Τα ορφανά του Τσαουσέσκου

Άκης Παπαντώνης
«Καρυότυπος»
Εκδόσεις Κίχλη
Νοέ. 2014

Εδώ και μια πενταετία, ίσως και παραπάνω, όταν οι μεν φωνάζουν στις πορείες το σύνθημα “Είμαστε όλοι μετανάστες” ή το γράφουν στους τοίχους, οι άλλοι τους αποκαλούν “τα ορφανά του Τσαουσέσκου”, ξεθάβοντας τον χαρακτηρισμό από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας, όπως λέγανε παλαιότερα. Αν και το 2014, με τη συμπλήρωση 25 χρόνων, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί ξαναθυμήθηκαν την εκτέλεση του ζεύγους Τσαουσέσκου, ανήμερα Χριστούγεννα του 1989, που μαγνητοσκοπημένη έκανε τον γύρο του κόσμου. Και τα μεθεόρτια,  με τα φώτα της επικαιρότητας σταθερά στραμμένα στο Βουκουρέστι, όταν τα ΜΜΕ εισχωρούσαν στα κοινωφελή Ιδρύματα, όπου στεγαζόταν ο υπερπληθυσμός παιδιών, ορφανών και μη, που είχε προκύψει κατά τη διακυβέρνηση του Νικολάε Τσαουσέσκου. Τότε η διεθνής κοινή γνώμη πληροφορήθηκε για το φιλόδοξο πρόγραμμα “δημογραφικής αναγέννησης”, που είχε αναλάβει προσωπικά μετά το 1980 η σύζυγός του, η χημικός Έλενα Πετρέσκου. Αντικρίζοντας ο Δυτικός Κόσμος στους τηλεοπτικούς δέκτες τις εικόνες των παιδιών, εκδηλώθηκε πρώτα ένα κύμα αποστολής ανθρωπιστικής βοήθειας και στη συνέχεια, υιοθεσιών. Χάρις, λοιπόν, στα συνθήματα των δυο πλευρών, των μεν που συλλήβδην αποκαλούνται “αριστερά” από τους δε, που αυτοαποκαλούνται “Έλληνες εθνικιστές”, πρωτάκουσαν για “τα ορφανά του Τσαουσέσκου” και οι νεότεροι, οι ομήλικοι των ορφανών, που γεννήθηκαν στην Αθήνα της Μεταπολίτευσης. Αν και κάποιοι, όπως τα παιδιά “των ορφανών του Τσαουσέσκου”, είχαν μάθει την ιστορία  εξ απαλών ονύχων, μαζί με το “Είμαστε όλοι μετανάστες”, όταν ακόμη τα “καραβάνια” από Βορρά ήταν μετρημένα και τα θαλασσινά “περάσματα” δεν είχαν ξεκινήσει.
Σε αυτήν την ομάδα, ανήκει, τουλάχιστον ηλικιακά, ο Άκης Παπαντώνης, ο οποίος, στις θεματικές επιλογές των πεζών του, περνάει από το ένα σύνθημα στο άλλο. Γεννημένος το 1978, έκανε την πρώτη του εμφάνιση στον δεύτερο διαγωνισμό διηγήματος, «HOTEL-Ένοικοι γραφής», του 2007, με θέμα το “Είμαστε όλοι μετανάστες”. Ίσως δεν είναι τυχαίο, ότι στον συγκεκριμένο θεματικό διαγωνισμό, και όχι στον προηγούμενο ή τον επόμενο, διακρίθηκαν ο Χρίστος Κυθρεώτης, που είχε αποσπάσει το βραβείο, και οι Γιάννης Τσίρμπας, Ιάκωβος Ανυφαντάκης. Γεννημένοι και οι τέσσερις την περίοδο 1976-1983, διπλωματούχοι πανεπιστημιακών σχολών, με μεταπτυχιακές σπουδές, όπου οι δυο ακολούθησαν πανεπιστημιακή σταδιοδρομία, ο Παπαντώνης εκτός Ελλάδος, σήμερα  επίκουρος καθηγητής. Παράλληλα, και οι τέσσερις εμφανίζονται ως κριτικοί βιβλίου.
