Θεανώ Φωτίου: Η κυβέρνηση προσπαθεί να επιβάλλει μια διαιρετική τομή στην κοινωνία

** Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προβάλει το τρίπτυχο της διακήρυξής του (ισότητα, δημοκρατία, αλληλεγγύη). Όσο και αν είναι δύσκολο αυτό στη συγκεκριμένη συγκυρία, πρέπει με θάρρος να βγει μπροστά. Το πολιτικό κόστος είναι εν δυνάμει πολιτικό όφελος.

Τη συνέντευξη πήραν η Ιωάννα Δρόσου και ο Παύλος Κλαυδιανός

Σήμερα είναι η επέτειος του Πολυτεχνείου. Η εβδομάδα ξεκίνησε με το κλείδωμα του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών από τη Σύγκλητο και την έφοδο των ΜΑΤ στον προαύλιο χώρο όταν οι φοιτητές επιχείρησαν να ανοίξουν τη σχολή τους. Γιατί πιστεύεις ότι συνέβη αυτό το περιστατικό και τι συμβολίζει;
Πιστεύω ότι ήταν ένα επικίνδυνο επικοινωνιακό γεγονός με πολλούς αποδέκτες. Προς την πανεπιστημιακή κοινότητα το μήνυμα ήταν «μαζί με το άσυλο καταργήθηκε και το αυτοδιοίκητο». Η αστυνομία αναλαμβάνει να λύνει τις αντιθέσεις στο εσωτερικό της πανεπιστημιακής κοινότητας. Προς τους φοιτητές, το μήνυμα ήταν «όποιος αντιστέκεται στην κατάργηση του ασύλου είναι εν δυνάμει ύποπτος για πράξεις βίας κα ανομίας». Προς την κοινωνία επιχειρούσε να αποδείξει ότι μπορεί να επιβάλλει τον νόμο και την τάξη στα πανεπιστήμια της βίας και ανομίας που εδώ και χρόνια απαξιώνει. Κυρίως, όμως, τα γεγονότα που ζούμε τις τελευταίες μέρες πριν την πορεία για την επέτειο της 17 Νοέμβρη στήνουν ένα πολεμικό κλίμα, για να τρομοκρατηθεί η κοινωνία και να μην κατέβει στην πορεία. Η κυβέρνηση φοβάται να εμφανιστεί η πορεία της επετείου ως ένα μεγάλο λαϊκό κύμα. Γνωρίζει πως όταν ο κόσμος έχει κοινωνικά προβλήματα συσπειρώνεται γύρω από το μήνυμα του Πολυτεχνείου για να δείξει τη δυσαρέσκειά του και επιθυμεί να αποτρέψει μια πιθανή μεγάλη συμμετοχή. Γι’ αυτό συνέδεσε, από την πρώτη στιγμή τα ευρήματα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών με την τρομοκρατία. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη είπε «κάποιοι θέλουν έναν νέο Γρηγορόπουλο». Σκεφτείτε τη γελοιότητα της δήλωσης από τα χείλη του πολιτικού προϊστάμενου της Αστυνομίας, όταν ο Γρηγορόπουλος σκοτώθηκε από αστυνομικούς. Τι εννοεί ο κ. Χρυσοχοΐδης; Ότι μπορεί να θρηνήσουμε νέα θύματα;
Χρησιμοποιείται ο φόβος για να παραλύσει η κοινωνία και η νεολαία, για να νομιμοποιήσει τον αυταρχισμό, την καταστολή και την βία με την οποία θέλει να κυβερνήσει η ΝΔ. Ο φόβος όμως διχάζει και διαιρεί την κοινωνία και τους νέους. Αυτές είναι οι «παράπλευρες απώλειες». Αυτό έκανε η ΝΔ και στο προσφυγικό και στην συμφωνία των Πρεσπών. Δημιουργεί και τρέφει την ένταση, επιβάλλοντας μια διαιρετική τομή στο σώμα του ελληνικού λαού, χαϊδεύοντας τα ακροδεξιά ακροατήρια που την στηρίζουν και συνέβαλαν στην άνοδό της στην εξουσία.

