Ταξίδι μεταμόρφωσης

Ταξίδι μεταμόρφωσης

Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε
«Το ταξίδι στην Ιταλία»
Εισαγωγή – Μετάφραση
Γιώργος Δεπάστας
Εκδόσεις Ολκός
Νοέμβριος 2014

Με τον στίχο του Βιζυηνού, “μετεβλήθη εντός μου, και ο ρυθμός του κόσμου” –προφανώς αποκομμένο από τα συμφραζόμενα του ποιήματος «Το φάσμα μου» στο οποίο ανήκει– θα μπορούσε να συνοψίσει κανείς τη μεταμόρφωση του Γκαίτε από “το ιταλικό ταξίδι”. Με θετικό πρόσημο ο στίχος του Θρακιώτη, που θρηνούσε τη βύθισή του από την φαιδρότητα στη θλίψη, στην περίπτωση του Γκαίτε θα εξέφραζε τα ζωοποιά αποτελέσματα της ταξιδιωτικής του μεταρσίωσης. Με άλλα λόγια, τη φώτισή του και το πώς, με τον τρόπο του, έγινε κι αυτός “Έλληνας”. Ήδη, το μότο του βιβλίου για “το ιταλικό ταξίδι”, “Auch ich in Arkadien!”, προσδίδει ουτοπικό χαρακτήρα στη μοναδικότητα της εμπειρίας. Αποτελεί επιτατική παραλλαγή της λατινικής ρήσης “Et in Arcadia ego”, που τονίζει την παρουσία του στην ειδυλλιακή Αρκαδία.
Μόνο αν είχε μεταβληθεί εντός του ο ρυθμός του κόσμου, θα μπορούσε η μεταμόρφωση να είναι τόσο ριζική. Για αυτήν την εσωτερική αλλαγή του Γκαίτε προϊδεάζει κατά την επιστροφή του ακόμη και η εξωτερική του εμφάνιση. Όταν λοιπόν, επιστρέφει στην Αυλή της Βαϊμάρης, σύμβουλος του Δούκα Καρόλου Αυγούστου ήδη από δωδεκαετίας, οι κακεντρεχείς σχολιάζουν: “Έφυγε ένας Απόλλωνας και γύρισε ένας μπεκρής” (από την πρόσφατη μελέτη της Ιωάννας Οικονόμου-Αγοραστού, «Συζητώντας για την Ελλάδα… στην Αυλή της Βαϊμάρης… στα χρόνια του Γκαίτε», εκδ. University Studio  Press). Μία παρόμοια μαρτυρία καταθέτει και ο ίδιος στο ημερολόγιο του ταξιδιού. Στο Παλέρμο, Πάσχα του 1787, στο παλάτι του Αντιβασιλέα, ένας Μαλτέζος, που τον είχε συναντήσει στην Βαϊμάρη ως “τον νέο και δραστήριο συγγραφέα του Βέρθερου”, όπως τον αποκαλεί γιατί “έχει ξεχάσει το όνομά του”, δεν τον αναγνωρίζει.
Πράγματι, στις 3 Σεπτεμβρίου 1786, που αναχωρεί ο Γκαίτε από το Κάρλσμπαντ, είναι, τουλάχιστον για τους πολλούς, μόνο “ο συγγραφέας του Βέρθερου”. Ο Γκαίτε, που “κατέχει κορυφαία θέση στην διανοητική ιστορία της Γερμανίας κατά το 18ο και 19ο αιώνα” σύμφωνα με τις μεταθανάτιες αναφορές του ελληνικού Τύπου, “ο αρχαϊκώτατος και νεωτερικώτατος ποιητής” κατά τον Παλαμά, θα διαμορφωθεί μετά “το ιταλικό ταξίδι” και χάρις στην ευεργετική του επενέργεια. Κατά μία εκτίμηση, αποτέλεσε το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή του. Γιατρεύεται από τη μελαγχολία και την ψυχική κούραση των αυλικών χρόνων. Γίνεται εύθυμος, συναναστρέφεται λαϊκούς ανθρώπους. Στη Ρώμη, όπου μένει τέσσερις μήνες κατεβαίνοντας προς Νότο και έντεκα επιστρέφοντας, διάγει τον μποέμικο βίο ενός φοιτητή. Μετά δεκαπέντε μέρες στη Νάπολη σημειώνει στο ημερολόγιό του: “Είναι ένας παράδεισος, ο καθένας ζει σε ένα είδος μεθυσμένης ανιδιοτέλειας. Το ίδιο συμβαίνει και σ’ εμένα, δεν αναγνωρίζω καν τον εαυτό μου, νομίζω πως είμαι τελείως άλλος άνθρωπος. Χθες σκέφτηκα: «Ή ήσουν εντελώς τρελός ή είσαι τώρα.»” Αυτή η ψυχική ευεξία φέρνει την πνευματική ανάταση, που αποτυπώνεται στις συγγραφές του, με πρώτη την καινούρια, έμμετρη «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Αναζητά μια εκδοχή “πιο ζωηρή και συνταρακτική” από την πεζόμορφη της Βαϊμάρης. “Στην τέχνη καλό είναι μόνο το κάλλιστο”, αποφαίνεται. Αλλάζει θέαση, κριτήρια, αξιολόγηση ανθρώπων και καταστάσεων, βάζει τέλος στην αμφιταλάντευση ποίηση-ζωγραφική. Παρά τα χίλια τόσα σχέδια και ακουαρέλες της διαμονής του στην Ιταλία, η απόφαση να προσηλωθεί στην ποίηση είναι πλέον ειλημμένη. Ολοκληρώνει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις», δίνει διαφορετική κατεύθυνση σε αρχινισμένα και μισοτελειωμένα έργα. Βρίσκοντας εκ νέου την ορμή των χρόνων της νεότητας, ξαναπιάνει τον «Φάουστ».
Το κυρίως έργο του Γκαίτε είναι προϊόν μέσης και ώριμης ηλικίας. Στο Κάρλσμπαντ βρίσκεται για ολιγοήμερες διακοπές, χάρις στον εορτασμό των γενεθλίων του. Στις 28 Αυγούστου 1786, έκλεινε τα 37. Τις τελευταίες σελίδες του «Φάουστ» τις γράφει λίγο πριν αποβιώσει, στις 23 Μαρτίου 1832. Μεσοστρατίς πραγματώνεται το ταξίδι στην Ιταλία. Είναι “όλα τα όνειρα της νεότητάς του”, γεννήματα των πατρικών αφηγήσεων. Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι τελικά εκπληρώνονται μετά τον θάνατο του μετρημένου και αυστηρού νομικού Γάσπαρ Γκαίτε. Δυο φορές είχε ξεκινήσει για την Ιταλία, αλλά καθ’ οδόν είχε αλλάξει γνώμη. Αν και για τη μυστική και εσπευσμένη αναχώρησή του, άλλοι παράγοντες, λιγότερο φροϋδικοί, μπορεί να στάθηκαν περισσότερο καθοριστικοί, όπως ο δεκάχρονος δεσμός του με την Καρλόττα φον Στάϊν. Ύστερα, εκείνα τα χρόνια, ήταν έντονη η αντιπαράθεση σχετικά με την υπεροχή της ελληνικής έναντι της ρωμαϊκής τέχνης, που είχαν πυροδοτήσει οι μελέτες του Βίνκελμαν, με κορυφαία την «Ιστορία της Αρχαίας Τέχνης», 1764. Στο ημερολόγιο του ταξιδιού, ο Γκαίτε αναφέρει μια συγκέντρωση της Ακαδημίας των Ολυμπίων, στην Βιτσέντσα, με ερώτημα προς συζήτηση, “αν η επινόηση είχε προσφέρει μεγαλύτερο όφελος στην τέχνη ή η απομίμηση”.
Το ταξίδι του Βίνκελμαν στην Ιταλία, από την Ρώμη στο Παίστουμ της Κάτω Ιταλίας, την αρχαία Ποσειδωνία, και μετά στις ανασκαφές της Πομπηίας και του Ερκουλάνεουμ, έγινε το 1755. Ο Γκαίτε ακολουθεί τα ίχνη του, με τη σκέψη του σε εκείνον. “Πριν από τριάντα ένα χρόνια, την ίδια εποχή, ήρθε εδώ εκείνος, ακόμα πιο τρελός από εμένα”, γράφει. Είχε διαβάσει τις ερμηνείες του, αλλά τα λόγια δεν αρκούσαν. Αυτός ήθελε να δει “την υπέροχη ομάδα αλόγων στην
εκκλησία του Αγίου Μάρκου”, που “από κοντά φαίνονται βαριά, ενώ από την πλατεία ανάλαφρα σαν ελάφια”. Να απολαύσει τον Απόλλωνα του Μπελβεντέρε μαρμάρινο αντί για το γύψινο αντίγραφο. Να δει τον δωρικό ρυθμό σε ερείπια ναών και πεσμένες κιονοστοιχίες και όχι σε σκίτσα. Το όνειρο του Βίνκελμαν, όμως, ολοκληρωνόταν με ένα ελληνικό ταξίδι. Να αντικρίσει και να ψαύσει τα πρωτότυπα, αντί των ελληνιστικών και ρωμαϊκών αντιγράφων. Δεν το πραγματοποίησε. Τον πρόλαβε στην Τεργέστη ο δολοφόνος του, στα 51 του, το 1768. Ούτε ο Γκαίτε κάνει το ελληνικό ταξίδι, παρόλο που ο Δούκας του Βαλντέκ, εγκατεστημένος για κάποιο διάστημα στη Νάπολη, τον είχε προσκαλέσει να τον συνοδεύσει. Στις 28 Μαρτίου 1787, την παραμονή της αναχώρησής του από τη Νάπολη για Σικελία, ο Γκαίτε σημειώνει ότι τον είχε αναστατώσει η πρόταση του Δούκα, προσθέτοντας, “Είμαι εμβρόντητος.” Απομένει στους μεταγενέστερους η απορία, γιατί δεν την είχε αποδεχτεί. Φόβος για τις νέες εντυπώσεις, ενώ δεν είχε ακόμη αφομοιώσει εκείνες της Ιταλίας; Φόβος για την εντύπωση που θα του προκαλούσε το αυθεντικό και ακέραιο αντί για την απομίμηση και τα ενσωματωμένα σπαράγματα; Μήπως, αν είχε αποτολμήσει το ταξίδι, η «Αχιλληΐδα» του να μην έμενε αδύναμη μίμηση του Ομηρικού έπους; Εκτός κι αν, απλώς, δεν διανοείτο να αλλάξει το πρόγραμμά του.
Άλλωστε ποτέ η μεταμόρφωση ενός ενήλικα δεν είναι συθέμελη. Ο Γκαίτε παραμένει Γερμανός, προτεστάντης και για όσους πιστεύουν στις ζωδιακές προβλέψεις, παρθένος. Όπως γράφει, αυτός και ο συνομήλικος σύντροφός του, Γερμανός ζωγράφος, Γιόχαν Χάινριχ Βίλχελμ Τίσμπαϊν, “ως γνήσιοι Γερμανοί δεν μπορούν να απαλλαγούν από σχέδια και προοπτικές για εργασίες”. Ή, ακόμη, όντας στη Νάπολη, σημειώνει: “Αν δεν με παρότρυνε η γερμανική ιδιοσυγκρασία και η επιθυμία μου να μαθαίνω και να είμαι δραστήριος περισσότερο από το να διασκεδάζω, θα έμενα ακόμα λίγο καιρό σ’ αυτό το σχολείο της εύκολης και εύθυμης ζωής για να επωφεληθώ περισσότερο.” Παρεμπιπτόντως, με τον Τίσμπαϊν δεν γνωρίστηκε στη Ρώμη, όπως αναφέρει η υποσελίδια σημείωση. Πρώτη έγνοιά του, μόλις φτάνει στην πόλη, στις 29 Οκτωβρίου 1786, είναι να στείλει να τον ειδοποιήσουν πως έφθασε. Την επομένη εγκαθίσταται στο σπίτι του. “Κι έτσι ησύχασα από τα ταξίδια και τα πανδοχεία”, γράφει. 
Ο Γκαίτε, ως κατάληξη στο βιβλίο για το “ιταλικό ταξίδι”, επιλέγει ένα παράθεμα από τα ελεγειακά «Λυπηρά» του Οβίδιου. Στο τελευταίο κεφάλαιο, που αναφέρεται στον Απρίλιο του 1788, όταν αποχαιρετάει τη Ρώμη, μια νύχτα με πανσέληνο, αναλογίζεται πως μία παρόμοια νύχτα αναγκάστηκε και ο Οβίδιος να την εγκαταλείψει, σύμφωνα με τους στίχους που έγραψε στην εξορία: “Cum repeto noctem…” Με τους ίδιους στίχους, κλείνει κι αυτός το βιβλίο του: “Wandelt von jener nacht mir das traurige bild vor die seele,/welche die letzte fur mich war inder romischen stadt…” Μόνο που τον Οβίδιο τον εξόρισε ο Οκταβιανός Αύγουστος, ενώ εκείνον κανείς δεν τον πιέζει. Θα μπορούσε να εγκατασταθεί στη Ρώμη, όπως είχε κάνει ο Βίνκελμαν. Άγνωστο το κατά πόσο ο Γκαίτε είχε συναίσθηση του Αύγουστου, τον οποίο κουβαλούσε εντός του και που δεν ήταν άλλος από την γερμανική ιδιοσυγκρασία του.
Ο Γκαίτε στηρίχτηκε στο ημερολόγιο που κρατούσε από τις 3 Σεπτεμβρίου 1786, όταν εγκατέλειψε το Κάρλσμπαντ, μέχρι τις 18 Ιουνίου 1788, που επέστρεψε στην Βαϊμάρη, καθώς και στο πλήθος των επιστολών, που έστελνε σε
ένα μεγάλο κύκλο ανθρώπων, πρωτίστως στην εγκαταλειφθείσα Καρλόττα, για τη συγγραφή του ταξιδιωτικού βιβλίου, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1816. Αυτός ο σχεδόν τριαντάχρονος ετεροχρονισμός είχε ως αποτέλεσμα μια υβριδική γραφή, όπου την αυθορμησία της ημερολογιακής εγγραφής λειαίνει ο αναστοχασμός στο “βιωμένο αντίκρυσμα”. «Το ταξίδι στην Ιταλία» δεν ανήκει τελικά, ούτε στο ποιητικό ούτε στο δραματικό του έργο. Ωστόσο, παρά τον τίτλο του, θα ήταν λάθος να χαρακτηριστεί ταξιδιωτικό. Διατηρεί την ημερολογιακή δομή, γέρνοντας προς τη δοκιμιακή γραφή. Έργο ιδιάζουσας βαρύτητας, καλύπτει για την συγκεκριμένη περίοδο το κενό της αυτοβιογραφίας. Μικρό το χρονικό άνοιγμα σε έναν βίο που μετρά 83 έτη, αλλά κομβικής σημασίας, δεδομένου ότι αποτυπώνει την αναγέννηση του πνευματικού ανθρώπου και συγγραφέα. Γι’ αυτό και παρότι πολυσέλιδο, πλέον των 500 σελίδων, μεταφράστηκε κατ’ επανάληψη σε Γαλλία και Αγγλία στη διάρκεια του 20ου αιώνα. 