Εξέδωσαν το πρώτο τους βιβλίο, τρεις νουβέλες και μία συλλογή διηγημάτων, τη διετία 2013-14, και έτυχαν θερμής κριτικής υποδοχής. Οι δυο επανήλθαν στο ίδιο θέμα. Ο Τσίρμπας με τη νουβέλα του, «Η Βικτώρια δεν υπάρχει» και ο Παπαντώνης, με διήγημα. Επέλεξε τους μετανάστες ως θέμα για τη συμμετοχή του στον διαγωνισμό «Λόγω Τέχνης», στον οποίο δεν προσδιορίζεται το θέμα, αλλά αντ’ αυτού, ορίζεται μία μικρή ομάδα λέξεων, οι οποίες θα πρέπει να εμφανίζονται στα διηγήματα. Στον τρίτο διαγωνισμό, του 2012, με το «Φωνές με λέπια», απέσπασε το Τρίτο Βραβείο, ενώ ο Τσίρμπας, με το «Θερμοκοιτίδα», διακρίθηκε με τον Τρίτο Έπαινο. 
Η απορία που μας γέννησε η τρίτη νουβέλα της ομάδας των πρωτοεμφανιζόμενων, η εφετινή του Παπαντώνη, είναι το γιατί επιλέγει μία τόσο ειδική περίπτωση, όπως “τα ορφανά του Τσαουσέσκου”. Για το θέμα του, που είναι το βάρος των πρώτων βιωμάτων στη διαμόρφωση του χαρακτήρα, θα μπορούσε να αρκεστεί σε πιο κοινές περιπτώσεις, όπως τα παιδιά των Ιδρυμάτων, του πρώην Ανατολικού Μπλοκ αλλά και του Δυτικού Κόσμου, ακόμη και τους τρόφιμους των γηγενών Ιδρυμάτων. Αν, μάλιστα, υιοθετήσουμε τις απόψεις της Ελβετίδας ψυχαναλύτριας Άλις Μίλλερ («Η απαγορευμένη γνώση»), δεν χρειάζεται καν τρόφιμος Ιδρύματος, καθώς η κακοποίηση και “ο ακρωτηριασμός της ψυχής” συχνά συμβαίνουν μέσα στην ίδια την οικογένεια. Άλλωστε, ο ίδιος, στο διήγημα, «Το πολύ σύντομο ταξίδι του κ. Ρ», που γράφει μετά τη νουβέλα, με κάποια δάνεια από αυτήν μαζί με δικά του σχόλια από την παρουσίασή της στον Τύπο, πλάθει έναν ήρωα, με παρόμοια ψυχολογικά προβλήματα, αλλά προερχόμενο από μια τυπική οικογένεια. Εκεί, η μόνη ένδειξη της δύσκολης ενδοοικογενειακής συνύπαρξης είναι το ότι κόβει τον ομφάλιο λώρο και εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας του. Παραμένει, πάντως, ως κοινό στοιχείο, ο αφηγηματικός τρόπος, συμβάλλοντας στη διάκριση από το αγγλικό περιοδικό, «OpenPen».  