Εσύ, ο Νίκος Φίλης και η Σοφία Σακοράφα βρεθήκατε στο ΟΠΑ την Δευτέρα, κίνηση που «χτυπήθηκε» από τα μίντια. Γιατί πήγατε;
Ήμουν επί σαράντα χρόνια καθηγήτρια στο Πολυτεχνείο και όποτε γίνονταν επεισόδια από την αστυνομία με τους φοιτητές, η άμεση αντίδρασή μου ήταν να πάω επί τόπου και να εγγυηθώ με την παρουσία μου τη ζωή και την ασφάλεια των σπουδαστών. Αυτό έκανα και τώρα ως βουλευτής, ως εκπρόσωπος του λαού. Η παρουσία μας αποκαλύπτει τον ακραίο πολιτικό αυταρχισμό και την καταστολή που επιθυμεί η ΝΔ να επιβάλει στα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Βεβαίως τα μίντια «απέδειξαν» ότι η απειλή των ημερών είναι οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που θέλουν το καθεστώς βίας και ανομίας των Πανεπιστημίων.

Έτσι είναι τα νιάτα

«Οι νέοι άνθρωποι, ακριβώς επειδή είναι νέοι, είναι αλληλέγγυοι και ανθρωπιστές. Έτσι είναι τα νιάτα. Γι’ αυτό η διαιρετική τομή δεν μπορεί να επιβληθεί εύκολα στη νεολαία και η κυβέρνηση θα γνωρίσει μια δεύτερη μεγάλη ήττα.»

Οι κινήσεις της κυβέρνησης, με την επαναφορά της βάσης του «10», την κατάργηση σχολών, τον περιορισμό της πρόσβασης στα πανεπιστήμια, ακόμα και η απαγόρευση της μουσικής στα μαγαζιά μετά τις δέκα το βράδυ δείχνουν ότι στρέφεται ενάντια στη νεολαία. Αντιμετωπίζει, πιστεύεις, τη νεολαία ως παραβατική;
Θέλει και στη νεολαία να περάσει τη διαιρετική τομή, που είπαμε πιο πριν, να δείξει ότι υπερασπίζεται τα «καλά παιδιά». Οι νέοι άνθρωποι, όμως, ακριβώς επειδή είναι νέοι, είναι αλληλέγγυοι και ανθρωπιστές. Έτσι είναι τα νιάτα. Κυριαρχούνται από τα οράματα για μια άλλη κοινωνία, για ένα καλύτερο μέλλον. Γι αυτό η διαιρετική τομή δεν μπορεί να επιβληθεί εύκολα στη νεολαία και η κυβέρνηση θα γνωρίσει μια δεύτερη μεγάλη ήττα. Στο χώρο της παιδείας, ειδικότερα, σκοπεύει να οδηγήσει δεκάδες χιλιάδες νέους ανθρώπους στα ιδιωτικά κολλέγια, βορά στο μεγάλο επενδυτικό κεφάλαιο. Από τη στιγμή που δεν κατάφερε να νομιμοποιήσει την ανώτατη ιδιωτική εκπαίδευση με την αναθεώρηση του άρθρου 16, επιχειρεί να το κάνει με άλλο τρόπο. Πρώτον, συρρικνώνοντας τους εισακτέους στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στον αντίποδα του ΣΥΡΙΖΑ που συνεχώς διεύρυνε το φοιτητικό σώμα. Δεύτερον, κατευθύνοντας όσους μένουν εκτός δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης στον ιδιωτικό τομέα. Γι’ αυτό νομοθέτησε την επαγγελματική ισοτιμία των πτυχίων των κολεγίων με εκείνα των πανεπιστημίων. Πρόκειται στην ουσία για bypass (παράκαμψη) του άρθρου 16 του Συντάγματος.

