Τα χαμένα μέτωπα στον Τύπο

xatzopoulos

Του Ορέστη Αθανασίου

Τα ΜΜΕ και η ενημέρωση είναι από τους τομείς που η κυβέρνηση θα μπορούσε να αφήσει ένα ισχυρό αριστερό αποτύπωμα, καθώς είχε μεγαλύτερη (αν και όχι απόλυτη) ελευθερία κινήσεων έναντι της τρόικας. Γράφω «θα μπορούσε», γιατί τώρα πια δεν είναι καθόλου σίγουρο πως μπορεί. Και αυτό επειδή, σε μεγάλο βαθμό, όπως φάνηκε από τις εξελίξεις, δεν θέλει. Αυτό καταδεικνύει ο απολογισμός της τριετίας.
Στη μεγάλη μάχη των αδειών τα πράγματα ρυθμίζονται με βάση τους νόμους της αγοράς και όχι το νόμο Παππά. Οι καναλάρχες κατάφεραν να παραμερίσουν όσα θετικά προέβλεπε. Το κόστος απόκτησης της άδειας μειώθηκε δραστικά (παραμένει το ενδεχόμενο και η δεύτερη διαδικασία αδειοδότησης από το ΕΣΡ να κηρυχθεί άκυρη από το ΣτΕ), οι ρήτρες για το προσωπικό έχασαν την αυστηρότητά τους (η συνέργεια Alpha-Star θα μειώσει στην πράξη τους εργαζόμενους και των δύο καναλιών κάτω από το πλαφόν των 400 εργαζομένων) και σε επίπεδο προγράμματος η φτήνια κυριαρχεί.
Στον Τύπο, η εξαγγελία Τσίπρα για μέτρα στήριξης και ενίσχυσης δεν είχε συνέχεια. Ούτε το barcode για την καταγραφή της πραγματικής κυκλοφορίας των εφημερίδων και κατά συνέπεια την αναλογική κατανομή της ισχνής διαφημιστικής πίτας φαίνεται να προχωράει, ούτε η ενίσχυση με άλλα μέτρα έμμεσης επιδότησης, όπως αυτά της Γαλλίας.
Η επαναλειτουργία της ΕΡΤ ήταν αναμφισβήτητα η μόνη μεγάλη, αν και κουτσουρεμένη, θεσμική παρέμβαση. Ο νόμος 4324/15, παρά τις ελλείψεις του, άφηνε περιθώρια ώστε η δημόσια ραδιοτηλεόραση να αποτελέσει ένα αντίβαρο στην υποβάθμιση της ενημέρωσης των πολιτών από τα ιδιωτικά κανάλια. Η συνέχεια, όμως, ήταν απογοητευτική. Απόδειξη τα όσα περιγράφει -και τα πολύ περισσότερα που υπονοεί- στην επιστολή παραίτησής του από τη θέση του γενικού διευθυντή Τεχνολογίας ο Νίκος Μιχαλίτσης. Σταχυολογούμε:
α) Υποβάθμιση του προγράμματος της ΕΡΤ.
β) Συστηματική αδιαφορία «για τη διαμόρφωση στοιχειώδους επιχειρησιακού ή στρατηγικού σχεδίου και των τεχνολογικών επενδύσεων», που θα έκαναν ανταγωνιστική τη δημόσια ραδιοτηλεόραση.
γ) Υποκατάσταση της θεσμικής λειτουργίας της ΕΡΤ «με μηχανισμούς παραδιοίκησης, με ποικίλα κέντρα ανεύθυνης εξουσίας, όπου κύριο ρόλο διαδραματίζουν οι εκπρόσωποι ενός λούμπεν πελατειακού «συνδικαλισμού», με αποκρουστικό για την κοινωνία πρόσωπο και αισθητική, δυσφημώντας κάθε έννοια υγιούς και ακηδεμόνευτου συνδικαλισμού, που είναι απαραίτητος για την ανάπτυξη οποιασδήποτε εταιρείας».
δ) Αιφνιδιαστική και αδιαφανής έγκριση χωρίς στοιχειώδη διάλογο ενός «εξαμβλώματος που ονομάστηκε «νέο Οργανόγραμμα», το οποίο που γυρίζει οργανωτικά την εταιρεία μας στον προηγούμενο αιώνα».
ε) «Προσθήκες στον υπάρχοντα Γενικό Κανονισμό Προσωπικού, που (με την εξαίρεση της δίκαιης αναγνώρισης της προϋπηρεσίας μεγάλης μερίδας συναδέλφων μας) περιέχουν διατάξεις σκανδαλώδεις και προκλητικές για την κοινωνία που στήριξε την ΕΡΤ σε δύσκολες στιγμές».