Όπως, όμως, έδειξε ο Παπαντώνης ήδη από το πρώτο του διήγημα, το «Αλμυρά μουστάκια», ανήκει στην ομάδα των συγγραφέων, που θηρεύει το εξαιρετικό. Στα δέκα διηγήματα του τομιδίου, «Είμαστε όλοι μετανάστες», μόνο αυτός δεν αρκέστηκε σε έναν συνήθη αφηγητή, αλλά προτίμησε σκεπτόμενο σκύλο-αφηγητή. Αντιστοίχως, στη νουβέλα, έχει επιτύχει να ξεφύγει από τα πλαίσια του συνηθισμένου, με την επιλογή ως κεντρικού προσώπου ενός βιολόγου, που βρίσκεται στην Οξφόρδη, ως μέλος ερευνητικού προγράμματος για τις επιπτώσεις, που έχει η απομάκρυνση του νεογνού ποντικιού από τη γεννήτορα στη συμπεριφορά του. Κινούμενος ο ήρωάς του στον διεπιστημονικό χώρο μοριακής βιολογίας και βιοψυχολογίας, μεταφέρει τα όποια πειραματικά αποτελέσματα στα επακόλουθα των παιδικών τραυμάτων. Όπου το ενδιαφέρον του δεν είναι αμιγώς επιστημονικό, ούτε ορμάται από κοινωνική ευαισθησία, αλλά εγωιστικό, κεντρωμένο στη δική του περίπτωση. Ο Παπαντώνης εστιάζει στην ψυχογράφηση ενός υιοθετημένου παιδιού, που απέκτησε αργά, γύρω στα δέκα, θετή οικογένεια, με αποτέλεσμα να συγκρατεί μνήμες από την προηγούμενη ζωή του. Μόνο που δεν αρκείται σε αυτό, αλλά εστιάζει στην εξαιρετική περίπτωση ενός παιδιού προερχόμενου από “τα ορφανοτροφεία του Τσαουσέσκου”.
Κατά μία άποψη, αυτός είναι ένας τρόπος να προσδώσει κάποιο ιστορικό βάθος στο θέμα του. Κατά τη δική μας, αυτή η επιλογή καθιστά μια πρωτότυπη νουβέλα υπαρξιακού χαρακτήρα και ελλειπτικής γραφής, γριφώδη. Από την πλευρά της κριτικής υποδοχής, πάντως, εξασφαλίζει στο βιβλίο εκτενή εγκωμιαστικά δημοσιεύματα. Ταυτόχρονα, όμως, εκτρέπει το σχολιασμό “στο δράμα των ορφανών του Τσαουσέσκου”. Το παράδοξο με τις συγκεκριμένες κριτικές, αλλά και σχετικά άρθρα ή αναρτήσεις σε ηλεκτρονικά περιοδικά, είναι η μονομερής αναφορά στα προ εικοσιπενταετίας γεγονότα στη Ρουμανία, παρόλο που αντλούν πληροφόρηση από την πρόσφατη αρθρογραφία του αγγλικού και αμερικανικού Τύπου, όπως η λονδρέζικη «Guardian» ή το νεοϋορκέζικο περιοδικό «New Republic», όπου το χτες μνημονεύεται σε σύγκριση με το σήμερα. Με αφορμή και τις πρόσφατες εκλογές στη Ρουμανία, γίνεται εκτενής αναφορά στη σημερινή κατάσταση της χώρας. Αν το 1989, με το “baby boom” επί Τσαουσέσκου, τα παιδιά των Ιδρυμάτων έφταναν τα 100.000, σήμερα, παρά τη μεγάλη συρρίκνωση του πληθυσμού, υπερβαίνουν τις 60.000. Αλλά και τα εκτός Ιδρυμάτων παιδιά, λόγω της εκτεταμένης οικονομικής κρίσης, ήδη από βρεφικής ηλικίας, αντιμετωπίζουν άκρως δυσμενείς συνθήκες. Σύμφωνα με την «Guardian», δημοσκόπηση του πανταχού παρόντος Ιδρύματος Σόρος έδειξε, πως ποσοστό μεγαλύτερο του ενός τρίτου των γεννηθέντων μετά το 1989 πιστεύει ότι η ζωή επί κομουνιστικού καθεστώτος ήταν καλύτερη. Όσο για τους αμερικανούς επιστήμονες, με βάση τα δεδομένα για “τα ορφανά του Τσαουσέσκου”, στρέφονται στα δικά τους παιδιά. Ανακαλύπτουν πόσο επισφαλείς είναι οι συνθήκες στους βρεφικούς τους σταθμούς, πόσο μεγάλος είναι ο αριθμός των άγαμων γυναικών που αδυνατούν να φροντίσουν έστω και στοιχειωδώς τα βρέφη τους, ή ακόμη, πόσο πολυπληθείς  είναι οι αλκοολικοί και γενικώς βίαιοι γονείς. 