Αναφέρθηκες στο προσφυγικό. Με τους νόμους που περνά η κυβέρνηση, στέλνει ένα ξενοφοβικό σήμα στην κοινωνία, με αποτέλεσμα να βλέπουμε να πληθαίνουν οι αντιδράσεις απέναντι στους πρόσφυγες, όπως και οι φυσικές επιθέσεις. Που θα οδηγήσει αυτή η στρατηγική;
Πιστεύω ότι κυρίως εδώ η κυβέρνηση πρέπει να ηττηθεί και θα πρόκειται για μια ιδεολογική ήττα μεγάλης σημασίας. Διαφαίνονται οι προϋποθέσεις γι’ αυτήν την ήττα. Κατ΄ αρχήν είναι ανίκανη να διαχειριστεί το πρόβλημα. Είπε ψέματα ότι μπορεί να το κάνει και σήμερα όλος αυτός ο κόσμος που πίστεψε τις υποσχέσεις της, στρέφεται εναντίον της. Δείχνει, σαφώς, οργανωτική ανικανότητα. Είναι δυνατόν να βάλουν κάτω από τη μασχάλη του Χρυσοχοΐδη τρία καρπούζια (προστασία του πολίτη, σωφρονιστικό σύστημα, προσφυγικό); Πώς θα λυθούν; Με επικοινωνιακά τρικ; Γι’ αυτό πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βγει μπροστά, να σταθεί απέναντι στην ξενοφοβία που καλλιεργείται στις τοπικές κοινωνίες και να αναλάβει την ευθύνη να ξαναφέρει στη χώρα το κλίμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς που τη χαρακτήριζε και την έκανε παράδειγμα στην Ευρώπη. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να προβάλει το τρίπτυχο της διακήρυξής του (ισότητα, δημοκρατία, αλληλεγγύη). Όσο και αν είναι δύσκολο αυτό στη συγκεκριμένη συγκυρία, πρέπει με θάρρος να βγει μπροστά. Το πολιτικό κόστος είναι εν δυνάμει πολιτικό όφελος.

«Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βγει μπροστά, να σταθεί απέναντι στην ξενοφοβία που καλλιεργείται στις τοπικές κοινωνίες και να αναλάβει την ευθύνη να ξαναφέρει στη χώρα το κλίμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς που τη χαρακτήριζε και την έκανε παράδειγμα στην Ευρώπη.»

 

Πρέπει να πάμε ένα βήμα παραπέρα

Πιστεύεις ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει βρει το βηματισμό που πρέπει να έχει από την πλευρά της αντιπολίτευσης; Για παράδειγμα, μόλις την Τετάρτη κατατέθηκε η πρώτη ερώτηση του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης προς τον πρωθυπουργό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει για πρώτη φορά όλες τις προϋποθέσεις να κάνει ριζοσπαστική, δημιουργική και επιθετική αντιπολίτευση. Έχει την κυβερνητική εμπειρία με τις θετικές και αρνητικές πτυχές της, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε μια μεγάλη εισροή νέων ανθρώπων στο κόμμα. Το 31,5% είναι ένα επισφαλές ποσοστό, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να χαθεί ή να εδραιωθεί και αυξηθεί. Το ότι μετά από τρείς εκλογικές ήττες (στις αυτοδιοικητικές, ευρωβουλευτικές και εθνικές εκλογές) εισρέει κόσμος στο κόμμα, είναι μία ευκαιρία πρωτοφανής για εμάς. Θέλω να πω πως ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια ενδιαφέρουσα μεταβατική φάση, η οποία από τη μια του δημιουργεί μεγάλες υποχρεώσεις, κι από την άλλη εμφανίζει πρωτόγνωρα στοιχεία. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα κάνει αντιπολίτευση με όρους 2012, διότι η κοινωνία έχει πια άλλες, μεγαλύτερες απαιτήσεις και ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποκτήσει νέα γνώση από την διακυβέρνηση. Θα κάνει αντιπολίτευση, από τη μια υποστηρίζοντας τα κεκτημένα με τον λαό, δημιουργώντας ένα τείχος ώστε να μην περάσουν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές που επιχειρεί η Νέα Δημοκρατία, ο αυταρχισμός, η καταστολή, ο φόβος και η διαίρεση του κοινωνικού σώματος και από την άλλη διευρύνοντας τα κεκτημένα με βάση την νέα πραγματικότητα της χώρας εκτός μνημονίων και τις νέες απαιτήσεις της κοινωνίας. Έχουμε πια τη γνώση και συγχρόνως μια νέα κατάσταση εκτός μνημονίων. Επομένως, πράγματα που δεν μπορούσαμε τότε να κάνουμε, τώρα τα μπορούμε. Οφείλουμε λοιπόν να πάμε ένα βήμα παραπέρα, αναγνωρίζοντας και αναδεικνύοντας στη νέα συνθήκη πολιτικές και δράσεις που δεν υλοποιήσαμε, λόγω μνημονιακών υποχρεώσεων, χρόνου ή και απειρίας, και θέτοντάς τα ως διεκδικήσεις αλλά και ως δεσμεύσεις για ένα νέο πρόγραμμα.

