινωνική ομάδα από έναν αλγόριθμο σημαίνει ότι ένα ηλεκτρονικό μάτι παρακολουθεί όλες τους τις κινήσεις. Ιδιωτικές αλλά και δημόσιες υπηρεσίες ψηφιακής ασφάλειας συγκεντρώνουν πληροφορίες για εμάς, τη συμπεριφορά μας και τον έλεγχο των οικονομικών μας πόρων. Οι περισσότερες από αυτές τις τεχνολογίες είναι «αόρατες» και δεν είναι δυνατό να εντοπιστούν με το μάτι. Η Eubanks χαρακτηρίζει την εποχή της ψηφιακής παρακολούθησης ως «Οργουελιανή».
Παρ’ όλα αυτά, επισημαίνει ότι οι περισσότεροι άνθρωποι στοχοποιούνται από τις καινούργιες τεχνολογίες όχι ως άτομα αλλά ως κοινωνικές ομάδες. Άνθρωποι διαφορετικού χρώματος, μετανάστες, μειονότητες και άλλοι κοινωνικά καταπιεσμένοι, αντιμετωπίζουν πολύ πιο σημαντικές διακρίσεις απ’ ότι οι οικονομικά και κοινωνικά προνομιούχες ομάδες. Συνεπώς πολλές από τις ψηφιακές τεχνολογίες παίρνουν ταξική μορφή. Οι οικονομικά και κοινωνικά αδύναμοι αντιμετωπίζουν «φακελοποίηση» των προσωπικών τους δεδομένων όταν πρόκειται να διεκδικήσουν κοινωνικά επιδόματα, οι γειτονιές τους είναι συχνά κάτω από την επιτήρηση της αστυνομίας, ενώ και η πρόσβασή τους στο εθνικό σύστημα υγείας είναι περιορισμένη.
Η Eubanks θεωρεί ότι η χρήση των νέων αυτών ψηφιακών τεχνολογιών και η συλλογή πληροφοριών στην ουσία περιθωριοποιεί και ταυτόχρονα στιγματίζει τα φτωχά οικονομικά και κοινωνικά στρώματα. Παράλληλα, οδηγεί στη διαρραγή των θεσμοθετημένων και νομοθετημένων ατομικών ελευθεριών των σύγχρονων αστικών δημοκρατιών. Το βασικό ερώτημα στο οποίο το βιβλίο της προσπαθεί να απαντήσει είναι το εξής: «Με ποιους τρόπους η ψηφιακή επανάσταση έχει γίνει εφιάλτης για τόσο πολλούς ανθρώπους κυρίως από τα φτωχά εργατικά στρώματα;». Προκειμένου να απαντήσει σ’ αυτό το ερώτημα μας παραθέτει τρία εμπειρικά παραδείγματα από τις ΗΠΑ.

Η τεχνολογία ως μέσο αποτροπής

Το πρώτο είναι η προσπάθεια αυτοματοποίησης της διαδικασίας παροχής κοινωνικής πρόνοιας στην Πολιτεία της Ιντιάνα. Το δεύτερο παράδειγμα είναι η ηλεκτρονική καταγραφή των αστέγων στο Λος Άντζελες. Το τρίτο είναι το μοντέλο ρίσκου το οποίο προσπαθεί να προβλέψει ποιά παιδιά θα τύχουν κακομεταχείρισης σε οικογένειες στην Πενσιλβάνια. Και τα τρία αυτά παραδείγματα αναλύονται στη βάση ποιοτικών δεδομένων τα οποία συγκεντρώθηκαν μέσω κοινωνιολογικών μεθόδων όπως οι συνεντεύξεις, οι συμμετοχικές παρατηρήσεις καθώς επίσης και η έρευνα αρχείων και άλλων ντοκουμέντων στις εν λόγω πολιτείες.
Τα συμπεράσματα αυτής της κοινωνικής έρευνας αποκαλύπτουν ότι πράγματι η εργατική τάξη και τα περιθωριοποιημένα κοινωνικά στρώματα έχουν «στοχοποιηθεί» από τα ψηφιακά εργαλεία ελέγχου της φτώχιας. Αυτοματοποιημένα συστήματα τούς αποτρέπουν από το να διεκδικήσουν κοινωνικά επιδόματα και ψηφιακές βάσεις δεδομένων συγκεντρώνουν τα προσωπικά τους στοιχεία χωρίς ασφαλιστικές δικλείδες για την προστασία της ιδιωτικότητας και άλλων ατομικών δικαιωμάτων. Αυτά τα ψηφιακά εργαλεία παρακολούθησης και ανελευθερίας φαίνεται να έχουν ενσωματωθεί στο μηχανισμό του σύγχρονου νεο-φιλελεύθερου κράτους χωρίς να προηγηθεί κριτική πολιτική συζήτηση για τις συνέπειες στη ζωή των πολιτών και τη δημοκρατία. Η Eubanks περιγράφει αυτές τις συνέπειες ως μια νέα μορφή ψηφιακού πτωχοκομείου («digital poorhouse»). Στην Αμερική του 19ου αιώνα, τα πτωχοκομεία ήταν ένα είδος γκέτο όπου οι αρχές τοποθετούσαν φτωχούς, μέλη της εργατικής τάξης και μειονότητες, προκειμένου το καπιταλιστικό σύστημα να απαλλαγεί από την παρουσία τους. Αυτά τα πτωχοκομεία ήταν στην ουσία κολαστήρια τα οποία τιμωρούσαν αυτούς τους ανθρώπους όχι μόνο για το γεγονός ότι γεννήθηκαν φτωχοί αλλά και για το χρώμα και τη φυλή τους.