Η υποβάθμιση της ΕΡΤ

Ας αποκωδικοποιήσουμε αυτές τις αναφορές για να φανεί η βαρύτητά τους. Η υποβάθμιση του προγράμματος παραπέμπει στις άγονες συζητήσεις για την έγκριση νέων παραγωγών, παρά το γεγονός ότι είχαν υποβληθεί πολλές αξιόλογες προτάσεις. Η ΕΡΤ δεν έχει αναθέσει καμία παραγωγή για σειρά μυθοπλασίας, δεν έχει πολιτιστικό μαγκαζίνο, ούτε κανένα προγραμματισμό για παραγωγή ντοκιμαντέρ και άλλων αντίστοιχων εκπομπών.
Όσον αφορά τις επενδύσεις, όπως επισημαίνει σε ανακοίνωσή της η ΕΣΗΕΑ, παντού στην Ευρώπη οι τεχνικές υπηρεσίες προσφέρονται οριζόντια σε όλα τα μέσα, με ενιαία διεύθυνση και σχεδιασμό. Με τη νέα δομή ο σχεδιασμός θα πρέπει να ξαναρχίσει από το μηδέν, αφού πετιέται στα σκουπίδια το τριετές επενδυτικό πρόγραμμα που είχε καταρτιστεί, ενώ καταργείται η τεχνική υποστήριξη των περιφερειακών της σταθμών. Για να απομακρυνθεί ο μη αρεστός Ν. Μιχαλίτσης, καταργείται ολόκληρη η γενική διεύθυνση. Σημειωτέον ότι μέσω του νέου οργανογράμματος προκηρύσσονται οι θέσεις διευθυντών, αλλά εξαιρούνται οι διευθύνσεις Ενημέρωσης και Οικονομικών Υπηρεσιών, στις οποίες θα εξακολουθήσουν να βρίσκονται οι σημερινοί επικεφαλής τους.
Θα περίμενε κανείς ότι στη διαδικασία σύνταξης ενός οργανογράμματος (δηλαδή ουσιαστικά του «Συντάγματος» της ΕΡΤ) να έχει προηγηθεί ένας ανοικτός διάλογος όλων των εργαζομένων, αλλά και ευρύτερα στην κοινωνία. Θα περίμενε επίσης κανείς να έχουν αναζητηθεί και αξιολογηθεί τα αντίστοιχα οργανογράμματα δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών της Ευρώπης και να ζητηθεί από την EBU συνεισφέρει σε τεχνογνωσία. Τίποτα από αυτά δεν έγινε. Αντίθετα, εγκρίθηκε ένα μοντέλο που πολλαπλασιάζει τις διευθύνσεις και τους προϊσταμένους, κατακερματίζοντας το ενιαίο περιεχόμενο της δραστηριότητας της ΕΡΤ, την ενημέρωση και το πρόγραμμα. Ενώ η ιδέα του newsroom είναι η δημιουργία ενός κέντρου υποδοχής της πληροφορίας από όλα τα μέσα, από όπου στη συνέχεια θα διαχέεται σε τηλεόραση, ραδιόφωνο και ίντερνετ, στην πράξη βαφτίζεται newsroom η δομή της διεύθυνσης ειδήσεων της τηλεόρασης. Έτσι, η πληροφορία συγκεντρώνεται και φιλτράρεται για να μεταδοθεί «εκεί που πρέπει» και «όπως πρέπει».

