Ταξίδι στην έξω και τη μέσα έρημο

Πολ Μπόουλς «Τσάι στη Σαχάρα»
(μτφ. Νίκος Α. Μάντης, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)

Ένα ζευγάρι Βορειοαμερικανών αστών, ο Πορτ και η Κιτ, κάνει μια απεγνωσμένη απόπειρα να ζωντανέψει την ημιθανή σχέση του και τα μαραζωμένα συναισθήματα που εξακολουθούν, εντούτοις, να τους συνδέουν. Αποφασίζουν να εγκαταλείψουν τον «πολιτισμένο κόσμο» και να αναζητήσουν τον εαυτό τους κάπου μακριά, στην Αλγερία και τη Σαχάρα, πιστεύοντας πως έτσι θα δώσουν και το φιλί της ζωής στη σχέση τους. Εκεί, όμως, στον απέραντο εχθρικό κόσμο της ερήμου, οι δρόμοι που θα ακολουθήσουν ο Πορτ και η Κιτ θα είναι όλο και περισσότερο αποκλίνοντες, οι ψυχολογικές τους πορείες θα είναι όλο και περισσότερο ασύμπτωτες, και τελικά η αποξένωση όχι μόνο δεν θα μειωθεί αλλά θα μετατραπεί σε μια συμπαγή μοναξιά (λυτρωτική και απελευθερωτική, ίσως, σε τελική ανάλυση), καθώς η προσωπική περιπέτεια θα μετασχηματίζεται όλο και περισσότερο σε ένα δράμα υπαρξιακής απόγνωσης που θα τρέχει ολοταχώς προς την τραγική κατάληξη.
Ο Πορτ δεν θεωρεί τον εαυτό του τουρίστα, αλλά ταξιδιώτη, και μάλιστα εξηγεί και τις διαφορές ανάμεσα στα δύο. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη διαρκή ανάγκη για φυγή, πολλές φορές δεν μπορεί ούτε κι αυτός (και πολύ περισσότεροι οι άλλοι Ευρωπαίοι ή Αμερικανοί που τον περιβάλλουν) να επικοινωνήσει πραγματικά με τον κόσμο που ανοίγεται γύρω τους («πόσο φιλικοί να είναι; τα πρόσωπα τους είναι μάσκες… τι να πιστεύουν για μένα;»), καθώς όλοι τους διασχίζουν αυτόν τον πρωτόγνωρο κόσμο χωρίς στην ουσία να εγκαταλείπουν τον δικό τους, όσα κουβαλάνε από πριν, ακόμα και τις προκαταλήψεις και τους φόβους. Έτσι κι αλλιώς, εκείνη την εποχή (1948, όταν όλα αυτά τα εδάφη είναι τμήμα της γαλλικής επικράτειας), στην περιοχή κυκλοφορούν τουρίστες που περιφρονούν και σιχαίνονται και φοβούνται τους ντόπιους και Γάλλοι στρατιώτες «που θα επιθυμούσαν να δουν όλους τους ιθαγενείς περιφραγμένους πίσω από συρματοπλέγματα να σαπίζουν στον ήλιο».
Επιπλέον, ο Πορτ μοιάζει να ξέρει εξαρχής τα δικά του όρια, όσον αφορά τη σχέση του με την Κιτ: «όσο κι αν επιθυμούσε να την προσεγγίσει, ήξερε ότι έτρεμε τις συναισθηματικές απαιτήσεις που θα περιλάμβανε κάτι τέτοιο». Χωρίς πυξίδα, μοιάζει να αφήνεται στην εγκατάλειψη. Έτσι, μπορεί ο Πορτ να στοιχειώνεται από το διαρκές κυνήγι της φυγής, αλλά τελικά η Κιτ είναι εκείνη που θα κόψει πιο ριζικά τους δεσμούς με τον «δικό της» κόσμο – «εδώ πέρα λέμε ότι η ζωή είναι ένας γκρεμός και ότι δεν πρέπει ποτέ να κοιτάζεις πίσω όταν σκαρφαλώνεις», θα ακούσει άλλωστε να της λένε. Θα βυθιστεί σε μια μοναχική πορεία απομάκρυνσης, σε ένα θολό μονοπάτι μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας και παραίσθησης, θα αρχίσει να μεταμορφώνεται (να βρίσκει άραγε τον εαυτό της ή να τον χάνει;) μέχρι να γίνει μια μορφή φασματική που θα χαθεί μέσα στις σκιές του πλήθους.