Κατηγορείται ο ΣΥΡΙΖΑ από τον συστημικό Τύπο και όχι μόνο πως «επιστρέφει στην αντιπολίτευση του 3%» και από την άλλη εντός του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ο φόβος του κυβερνητισμού. Ισχύει κάτι από αυτά;
Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και στο εξής εξ αντικειμένου δεν μπορεί να είναι ο ΣΥΡΙΖΑ του 3%. Η Δεξιά με αυτή τη φράση δεν κατηγορεί απλά τον ΣΥΡΙΖΑ πως θα γίνει ξανά κόμμα των κινημάτων – που για εμάς είναι τιμή- αλλά προεξοφλεί τη συρρίκνωσή του. Έτσι επιχειρεί να στείλει μήνυμα στην κοινωνία πως τελείωσε η αριστερά και δεν θα επιστρέψει στην διακυβέρνηση. Θα δούμε αν και κατά πόσο οι κινήσεις που κάνει η κυβέρνηση της Δεξιάς θα δημιουργήσουν κινήματα αντίστασης, αν θα δημιουργηθούν κινήματα για να διεκδικήσουν νέα επίδικα. Σε αυτά πρέπει να είμαστε συμμέτοχοι, αλλά και υποστηρικτές. Ο λαός το 2015 μας ανέθεσε την κυβερνητική ευθύνη και αποσύρθηκε. Το κόμμα δεν μπόρεσε να κάνει αυτά που ήθελε και σχεδίαζε, πέρασε μια επώδυνη διάσπαση. Η υπογραφή του 3ου μνημονίου «πάγωσε» το κόμμα, το έβαλε σε ένα επώδυνο αναστοχασμό και εσωστρέφεια που κράτησε πολύ. Από την άλλη, ο κυβερνητισμός είναι ένα ψευδοπρόβλημα. Όταν έχεις κυβερνήσει, έχεις δύο δεδομένα που πρέπει να τα εκτιμήσεις πολύ σοβαρά. Πρώτον, οφείλεις να ξέρεις τις δυνατότητες, και της κοινωνίας και τις δικές σου. Δεύτερον, οφείλεις να ξέρεις ποια κοινωνικά στρώματα σε στηρίζουν σε αυτό που κάνεις. Και υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση αναγκάστηκε να προβεί σε ενέργειες υπό το κράτος μνημονιακών υποχρεώσεων. Τι αλλάζουμε λοιπόν σήμερα;. Όταν ήμασταν στην κυβέρνηση λέγαμε πως εξαναγκαζόμαστε να υλοποιήσουμε μνημονιακές δεσμεύσεις που ήταν αντίθετες στο πολιτικό μας σχέδιο. Τώρα πρέπει αυτό να το αποδείξουμε. Έτσι θα κερδίσουμε την φερεγγυότητά μας στην κοινωνία Δεν είναι, λοιπόν, ο κυβερνητισμός το πρόβλημα. Γιατί η αριστερά θέλει να αλλάξει τις κοινωνικές σχέσεις με συγκεκριμένο πρόγραμμα και με βάση αυτό διεκδικεί την κυβέρνηση, όχι ως αυτοσκοπό. Πρέπει να πάμε ένα βήμα παραπέρα. Να υπερασπιστούμε εδώ και τώρα όσα απειλούνται, να χτίσουμε κοινωνικές συμμαχίες, να ενεργοποιήσουμε την κοινοβουλευτική ομάδα και τις οργανώσεις μας σε αυτή την κατεύθυνση, να αποκτήσουμε την πούτιμη κοινωνική γείωση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βρει το νέο του τρίπτυχο

Ο δρόμος για το συνέδριο πώς πρέπει να χαραχτεί;
Η πορεία μας πρέπει να παίρνει υπόψη όσα ήδη είπαμε. Να δομείται πάνω στους άξονες του ριζοσπαστικού μας προγράμματος, της δημοκρατικής συλλογικής συγκρότησης του κόμματος, του εκδημοκρατισμού θα έλεγα του κόμματος, της αυτογνωσίας και της δημόσιας αυτοκριτικής. Σχηματικά πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να βρει το νέο του τρίπτυχο. Στην προηγούμενη φάση το τρίπτυχο ήταν η πάλη κατά του μνημονίου, η πάλη κατά της διαφθοράς και της διαπλοκής και η αλληλεγγύη. Πρέπει να ορίσει και να εξειδικεύσει την νέα κόκκινη γραμμή που αντιπαραθέτει στον νεοφιλελευθερισμό. Σπάζοντας ταυτόχρονα τον επικοινωνιακό αποκλεισμό των ΜΜΕ με τη δύναμη των οργανώσεών του και της κοινωνίας. Πρέπει να διαμορφώσουμε ένα πρόγραμμα ριζοσπαστικό, στέρεο, τεκμηριωμένο και εμπεριστατωμένο, που θα το συνδιαμορφώσει και θα το υποστηρίζει η κοινωνική πλειοψηφία και κυρίως τα λαϊκά στρώματα που θέλουμε να εκπροσωπούμε. Ένα πρόγραμμα που θα εντάσσει την οικολογική διάσταση στο κέντρο της αναπτυξιακής και οικονομικής μας πολιτικής για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας σε αντιπαράθεση με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Ώστε να κερδίσουμε το στοίχημα μιας καλύτερης ζωής.

Στη λογική τους το ξήλωμα του προνοιακού κράτους

Η στρατηγική της κυβέρνησης είναι να ξηλώνει ό,τι έφτιαξε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, προσπαθώντας να κρατήσει όρθια την κοινωνία στα χρόνια της κρίσης και του μνημονίου (παιδεία, εργασία, υγεία, δικαιώματα ) Σιγά-σιγά επιτίθενται και στον τομέα της κοινωνικής προστασίας, ξεκινώντας περιφερειακά. Καταργούν την έκπτωση στη ΔΕΗ και την αυξάνουν τα τιμολόγια, αυξάνοντας έτσι τον κίνδυνο ενεργειακής φτώχειας. Περιορίζουν το κοινωνικό μέρισμα σε όσους παίρνουν ΚΕΑ και όχι σε ευρύτερες κοινωνικές κατηγορίες που το χρειάζονται. Ταυτόχρονα, παγώνουν προγράμματα και νόμους προτού εφαρμοστούν, όπως είναι η στελέχωση των Κέντρων Κοινωνικής Πρόνοιας ή η αναδοχή/υιοθεσία.
Το ξήλωμα του προνοιακού κράτους είναι απολύτως μέσα στη λογική τους. Γιατί το προνοιακό κράτος για την αριστερά δεν είναι φιλανθρωπικός μηχανισμός, είναι η ουσιαστική παρέμβαση του κράτους κατά των κοινωνικών ανισοτήτων προς αποκατάσταση των όρων ισοτιμίας των πολιτών. Η φιλανθρωπία αφορά την κοινωνία των πολιτών, η πρόνοια αφορά το κράτος και την υποχρέωσή του απέναντι στους πολίτες του. Επιπλέον η Δεξιά θεωρεί πως προνοιακό κράτος είναι η αντιμετώπιση της φτώχειας και γι’ αυτό πιστεύει πως δεν χρειάζεται η πρόνοια, εφόσον παταχθεί η φτώχεια. Λάθος! Η πρόνοια δεν είναι μόνο προστασία κατά της φτώχειας, αλλά και προστασία του παιδιού, των ΑΜΕΑ, των ηλικιωμένων, των κοινωνικά αποκλεισμένων ή όσων κινδυνεύουν να περιθωριοποιηθούν κοινωνικά Αυτή είναι η μεγάλη διαφορά της αριστεράς από τη δεξιά. Εμείς παλέψαμε και τα καταφέραμε, μέσα στα τεσσεράμισι χρόνια διακυβέρνησής μας, να φτιάξουμε για πρώτη φορά ένα ψηφιακό προνοιακό κράτος κατά των κοινωνικών ανισοτήτων και των πελατειακών σχέσεων. Και το χτίζαμε βήμα το βήμα, εν κινήσει, έτσι προχωρούσαμε. Σε συνθήκες τρομερής οικονομικής ασφυξίας καταφέραμε να αυξήσουμε τον προϋπολογισμό της Πρόνοιας από τα 780 εκ. που παραλάβαμε στα 3,5 δισ. και να παρέμβουμε σε όλους τους τομείς. Να διευκρινίσουμε ότι μόνο ένα μικρό κομμάτι της Πρόνοιας αφορούσε τη φτώχεια, όλο το άλλο απευθυνόταν στα μεσαία στρώματα, όπως αυτά ορίζονται από την ΕΛΣΤΑΤ, δηλαδή σε οικογένειες που, αν είναι τετραμελείς, έχουν εισόδημα μέχρι 22.000 ευρώ ετησίως. Ένα από τα μέτρα που πήραμε ήταν η επιδότηση ενοικίου, πολιτική που αποτυπώνει ακριβώς την παρέμβαση του κράτους. Στην ανισοτιμία που ίσχυε, κάποιοι να μπορούν να εξασφαλίζουν στον εαυτό τους και την οικογένειά τους μια κατοικία και άλλοι όχι. Προς το παρόν, βλέπουμε ότι η κυβέρνηση εμφανίζεται προσεκτική στον τομέα της πρόνοιας. Και είναι προφανές γιατί: οι πολιτικές μας στην πρόνοια έχουν μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Κατηγόρησαν τα επιδόματα ότι δήθεν ευθύνονται για την φτωχοποίηση των μεσαίων στρωμάτων, αν όμως κοπεί το επίδομα παιδιού ή το επίδομα ενοικίου, τότε θα πληγούν πράγματι τα μεσαία στρώματα, που είχαν ήδη φτωχοποιηθεί από τη ΝΔ και είχαν χάσει το 2015 το 40% των εισοδημάτων τους.