Καιρός ήταν να μεταφραστεί και στα ελληνικά, καθώς του χρόνου συμπληρώνεται εκατονταετία από την έκδοση του πρωτότυπου. Πότε, όμως, δόθηκε προτεραιότητα στις μεταφράσεις και εκδόσεις κλασικών συγγραφέων; Και όποτε μεταφράζονται, το προβάδισμα κρατούν Άγγλοι και Γάλλοι. Πολύ μετά στις επιλογές έρχονται οι Γερμανοί. Αν και ως κορυφαίος ο Γκαίτε εξαιρείται. Μεταφράζεται πριν τον θάνατό του. Μόνο που
εκείνη η πρώτη μετάφραση γίνεται σε γερμανικό έδαφος από έναν ένθερμο θαυμαστή του, Έλληνα φοιτητή στο Πανεπιστήμιο της Ιένα. Τον Ιωάννη Παπαδόπουλο, που επέλεξε να μεταφράσει την «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Κατά τα άλλα, μετά τον θάνατό του, μεταφράζεται άναρχα και σκόρπια, με επαναλήψεις «Βέρθερου» και κυρίως, «Φάουστ», στον οποίο δοκιμάζονται από τους Αριστομένη Προβελέγγιο και Γεώργιο Στρατήγη, σε δυο πρώτες εκδόσεις του 1887, μέχρι τον Πέτρο Μάρκαρη. Εν μέσω αυτών, η μετάφραση του Κώστα Χατζόπουλου για το πρώτο θεατρικό ανέβασμα του «Φάουστ», Νοέμβριο 1904 στο Βασιλικό Θέατρο.
Μετά μία τόσο μακρόχρονη καθυστέρηση, θα αναμενόταν μετάφραση και έκδοση σε ακέραια μορφή του βιβλίου από “το ιταλικό ταξίδι”. Σύμφωνα με την εισαγωγή, παραλείπεται το δεύτερο μέρος του ταξιδιού, το μετά την περιήγηση της Σικελίας, με το αιτιολογικό ότι σε αυτό ο Γκαίτε δεν σχολιάζει την αρχαία ελληνική τέχνη. Η μετάφραση τελειώνει με την εγγραφή της 14ης Μαΐου 1787, κατά το θαλασσινό ταξίδι από Μεσσίνα προς Νάπολη.
Αντί για την οβιδιακή κατάληξη του Γκαίτε, δόθηκε μία τελείως διαφορετικού πνεύματος, που θα πρέπει να επιλέχθηκε λόγω του ανεκδοτολογικού της χαρακτήρα προς διασκέδαση του Έλληνα αναγνώστη. Προς τούτο, κόπηκε στη μέση η παράγραφος και η αντίστοιχη ημερολογιακή εγγραφή έμεινε ημιτελής. Εκείνο, όμως, που περισσότερο ζημιώνει το αποτέλεσμα είναι οι επεμβάσεις στο πρώτο μέρος του ταξιδιού. Σε αυτό, γίνεται συρραφή, με την παράληψη ακέραιων ημερολογιακών εγγράφων και τον τεμαχισμό άλλων. Υποθέτουμε πως κριτήριο στάθηκαν τα ενδιαφέροντα του αναγνώστη, καθώς χωρία, σχετικά μακροσκελή, του ριστικού ενδιαφέροντος μένουν ακέραια, ενώ συντομεύονται άλλα, όπου παρατίθενται σκέψεις και αγωνίες του Γκαίτε, σχετικές με τα γραπτά του. Παραδόξως, παραλείπεται η ημερολογιακή εγγραφή της 28ης Μαρτίου 1787, που αφορά την πρόσκληση για το ελληνικό ταξίδι.