Οσο αφορά τον Παπαντώνη, επιλέγει ως κεντρικό πρόσωπο ένα ορφανό του Τσαουσέσκου, αλλά δεν βαραίνει την αφήγηση με “το δράμα των ορφανών του Τσαουσέσκου”. Αν καταλήγει σε μια αινιγματική για το ευρύτερο κοινό αφήγηση, σε αυτό συμβάλλει ο πλάγιος τρόπος που αποκαλύπτεται η ρουμανική ταυτότητα του ήρωά του. Εκείνος θυμάται “ένα παλιό ρουμάνικο έθιμο”, μια “εργατική πολυκατοικία του πρώην Ανατολικού Μπλοκ”, τον Μπαχλούι, το Ιάσιο, ενώ, “στο μυαλό του πηγαινοέρχεται η λέξη Τσαουσέσκου”, “τα ορφανοτροφεία του Τσαουσέσκου”, “τα ποντίκια του Τσαουσέσκου”, η Έλενα Τσαουσέσκου, και ο αριθμός 770/1966. Αυτά βρίσκονται φαινομενικά σκόρπια στην αφήγηση. Στην ουσία, είναι επιμελώς τοποθετημένα σε ένα προσεκτικά δομημένο πεζό. Παρόλα αυτά, ποιος γνωρίζει ότι ο Μπαχλούι, είναι ο αποδιδόμενος ελληνιστί Μπαλούι, παραπόταμος του Προύθου, που διασχίζει το Ιάσιο. Ή, πως ο κωδικός αριθμός αναφέρεται στο Ψήφισμα 770 του 1966, που υπέγραψε ο Τσαουσέσκου για να αυξήσει τον πληθυσμό της χώρας και το οποίο απαγόρευε αντισύλληψη και έκτρωση σε γυναίκες κάτω των σαράντα ετών με λιγότερα από τέσσερα παιδιά. 
Λόγω των σπουδών μοριακής βιολογίας του Παπαντώνη και του κατ’ εικόνα και ομοίωση ήρωά του, τουλάχιστον ως προς τα γνωστά βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα,  στη νουβέλα πολλοί θα σκοντάψουν σε άγνωστες λέξεις, ξεκινώντας από τον τίτλο. Για τον οποίο, όμως, έχει προβλεφθεί ο ορισμός του στο οπισθόφυλλο. Για τα υπόλοιπα, ας μην λησμονούμε, ότι η επιστημονική ορολογία πορεύτηκε με δάνεια από την ελληνική, με αποτέλεσμα, η ελληνική αντίστοιχη ορολογία, που προέκυψε εκ των υστέρων,  να έχει πλημμυρίσει αντιδάνεια. Η νουβέλα συνδυάζει, όπως και τα διηγήματά του, δυο είδη λόγων. Το κυρίως σώμα αποτελείται από 27 κεφάλαια, τα 22 σε κανονική αρίθμηση, δυο ένθετα που τιτλοφορούνται “Ιντερμέδια” και τρία πρόσθετα, με τίτλους, τα δυο φυλετικά χρωμοσώματα (“Χ”,  “Ψ”) και το καταληκτικό, τη λέξη “Γιορτή”. Σε αυτά παρεμβάλλονται σε ορισμένα σημεία, ώστε να δένουν με την ανέλιξη της ιστορίας, έξι ηλεκτρονικά μηνύματα του ερευνητή προς τον επικεφαλής του εργαστηρίου και δυο του δεύτερου, απαντητικά. Το κυρίως σώμα, σε τρίτο πρόσωπο, είναι μία ψυχαναλυτικής φύσης παρακολούθηση εαυτού, κλινικής λεπτολογίας. Τα “Ιντερμέδια”, σε πρώτο πρόσωπο, είναι συναισθηματικά φορτισμένες αφηγήσεις. Ενώ, τα ηλεκτρονικά μηνύματα, υπό μορφή αλληλογραφίας, δίνουν περιγραφή των πειραμάτων.