Κανονισμός χωρίς συνδιαμόρφωση

Για τις διατάξεις του γενικού κανονισμού γράφτηκαν πολλά. Για καθιέρωση επιπλέον αργιών και ημιαργιών και κυρίως για πλήρη απαλλαγή από την εργασία πέντε μελών του Δ.Σ. της ΠΟΣΠΕΡΤ, ενώ η νομοθεσία κάνει λόγο μόνο για ένα(!), επιπλέον τρεις έως πέντε ημέρες άδειας ανά μήνα σε προέδρους, αντιπροέδρους και γραμματείς, μόνο σωματείων που είναι μέλη της ΠΟΣΠΕΡΤ κ.λπ. Θεωρούμε ότι το κύριο δεν είναι εκεί, άλλωστε αυτές οι διατάξεις δεν εγκρίθηκαν. Το βασικό πολιτικό ζήτημα είναι πως ο κανονισμός ψηφίστηκε χωρίς να ρωτηθούν οι δημοσιογραφικές ενώσεις. Ένας αποκλεισμός που έχει πλέον θεσμοποιηθεί στην ΕΡΤ, καθώς δεν έχει καλυφθεί, μετά από προσφυγή της ΠΟΣΠΕΡΤ, η δεύτερη θέση εκπροσώπου των εργαζομένων στο ΔΣ της ΕΡΤ, που θα εκλεγόταν με κάλπη από τους δημοσιογράφους που της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Το σημαντικό για τις Ενώσεις είναι να υπογραφεί μια νέα συλλογική σύμβαση εργασίας, η οποία να αποτελέσει οδηγό για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και στον ιδιωτικό τομέα. Η επιμονή της ηγεσίας της ΠΟΣΠΕΡΤ σε θέματα που αφορούν μόνο το διοικητικό προσωπικό της ΕΡΤ, με αιχμή τη μείωση του ωραρίου, υπονομεύει αυτήν την προσπάθεια, ενώ ταυτόχρονα καλλιεργεί τον κοινωνικό αυτοματισμό και διχάζει τους εργαζόμενους. Σκοπό έχει να διαβάλλει τους δημοσιογράφους που η φύση της δουλειάς τους υποχρεώνει να είναι εκτός Ραδιομεγάρου έναντι των διοικητικών που «χτυπάνε κάρτα κάθε μέρα».

Το ζήτημα της διοίκησης

Η έκφραση «παραδιοίκηση» που αναφέρεται στην επιστολή του Ν. Μιχαλίτση είναι όντως βαριά. Αλλά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα που τείνει να ξαναγίνει καθεστώς στην ΕΡΤ. Στη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΡΤ, στην οποία δεν είχαν κληθεί οι Ενώσεις, ένας εκ των δύο εισηγητών ήταν ο πρόεδρος της ΠΟΣΠΕΡΤ, Παναγιώτης Καλφαγιάννης. Έπρεπε να ήταν παρών. Αλλά δεν είχε κανένα συνδικαλιστικό δικαίωμα να αποκλείσει τους άλλους συνδικαλιστές, ούτε να στοχοποιεί άλλους εργαζόμενους. Μετά τις δύο επιστολές που απέστειλε η ΕΣΗΕΑ και οι άλλες Ενώσεις στον διευθύνοντα σύμβουλο της ΕΡΤ, Β. Κωστόπουλο, αναμένεται να οριστεί ένα ραντεβού αυτήν την εβδομάδα. Αλλά το ότι αποκλείστηκαν από τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΕΡΤ, με προτροπή του Π. Καλφαγιάννη προς τον Β. Κωστόπουλο, είναι κάτι που μπορούν να το βεβαιώσουν αρκετοί από όσους ήταν παρόντες. Και αυτό δείχνει μια συγκεκριμένη ιδιοκτησιακή νοοτροπία τουλάχιστον.
Το θέμα είναι πως στην περίπτωση της ΕΡΤ, η επιδίωξη της κυβέρνησης όχι απλά για αποκατάσταση του δημόσιου φορέα, αλλά και για μια νέα διαφορετική πορεία, υπονομεύτηκε από τις ίδιες τις επιλογές της όσον αφορά τα πρόσωπα και όχι μόνο. Κυβερνητική επιλογή ήταν ο Λ. Ταγματάρχης, ο Δ. Τσακνής, ο Β. Κωστόπουλος και ο νυν αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος Γ. Θαλασσινός, ο οποίος βρίσκεται σχεδόν πάντοτε στη μειοψηφία και βλέπει να τον «αδειάζουν» σε θέματα της αρμοδιότητάς του, όπως στην περίπτωση της αποπομπής του συντονιστή του Τρίτου Προγράμματος. Όλα αυτά δεν είναι απλώς προσωπικές κόντρες, καπρίτσια ή φιλοδοξίες κάποιων. Είναι βαθιά πολιτικές συμπεριφορές, τελείως ασύμβατες μεταξύ τους. Από τη στιγμή που κάποιες από αυτές όχι μόνο γίνονται ανεκτές, αλλά επικυρώνονται, παύουν να χαρακτηρίζουν μόνο τους φορείς τους. Αποτελούν την ουσία της κυβερνητικής πολιτικής, ορίζουν το αποτύπωμά της. Και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα.