Θα σε στείλουμε εξορία, δεν γλυτώνεις

Του Μανόλη Κυριάκη

Οταν έγινε η έξοδος από το Πολυτεχνείο, ξημερώματα έφυγα και πήγα στο Βοτανικό στην αδελφή του πατέρα μου. Με έδιωξε. Κατέφυγα στους φίλους μου Γιώργο και Αγγελική Μαρή και τους γονείς τους, στο Ίλιον. Με έκρυψαν, με κίνδυνο της ζωής τους, τους ευχαριστώ. Τελευταίο καταφύγιο ήταν σ’ ένα ξάδελφό μου στην Κυψέλη, που έπιανε πουλιά με ξόβεργες και τα πουλούσε για να ζήσει. Είχε ένα σπίτι σ’ ένα νταμάρι με εκατοντάδες ποντίκια. Νόμιζα ότι θα με κατέτρωγαν. Έμεινα άυπνος μια εβδομάδα.
Στις 25 Νοεμβρίου, ώρα 5 το πρωί μπήκαμε σ’ ένα φορτηγάκι να πάμε στο Μαραθώνα για πουλιά. Στο Μουσείο μάς σταμάτησαν τα τανκς. «Για την ασφάλειά σας γυρίστε σπίτι σας», μας είπαν. Είχε γίνει το πραξικόπημα του Ιωαννίδη. Με συνέλαβαν λίγες μέρες μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Με συνέλαβαν ο αστυφύλακας Δημήτριος Βηλαράς και ο αστυνόμος Γεώργιος Σίδερης, διοικητής της ασφάλειας Περιστεριού. Με οδήγησαν στην Ασφάλεια Περιστερίου και με ύβρεις και απειλές με μετέφεραν στην Ασφάλεια στη Μεσογείων. Μου αφαίρεσαν τα χρήματα, τη ζώνη, τα γυαλιά και τα κορδόνια των παπουτσιών μου και κάτω από χλευασμούς και βρισιές με μετέφεραν σε ένα κελί 3Χ3,30, σε αυστηρή απομόνωση. Νόμιζα ότι θα πέθαινα. Γνώριζα, όμως, ότι αυτό κάποτε θα συνέβαινε.

Βασανιστήρια στην ασφάλεια

Μετά από δυο μέρες, το μεσημέρι, φρόντισαν να έχουν κλείσει τα γραφεία, με μετέφεραν στον όροφο που ήταν το σπουδαστικό της Ασφάλειας. Με χτύπησαν πολύ άσχημα οι γνωστοί βασανιστές Σμαΐλης, Μπάμπαλης και Μάλιος. «Πες τα όλα κομμούνα θα πεθάνεις, θα σε στείλουμε στην ΕΣΑ. Θα σε πετάξουμε από το παράθυρο, θα σε στείλουμε εξορία. Τι την ήθελες αυτή την πουτάνα τη Λιλή  Ζωγράφου και την κάλεσες να μιλήσει στο Περιστέρι; Πες τα όλα να γλιτώσεις…», μου έλεγαν, με χτυπούσαν με γροθιές, με ένα βούρδουλα, κλοτσιές και ό,τι έβρισκαν μπροστά τους. Γιατί πούλαγες το βιβλίο «Κόντρα στις θύελλες» για τη Μακρόνησο; Βλέπετε, είχα βιβλιοπωλείο στο Περιστέρι.
Ο αρχιβασανιστής  Σμαΐλης, τεραστίων διαστάσεων με έπιασε από τα μαλλιά και με σήκωσε όρθιο. Έτρεχαν αίματα από το κεφάλι μου, από τα χέρια μου, τα πόδια μου, τις πλάτες μου και τη μύτη μου. Ήμουν ολόμαυρος. Με μετέφεραν στο κελί σέρνοντάς με. Δεν μπορούσα να ξαπλώσω καθόλου στο τσιμεντένιο κρεβάτι. Με είχαν σε αυστηρή απομόνωση για να φύγουν οι μελανιές. Το βράδυ χτυπούσαμε τον τοίχο του διπλανού κελιού συνθηματικά με άλλους συντρόφους. «Τακ-Τακ εσύ Τακ-Τακ και εγώ». «Αύριο με πάνε εξορία», έλεγε κάποιος. «Με στέλνουν στην ΕΣΑ» έλεγε άλλος. Κάθε δύο ώρες άλλαζε ο φρουρός και έτριζε η πόρτα και έλεγες για μένα έρχονται.
Τη μάνα μου, μια μαυροφορεμένη γυναίκα, που μου έφερνε φαγητό κάθε μεσημέρι, τη χλεύαζαν, τη χτυπούσαν και την κορόιδευαν. «Ο γιος σου ο κομμουνιστής έβαζε βόμβες. Είναι ανθέλληνας (Ελένη Βλάχου το άνθος των Ελλήνων), ντροπή που γέννησες τέτοιο παιδί. Θα τον στείλουμε στην ΕΣΑ και εξορία. Δεν τη γλιτώνει…». Όταν εκτέλεσαν τον Μάλιο και τον Μπάμπαλη, είπε «ν’ αγιάσουν τα χεράκια όποιου το έκανε» κι ας μην ήξερε από πολιτική. Τόση ήταν η πίκρα της! «Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή»
Έστειλα τα ρούχα μου στο σπίτι. Ήταν ματωμένα. Κατάλαβαν. Κάποια μέρα έφεραν τον Μπάμπη Δρακόπουλο, τον Μήτσο Παρτσαλίδη, τον Φώτη Προβατά και τον Χοντζέα και την επομένη με ένα βαλιτσάκι τους έστειλαν εξορία. Μετά από καιρό με άφησαν, αφού προηγουμένως μου είπανε να μαζέψω τα πράγματα μου και να κατέβω στον Μπαμπαλη. «Γιατί κουτσαίνεις;», είπε και πρόσθεσε «Φωνάξτε τον Σμαΐλη», που ήταν υπεύθυνος για την Ανωτάτη Βιομηχανική Πειραιά. Κατέβηκε φοβισμένος. Μου έκανε εντύπωση η δουλικότητα του και οι υποκλίσεις του. «Γιατί τον έχετε ακόμα εδώ;», ρώτησε καθώς δεν υπήρχε στο τέταρτο όροφο άλλος κρατούμενος. «Είναι σκληρός κουμουνιστής κύριε προϊστάμενε», απάντησε. «Να τον αφήσετε», διέταξε. «Μάλιστα κύριε προϊστάμενε», ανταπάντησε με φόβο και με βαθιά υπόκλιση μέχρι το πάτωμα, αφού πρώτα ο Μπάμπαλης με… περιποιήθηκε. «Ήμασταν έτοιμοι να σε στείλουμε εξορία, τη γλίτωσες, τη γλίτωσες και από την ΕΣΑ, την επομένη δεν θα στη χαρίσουμε», μου είπε.

«Η πατρίδα μας σε βαθιά κρίση…»