Ζήτημα πολιτικής και δημοκρατίας

Σύμφωνα με την Eubanks, η περιθωριοποίηση και ο στιγματισμός των σύγχρονων φτωχών μέσω των ψηφιακών τεχνολογιών είναι μια νέα μορφή γκέτο μέσω των ψηφιακών πτωχοκομείων. Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας ενσωματωμένης στις νέες τεχνολογίες κοινωνικής αδικίας, η οποία επιδεινώνει την ήδη υπάρχουσα άνιση μεταχείριση των φτωχών εργατικών στρωμάτων. Αλλά υπάρχει και ένα βαθύτερο ζήτημα, αυτό της έλλειψης κράτους πρόνοιας σε νεο-φιλελεύθερες κοινωνίες όπως της Αμερικής. Η γενικευμένη παροχή πρόνοιας μέσω ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών (αντί του κράτους) έχει ως αποτέλεσμα να χρησιμοποιούνται οι ψηφιακές τεχνολογίες για τον αποκλεισμό των φτωχών και την αύξηση του κέρδους των πλουσίων.
Στον επίλογο του βιβλίου της, η Eubanks επιχειρεί να μεταφέρει ένα αισιόδοξο μήνυμα και προτείνει τη διάλυση του νέου ψηφιακού πτωχοκομείου μέσω των αγώνων των κοινωνικών κινημάτων, τα οποία συγκροτούνται από φτωχά και περιθωριοποιημένα στρώματα, προκειμένου να αντιπαρατεθούν στις κοινωνικές διακρίσεις και την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, μέσω της αντιδημοκρατικής χρήσης των νέων ψηφιακών τεχνολογιών.
Το βιβλίο της Eubanks πραγματικά αξίζει να διαβαστεί από όλους εκείνους που ενδιαφέρονται για τις κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες των νέων τεχνολογιών. Ενδεχομένως η μόνη κριτική που θα μπορούσε να ασκηθεί στην συγγραφέα είναι ότι δεν μας προτείνει ένα σχέδιο όπου οι ψηφιακές τεχνολογίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντα κοινωνικής δικαιοσύνης. Παρ’ όλα αυτά η «4η τεχνολογική επανάσταση» έχει τη δυνατότητα, κάτω από διαφορετικούς όρους και προϋποθέσεις (για παράδειγμα κάτω από ένα μη νεο-φιλελεύθερο κράτος πρόνοιας και δίκαιους όρους κοινωνικής αναπαραγωγής), να μετριάσει ή και να εξαλείψει τις κοινωνικές αδικίες. Αυτοί βεβαίως οι όροι είναι αποκλειστικά ζήτημα πολιτικής και δημοκρατίας.

* Καθηγητής Πολιτικής, Καινοτομίας και Ανάπτυξης, Ανοιχτό Πανεπιστήμιο της Μεγάλης Βρετανίας.