Ένα ατίθασο βιβλίο

Αυτό το («ατίθασο», όπως το αποκαλεί ο ίδιος ο Μπόουλς) βιβλίο έχει έντονα αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενώ ο πρόλογος του ίδιου του συγγραφέα (γραμμένος το 1998, έναν χρόνο πριν πεθάνει) φωτίζει ορισμένες παρεξηγήσεις που το έχουν συνοδεύσει – όπως, για παράδειγμα, ότι η πλοκή εκτυλίσσεται σε μεγάλο βαθμό στην Αλγερία («σε κανένα σημείο της ιστορίας οι πρωταγωνιστές δεν βρέθηκαν στο Μαρόκο», όπως συχνά πιστεύεται) ή ότι η σύζυγος του συγγραφέα, Τζέιν, δεν τον είχε συνοδεύσει στην Αφρική αλλά «καθόταν αναπαυτικά σε μια πισίνα στο Κονέκτικατ», παρά τον «θρύλο ότι η Τζέιν είχε όντως ταξιδέψει μαζί μου».
Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά πριν από εβδομήντα χρόνια, το 1949, αφού πρώτα το απέρριπταν επί έναν χρόνο όλοι οι εκδότες που το διάβαζαν. Στα ελληνικά είχε κυκλοφορήσει και το 1991, από τις εκδόσεις Απόπειρα, σε μετάφραση Λουκά Θεοδωρακόπουλου. Η μετάφραση του τίτλου του βιβλίου ακολούθησε ήδη από τότε την ελληνική απόδοση του τίτλου της ταινίας του Μπερτολούτσι που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του Μπόουλς, με αποτέλεσμα να «χαθεί» από τα ελληνικά ο υπέροχος πρωτότυπος τίτλος τόσο του βιβλίου όσο και της ταινίας: The Sheltering Sky, Ο προστατευτικός ουρανός, που παραπέμπει σε ένα από τα πιο όμορφα αποσπάσματα του βιβλίου, το οποίο βέβαια αλλιώς το νιώθει όποιος ή όποια έχει τύχει να ζήσει έστω και για λίγο στην Αφρική: «Ο ουρανός εδώ είναι πολύ παράξενος. Έχω συχνά την αίσθηση όταν τον κοιτάζω ότι είναι ένα συμπαγές πράγμα εκεί πάνω που μας προστατεύει από ό,τι βρίσκεται πίσω του».

Η αναζήτηση κάποιου, χαμένου, παραδείσου

Ο Πολ Μπόουλς έζησε τα 52 από τα 89 χρόνια της ζωής του στην Ταγγέρη. Δύσκολα ξεχνά κανείς το βλέμμα του και τη μορφή του στην αρχική και στην τελευταία σκηνή της ομότιτλης ταινίας του Μπερνάρντο Μπερτολούτσι. Πολλή συζήτηση έχει γίνει κατά καιρούς για το κλίμα εξωτισμού και την εξιδανικευτική αναζήτηση κάποιου (χαμένου) παραδείσου που καλλιεργήθηκε πολλές φορές και στη λογοτεχνία – συζήτηση η οποία περιέλαβε και τον αιρετικό συγγραφέα αυτού του βιβλίου. Σε μια συνέντευξη στο The Paris Review, το φθινόπωρο του 1981, όταν ο Πολ Μπόουλς ερωτάται για τις «ρομαντικές εικόνες της ζωής ενός καλλιτέχνη σε τόπους εξωτικούς και μακρινούς», προσπαθεί με έναν λιτό τρόπο να προσγειώσει τη συζήτηση σε μια πιο πεζή πραγματικότητα: «Δεν εύρισκα τις Ηνωμένες Πολιτείες ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και, από τη στιγμή που βρήκα μέρη που ήταν πιο ενδιαφέροντα, επέλεξα να ζήσω σε αυτά».

Κώστας Αθανασίου