Τα παγκάκια ή λόγος κατά τραπεζοκαθισμάτων

Του Κωστή Χατζημιχάλη

Τώρα που τέλειωσε η καραντίνα (για πόσο δεν ξέρουμε ακόμη), άνοιξαν τα καφέ, τα μπαρ και τα εστιατόρια, τα παγκάκια επέστρεψαν στους παλιούς χρήστες τους, κυρίως στη νεολαία και στους μετανάστες. Για ένα διάστημα ήταν το μόνο μέρος που μπορούσαμε να κάτσουμε, ιδίως οι κάποιας ηλικίας, να θυμηθούμε παλιότερες εποχές συναντήσεων, τότε που δεν μας ένοιαζε αν ήταν λίγο βρόμικα ή κάπου ήταν σπασμένα. Γιατί η δημοτική φροντίδα για τα παγκάκια ήταν από περιορισμένη, έως ανύπαρκτη, καμιά φορά και εχθρική, όπως αυτή στα μέσα του περασμένου Μαρτίου, όταν κάποιοι δήμοι (πχ Καλλιθέας, Κατερίνης κ.α.) αφαιρούσαν τα παγκάκια από τις πλατείες για να αποφευχθεί, έλεγαν, ο συνωστισμός. Αμφιβάλω αν τα επανατοποθέτησαν επειδή, με δικαιολογία την νέα οικονομική κρίση, δόθηκε η γνωστή άδεια διπλασιασμού των τραπεζοκαθισμάτων τα οποία θα καταλάβουν ακόμα περισσότερο δημόσιο χώρο, προσωρινά υποτίθεται.
Τον εξοστρακισμό στα παγκάκια και στα πεζούλια, τον είχαμε βιώσει ως παρανομία πριν την πανδημία, μέσω της κατάληψης/υφαρπαγής του δημόσιου χώρου από την μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Τώρα θα γίνεται νόμιμα και θα επεκταθεί σε όλο το ιστορικό κέντρο, αν δεν τεθούν φραγμοί στις επεμβάσεις του κ. Μπακογιάννη. Την περασμένη εβδομάδα, με πρόσχημα την πανδημία, έκλεισε, χωρίς τις απαιτούμενες εγκρίσεις, δυο κεντρικές αρτηρίες των Αθηνών, τις έβαψε με επιθετικά έντονα χρώματα και προτίθεται να τοποθετήσει μεγάλες ζαρντινιέρες και παγκάκια, αξίας 5.800 (!) έκαστον, στην άσφαλτο για να μας κάνει να πιστέψουμε ότι «δίνει» δημόσιο χώρο στη πόλη. Γιατί τα παγκάκια, όπως και ο συνολικός δημόσιος χώρος της πόλης, πρώτα απαξιώνονται, στη συνέχεια ξεπουλιούνται σε ιδιώτες και μετά παρουσιάζονται ως παρεμβάσεις για το «κοινό καλό». Και μετά άντε να ξαποστάσεις στη βαμμένη, πυρωμένη άσφαλτο

Κάλεσμα και χειρονομία φιλοξενίας

Αν όμως τα παγκάκια δεινοπαθούν στις ελληνικές πόλεις, αυτό δεν ισχύει αλλού. Αποτελούν το πρωτόλειο στοιχείο εξοπλισμού του δημόσιου χώρου, ήταν ένα κάλεσμα και συγχρόνως χειρονομία φιλοξενίας προς τους κουρασμένους διαβάτες να ξαποστάσουν, αλλά και μια ευκαιρία για στοχασμό, ένα καλωσόρισμα για μοναχικό ρεμβασμό.
Στα παγκάκια εκδηλώνονται και οι διαφορετικές πολιτισμικές διαφορές. Στην Αγγλία και στις σκανδιναβικές χώρες κάποιοι και κάποιες σε κοιτούν ενοχλημένα αν καθίσεις δίπλα τους. Είναι όμως πολλά και καλοσυντηρημένα, ιδίως σε κήπους και όχθες ποταμών και δεν θα δυσκολευτείς να βρεις και συ να καθίσεις. Στις ξύλινες ράχες τους υπάρχουν σκαλισμένα ονόματα-ενθύμιο για τους συχνούς χρήστες τους. Στη Μεσόγειο, η χρήση τους είναι περισσότερο ανεκτική, οι ηλικιωμένοι κάθονται με τις ώρες σχολιάζοντας τα πάντα και στα μικρότερα μέρη υποδέχονται με διερευνητικά σχόλια/βλέμματα τους επισκέπτες, σαν τους τρεις γέρους στο παγκάκι της εισόδου του Κορσικάνικου χωριού στον «Αστερίξ στην Κορσική».
Σήμερα, η νεολαία κάθεται στη ράχη με τα πόδια στο κάθισμα με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις άλλες ηλικίες, τις μητέρες με τα καροτσάκια ή για τους άστεγους και τους μετανάστες, που έχουν τα παγκάκια σαν καταφύγια για λίγη ανάπαυση και ύπνο. Ευτυχώς δεν έχει φτάσει στα μέρη μας η αντικοινωνική και ταξική εκδοχή με τη μεταλλική στρογγυλεμένη και στενή θέση καθίσματος, συχνά χωρίς πλάτη, για να διώχνει όσους/ες αναζητούν λίγο ύπνο. Από την άλλη, υπάρχει και η τάση κατασκευής καθιστών μπρούτζινων αγαλμάτων διασήμων, σε φυσική κλίμακα, σε παγκάκια που αφήνουν χώρο να κάτσεις κι εσύ, σε μέρη που σύχναζαν κι αυτοί άλλοτε. Όπως του Φερνάντο Πεσόα, έξω από το καφέ-μπαρ «Ο Μπραζιλέρια», στη Λισαβόνα.