Να δούμε συγκεκριμένα τι γίνεται στον τομέα που υπηρέτησες;
Έχουν παγώσει τα πάντα: ο νόμος για την αναδοχή και υιοθεσία προχωράει πολύ αργά, τα δημόσια Κέντρα Κοινωνικής Προστασίας δεν στελεχώνονται με νέο μόνιμο προσωοπικό που είχαμε θεσμοθετήσει και έτσι κινδυνεύει η λειτουργία τους, ο νόμος για την αποϊδρυματοποίηση δεν προχωρά βήμα, το ίδιο και οι Οργανισμοί των Ιδρυμάτων. Από την άλλη, ο προϋπολογισμός του 2020 είναι σαφώς ελλειμματικός και το έλλειμμα θα καλυφτεί πιθανότατα από την Πρόνοια. Γι’ αυτό η κ. Μιχαηλίδου επαναλαμβάνει ότι θα επανεξεταστούν τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις απόδοσης των επιδομάτων. Το σύστημα απόδοσης των παροχών σε χρήμα και σε είδος που φτιάξαμε είναι ψηφιακό, διαφανές και αδιάβλητο, απαλλαγμένο από μεσάζοντες και μεσολαβητές. Ήταν στοίχημα της κυβέρνησης της Αριστεράς να διασφαλίσει την αξιοπρέπεια των πολιτών και να μην αναπαράγονται οι πελατειακές σχέσεις. Να έχουν όλοι πρόσβαση στην ενημέρωση και επομένως στα επιδόματα και τις παροχές. Τα προηγούμενα χρόνια, για να έχει πρόσβαση ο πολίτης σε ένα επίδομα έπρεπε να μεσολαβήσει κάποιος βουλευτής, υπουργός, δήμαρχος, κάποιο πολιτικό πρόσωπο δηλαδή. Αυτή ακριβώς ήταν η δύναμη της Πρόνοιας, η δυνατότητά της να αναπαράγει το πολιτικό κατεστημένο. Αυτό προσπαθούν να επαναφέρουν τώρα. Είναι δύσκολο, από τη στιγμή που εμείς κάναμε την πρόνοια ψηφιακή, αλλά είναι μέλημά τους. Για παράδειγμα, η καρδιά του ψηφιακού συστήματος είναι τα 240 Κέντρα Κοινότητας, η λειτουργία των οποίων, όπως τη σχεδιάσαμε και την υλοποιήσαμε, βασίζεται σε προηγμένα πληροφοριακά συστήματα, που το πολιτικό προσωπικό δεν ελέγχει. Ασκείται μεθοδευμένη κριτική στην λειτουργία του συστήματος «που πρέπει να αλλάξει». Αυτό με ανησυχεί.