Στις συγκεκομμένες εκδόσεις, είθισται να δίνεται η έκδοση στην οποία στηρίχτηκε η μετάφραση. Αν πάλι, η συρραφή είναι έργο του μεταφραστή, θα αναμενόταν επίσης να αναφέρεται. Όπως και να έχει, σε όποια εκδοχή και αν στηρίχτηκε η ελληνική έκδοση, αυτό το αμερικάνικης σύλληψης εξώφυλλο, γνωστού Αυστραλού φωτογράφου, δείχνει αταίριαστο. Εκτός κι αν επιδιώκεται η έκδοση να εκληφθεί και ως βιβλίο τουριστικού ενδιαφέροντος, όπως ήδη διαφημίστηκε στον Τύπο. Στα κατά κανόνα επιμελημένα βιβλία των εκδόσεων Ολκός θα ταίριαζε ο πίνακας του Τίσμπαϊν, που τον φιλοτέχνησε στο ταξίδι. “Με παρατηρούσε προσεκτικά, και τώρα αποδεικνύεται πως σκοπεύει να ζωγραφίσει το πορτρέτο μου… Θέλει να με παρουσιάσει σε φυσικό μέγεθος, ως ταξιδιώτη, τυλιγμένο σε ένα λευκό πανωφόρι, να κάθομαι στο ύπαιθρο, πάνω σε έναν πεσμένο οβελίσκο, ατενίζοντας στο βάθος τα ερείπια της Καμπάνια ντι Ρόμα”, όπως ο Γκαίτε
σημειώνει και όπως δηλώνει ο τίτλος, «Ο Γκαίτε στην ρωμαϊκή εξοχή». Αυτόν επέλεξε, πριν πενήντα χρόνια, ο Ώντεν ως εξώφυλλο για την δική του, αγγλική μετάφραση, όπου θεώρησε απαραίτητο και έναν εκτενή πρόλογο. Το σημαντικότερο, όμως, σε ένα ξενόγλωσσο βιβλίο είναι η μετάφραση. Ο Γιώργος Δεπάστας δοκιμάζεται για τρίτη φορά με έργο του Γκαίτε. Πριν δέκα χρόνια, είχε μεταφράσει το «Clavigo» για την παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά και συνέχισε με πέντε νουβέλες. Και πάλι στο “ιταλικό ταξίδι”, όπως είναι επί λέξει αποδιδόμενος ο τίτλος του πρωτότυπου αλλά και των αγγλικών αποδόσεων, έχει επιτύχει έναν ευτυχή γλωσσικό διάπλου. Ακριβώς, όμως, επειδή γνωρίζει τόσο καλά τον συγγραφέα, την εποχή του και την Ιταλία, όπως γράφει στην εισαγωγή, θα αναμένονταν πιο βοηθητικές υποσελίδιες σημειώσεις. Για παράδειγμα, αν δεν γνωρίζει ο αναγνώστης τον αρχιτέκτονα Αντρέα Παλλάντιο, ανοίγει μία εγκυκλοπαίδεια. Το επιπλέον, που μόνο ο ειδήμων μπορεί να προσφέρει, είναι πληροφορίες για τη σχέση του Γκαίτε με το έργο του Παλλάντιο. Τι αντιπροσώπευε γι’ αυτόν; Γιατί νιώθει τόση ικανοποίηση, όταν βρίσκει το βιβλίο του;
Ακόμη, λόγω των περικοπών δείχνει απαραίτητο ένα επιλογικό σημείωμα, το οποίο κατ αρχήν, να δίνει ακέραια τη διαδρομή του Γκαίτε. Λ.χ., τους σταθμούς, εγκαταλείποντας το Κάρλσμπαντ και περνώντας τις Άλπεις, μέχρι το Τρέντο, ή, τη διαδρομή στη Σικελία, από το Παλέρμο στο Τζιρτζέντι. Τέλος, μία περίληψη του πρωτότυπου, ώστε να καλυφθεί προσώρας και μέχρι τη μεταφορά ολόκληρου του έργου, η αδημονία του ατυχούς αναγνώστη, που γνωρίζει μόνον την ελληνική. 

Μάρη Θεοδοσοπούλου