Διάσημα παγκάκια

Τα παγκάκια τον 19ο αιώνα γίνονται αντικείμενο ειδικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού για τον εξοπλισμό του δημόσιου χώρου. Όταν ο βαρόνος Οσμάν υλοποίησε το περίφημο σχέδιο για το Παρίσι, ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Γαβριήλ Νταβιούντ το σχεδιασμό τους από σίδερο, των σιδερένιων παγκακιών, βαμμένων με το γνωστό σκούρο πράσινο χρώμα, σήμερα διάσημων από τις δεκάδες ταινίες νουάρ. Υπάρχουν περίπου 100.000 τέτοια παγκάκια στο Παρίσι με ταυτόσημο χρώμα και το ίδιο έχουν οι φανοστάτες του Μορίς, τα κιόσκια για εφημερίδες και τα περίφημα ανδρικά «πισουάρ», το σύμβολο-ένδειξη της οργάνωσης του δημόσιου χώρου αποκλειστικά για άνδρες.
Δεν έχει μόνο το Παρίσι διάσημα παγκάκια σχεδιασμένα από αρχιτέκτονες. Στην Βαρκελώνη, ο Γκαουντί σχεδίασε για το δήμο τα περίφημα κτιστά και καμπυλωτά παγκάκια στο Πάρκο Γκουέλ, αλλά και τα μικρότερα επίσης κτιστά παγκάκια μαζί με τους περίτεχνους φανοστάτες στην Γκράν Βία. Στο Σέντραλ Πάρκ της Νέας Υόρκης υπάρχουν ακόμη τα ρουστίκ παγκάκια από κορμούς δένδρων του 19ου αιώνα, ενώ μπορείς να «υιοθετήσεις» ένα σύγχρονο παγκάκι έναντι 10.000 δολαρίων το χρόνο. Στη δική μας Ερμούπολη, ο Τσίλερ σχεδίασε την πλατεία Μιαούλη –ίσως η πιο όμορφη και λειτουργική πλατεία της Ελλάδας. Μαζί με το Δημαρχείο σχεδίασε και τα αναπαυτικά παγκάκια της πλατείας από άσπρο μάρμαρο με υποδοχές για το κάθισμα και πλάτη από ξύλινες τάβλες. Μόνο όμως στο Παρίσι τα δημόσια παγκάκια έγιναν λογοτεχνικά θέματα και έμπνευση για κλασσικά τραγούδια, όπως το διάσημο του Ζώρζ Μπρασσένς «Les amoureux des bancs publics» («Οι ερωτευμένοι στα δημόσια παγκάκια», 1953).
Σχεδιασμένα ή αδιάφορα, με καλή συντήρηση ή έρμαια βανδαλισμών, τοποθετημένα σωστά για να βλέπουν την κίνηση ή τη θέα στο ηλιοβασίλεμα, με πολύβουη χρήση ή σε απόμερη γωνιά για περισυλλογή, για τα φιλιά των ερωτευμένων και για ένα ύπνο, τα παγκάκια είναι το σύμβολο της κοινής χρήσης του αστικού χώρου. Είναι το μέρος που μπορείς να καθίσεις ή να ξαπλώσεις χωρίς να πληρώσεις, μια απόδειξη της έγνοιας του δήμου για τους πολίτες του, κάτι που ακόμα αναζητάμε στις ελληνικές πόλεις.
Γι’ αυτό οι πλατείες, οι πεζόδρομοι και οι κήποι ανήκουν στους πολίτες και στα παγκάκια τους, όχι σε τραπεζοκαθίσματα!