Ο συγγραφέας δεν επιβαρύνει τη νουβέλα του με πραγματολογικά στοιχεία. Μόλις μία αναφορά στο ιστορικό των πειραμάτων: “σκεφτόταν τα πειράματα των Λέβιν και Χάρλοου, τις παρατηρήσεις της Κάρλσον”. Μάλλον κρυπτική. Γιατί ποιος έχει ακουστά τα πρώτα πειράματα με ποντίκια του Σέυμουρ Λέβιν, το ’50, ή τον “λάκκο της απελπισίας”, όπως αποκαλούσε ο Χάρρυ Χάρλοου τα κλουβιά, στα οποία απομόνωνε νεογέννητους πιθήκους για να μελετήσει τις οργανικές αλλοιώσεις, προκαλώντας την μήνιν της επιστημονικής κοινότητας. Ή, ακόμη, τη μαθήτριά του, Μαίρη Κάρλσον, που είχε την τύχη το 1990 να μελετήσει “τα ορφανά του Τσαουσέσκου”. Αλλά και η επιμελημένη σύνταξη των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, όπου, κατά την μεταμοντέρνα συνθήκη, ο συγγραφέας αναμιγνύει το γνήσιο με το πλαστό, από λιγοστούς θα εκτιμηθεί. Λ.χ., τα πειράματα της Στάσυ Ντρούρυ μεταφέρονται από το Tulane Πανεπιστήμιο της Νέας Ορλεάνης στο Tufts της Βοστώνης. Σημαντικότερο είναι ότι παρουσιάζει ως αντικείμενο τους “τη μακροπρόθεσμη μνήμη της στοργικότητας”. Όταν τα πειράματα σε ποντίκια της αμερικανίδας ερευνήτριας δείχνουν μόνο ότι το υπερβολικό στρες κατά τη βρεφική ηλικία επιφέρει βράχυνση των άκρων των χρωμοσωμάτων. Δηλαδή, κονταίνουν τα τελομερή των χρωμοσωμάτων, που σημαίνει πρόωρη γήρανση και μειωμένη αμυντική ικανότητα του οργανισμού σε σειρά σοβαρών ασθενειών. Ουδεμία σχέση έχουν με τη στοργή ή την ενδοστρέφεια, που, τουλάχιστον προσώρας, βρίσκονται εκτός πειραματικής καταγραφής. Θεωρούνται απότοκα του περιβάλλοντος, όπως η ομοφυλοφιλία, η οποία, μυθιστορηματική αδεία, σε ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, πιθανολογείται ως γονιδιακά προσδιοριζόμενη. 
Αν συγκρατήσουμε τον Παπαντώνη για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου, δεν θα είναι χάρις στα καινοφανή χαρακτηριστικά της υπόθεσης, αλλά για τον κεντρικό χαρακτήρα της νουβέλας. Δεν έχει υποστεί κάποια εγκεφαλική βλάβη όπως τα ποντίκια της Ντρούρυ, μόνο “ακρωτηριασμό” της συναισθηματικής του ανάπτυξης. Δεν είναι ο ξένος στην Οξφόρδη. Δεν είναι ο απόξενος στο σπίτι του και στην Αθήνα. Δεν είναι ο αδιάφορος στο χώρο εργασίας. Δεν είναι ο αμέτοχος στη σεξουαλική συνεύρεση. Είναι όλα αυτά και κάτι πολύ περισσότερο, ο ξένος μέσα στο σαρκίο του. “Χτίζει τη ρουτίνα του”. Μένει “στο κλουβί του”, κι ας είναι ανοιχτή η πόρτα. Το είδος του θανάτου του και ο τρόπος που προοικονομείται στο πρώτο κεφάλαιο δείχνει το αναπόδραστο μίας παρόμοιας ψυχολογικής αναπηρίας. Παρεμπιπτόντως, μήπως παρεισέφρυσε τυπογραφικό σφάλμα ως προς την ημέρα στο πρώτο κεφάλαιο; Μήπως, όχι Πέμπτη, αλλά Δευτέρα, που έπεφτε η 2α Ιαν. 2012, κατά την οποία, τελικά, επέρχεται το μοιραίο; 

Μ. Θεοδοσοπούλου