Κατέβηκα τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, «σαν βγω απ΄ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει». Σε όλη την Αθήνα είχε πέσει μια μαυρίλα, μια καταχνιά, μια απέραντη μελαγχολία.
Δεν με πλησίαζε κανένας από τους «συγγενείς» και φίλους. Όλοι φοβόντουσαν και άλλαζαν πεζοδρόμιο. Ένιωθα πίκρα, αλλά και ικανοποίηση ότι έκανα αυτό που έπρεπε απέναντι στην πατρίδα μου. Έκαναν έρευνα στο σπίτι της γυναίκας μου. Της βρήκαν το «Ζ» του Βασιλικού κάτω από το κρεβάτι. Την πίεζαν στη δουλειά της να διακόψει μαζί μου. Άντεξε, την ευχαριστώ…
Κατέβηκα στη σχολή μου, την Ανωτάτη Βιομηχανική Πειραιά, με χτύπησε ο ασφαλίτης Θωμάς, που μπαινόβγαινε στο χώρο της σχολής με πολιτικά. «Αυτό για να μάθεις γιατί όταν με βλέπεις πιάνεις… τα τέτοια σου».
Με οδήγησε στο κτίριο της Ασφάλειας Πειραιώς στον διευθυντή αστυνόμο Ά Αγγελόπουλο Σ, για μια ακόμα φορά. «Πότε βγήκες ρε;», με ρώτησε. Στον τοίχο έλειπε η κορνίζα με την φωτογραφία του Παπαδόπουλου, είχε γίνει το πραξικόπημα του Ιωαννίδη- Γκιζίκη. Τόλμησα να πω «Τι τον κάνατε αυτόν κει στην κορνίζα;» Η απάντησή του σε έξαλλη κατάσταση και χειρονομώντας έτοιμος να με ξυλοκοπήσει: «Σκάσε ρε κομμούνα. Θα σε πετάξω από το παράθυρο, θα σε εξαφανίσω δεν θα μείνει ούτε το κοκαλάκι σου. Θα πω ότι πήγες να δραπετεύσεις.»
Αγαπώ, τιμώ και σέβομαι όσους αγωνίστηκαν κατά της χούντας. Αγαπώ την πατρίδα μου, τους ανθρώπους, τα παιδιά μου. Ήταν τα καλύτερά μας χρόνια, «θέλαμε να αλλάξουμε την Ελλάδα και τον κόσμο». Δε μετανιώνω για τίποτα απ’ αυτά που έκανα. Τα πράγματα για μια καλύτερη ζωή, για περισσότερη Δημοκρατία και ανεξαρτησία δεν δικαιώθηκαν. Ξένα και ντόπια συμφέροντα καθορίζουν τις τύχες της χώρας μας και της Κύπρου, καιροσκόπους συναντάς σε κάθε σου βήμα. Η πατρίδα μας βρίσκεται σε βαθιά κρίση και παρακμή.
Οι μεγάλες πληγές της πατρίδας μας: Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897, όταν οι Τούρκοι πλησίαζαν ακόμα και στην Αθήνα· η καταστροφή της Μικράς Ασίας και του Πόντου· η δικτατορία του Μεταξά· δωσίλογοι και συνεργάτες των Γερμανών στην κατοχή· ο εμφύλιος πόλεμος με φύλακες, εξορίες και βασανιστήρια· Μακρόνησος· το παρακράτος της δεξιάς, αποστασία, παλάτι, δολοφονία Λαμπράκη και Πέτρουλα· βία και νοθεία στις εκλογές του 1961· η CIA· η χούντα του 1967 του Παπαδόπουλου του Γκιζίκη και του Ιωαννίδη· η καταστροφή της Κύπρου το 1974· η σημερινή οικονομική καταστροφή στην Ελλάδα όλα από τις ίδιες δεξιές και συντηρητικές δυνάμεις, από τον ίδιο χώρο στην πατρίδα μας. «Της δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ… μη παρακαλώ σας μη, μη λησμονάτε τη χώρα μου»

Αφιερώνεται στον Γιώργο
και την Αγγελική Μαρή

* Ο Μανόλης Κυριάκης είναι οικονομολόγος, βιβλιοπώλης, τ. αντιδήμαρχος Ηρακλείου

Τη γλίτωσαν οι βασανιστές

Μπάμπαλης Πέτρος: Αστυνόμος ‘Α. Παραπέμπεται για βασανιστήρια για το Πολυτεχνείο και την Ασφάλεια. Απολύεται από την αστυνομία. Δικάζεται με μικρές ποινές. Το 1979 εκτελέστηκε από τον ΕΛΑ.
Μάλλιος Ευάγγελος: Αστυνόμος Ά. Παραπέμπεται για βασανιστήρια στην Ασφάλεια και στο Πολυτεχνείο και καταδικάζεται με μικρές ποινές. Απολύεται από το σώμα της αστυνομίας. Εκτελείται το 1976 έξω από το σπίτι του από την «17 Νοέμβρη».
Αγγελόπουλος Σ: Διοικητής στη Γενική Ασφάλεια Πειραιά. Παραπέμπεται για βασανιστήρια. Θα παραδεχτεί τις πράξεις του,θα ζητήσει συγνώμη και θα αθωωθεί.
Σμαΐλης Κωνσταντίνος: Υπαστυνόμος Ά. Παραπέμπεται για βασανιστήρια και αθωώνεται. Απολύεται από το σώμα της Αστυνομίας. Στο δικαστήριο έκλαιγε επικαλούμενος το μέλλον των παιδιών του.
Σίδερης Γεώργιος: Αστυνόμος Ά. Διοικητής Ασφαλείας του Περιστερίου με ανάπηρο παιδί, Παραπέμφθηκε για βασανιστήρια. Αθωώθηκε.
Βηλαράς Δημήτριος: Αστυφύλακας Περιστερίου. Καταδικάζεται σε φυλάκιση 10 μηνών για κακοποίηση στη δικτατορία του δημάρχου Περιστερίου Δ. Φωλόπουλου. Η ποινή του στο Εφετείο μειώθηκε σε 45 μέρες. Στο δικαστήριο έκλαιγε ζητώντας επιείκεια.