Μαρία Σκουπα: «Θέατρο σημαίνει επανάσταση»

Συνέντευξη της Μαρίας Σκούπα
με αφορμή τα 20 χρόνια Θέατρο Βαφείο
και τη σπουδαία  ιστορία του κτιρίου που το στεγάζει

Περί τα τέλη του 1998, η Μαρία Σκούπα και ο αείμνηστος Λάκης Καραλής ιδρύουν το Θέατρο Βαφείο – Λάκης Καραλής, σε ένα χώρο που κρύβει τη δική του ιστορία. Οι εγκλωβισμένες ζωές ενός άλλου πολιτισμού, οι αόρατες φωνές των ανθρώπων που έζησαν εκεί και τα χρώματα στους τοίχους καθιστούν το θέατρο αυτό ένα «Βαφείο ψυχών» με ένα βαθύτατα κοινωνικό ρόλο προσφοράς. Στις μέρες της πανδημίας, η Μαρία Σκούπα μιλά στην «Εποχή» για την ιστορία του Θεάτρου Βαφείο – Λάκης Καραλής, αλλά και την ανάγκη το κτίριο να κριθεί διατηρητέο.

 

Τη συνέντευξη πήρε η Ράνια Παπαδοπούλου

Είστε ένα από τα ιδρυτικά μέλη του Θεάτρου Βαφείο – Λάκης Καραλής. Τι νιώσατε την πρώτη φορά που μπήκατε στο χώρο;
Μαγεία! Η ενέργεια του χώρου ήταν μαγική. Ο χώρος μάς διάλεξε. Ο χώρος μιλούσε. Ήταν αυτό που λέει ο Μπέκετ στο Περιμένοντας τον Γκοντό: «Ακούς… Μιλάνε… Ψιθυρίζουν…» Παρόλο που το κτίριο ήταν εγκαταλελειμμένο τελείως για μισό αιώνα, ένα ερείπιο με ένα σύρμα πιασμένο στην πόρτα, μπορούσες να αισθανθείς το βάρος της ιστορίας του και των ανθρώπων που έζησαν εκεί. Το Βαφείο είναι βιομηχανικός χώρος του προηγούμενου αιώνα με ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Ήταν Βαφείο – Φινιριστήριο της οικογένειας Σικ, ιδρυθέν το 1885. Η ιστορία του είναι πολύ μεγάλη σαν μυθιστόρημα ή ταινία του σινεμά. Στην αρχή το εργοστάσιο λειτούργησε ως λευκαντήριο. Από την πλευρά της Κωνσταντινουπόλεως ερχόταν το υπερπολυτελές τρένο της εποχής «Σαν Μπλαν», με τα λευκά υφάσματα της αυλής του Ναπολέοντα, λευκαίνονταν και στη συνέχεια επέστρεφαν στη Γαλλία πίσω.

Μέσα στα χρόνια, ωστόσο, το εργοστάσιο άλλαξε χρήσεις.
Ναι. Γι’ αυτό είναι χτισμένο δίπλα στις γραμμές του τρένου, γιατί μεταφέρονταν εμπορεύματα και κάρβουνο. Μέσα στο εργοστάσιο υπάρχει πηγάδι, από παραπόταμο του Ηριδανού με υφάλμυρο νερό για να σταθεροποιείται το χρώμα στα υφάσματα. Πολλές ρομαντικές ιστορίες αγάπης εκτυλίχθηκαν εκεί μέσα. Μάλιστα ένας εργάτης αυτοκτόνησε από έρωτα. Και φυσικά η ιστορία της Ειρήνης της Μικρασιάτισσας, φτωχής εργάτριας που μετά από περιπέτειες παντρεύτηκε το αφεντικό, αλλά για να δεχτεί το γάμο του έβαλε όρο να κάνουν αγαθοεργίες και να βοηθούν τους φτωχούς, όπως και συνέβη. Στην Κατοχή γίνονταν συσσίτια και βρήκαν καταφύγιο πάρα πολλοί αριστεροί αντάρτες, που κρύβονταν στα καζάνια. Τέτοιες ιστορίες. Τις αόρατες φωνές των ανθρώπων αυτών ακούσαμε όταν πρωτομπήκαμε.

Ποιες στιγμές της ιστορίας του Βαφείου γοήτευσαν εσάς και τον Λάκη Καραλή;
Μια συγκλονιστική στιγμή: Ένα απόγευμα πριν την παράσταση μπήκε στο φουαγιέ ένας θεατής. Σοβαρός κύριος, ψηλός, επιβλητικός. Κοίταζε επίμονα γύρω γύρω στο χώρο και κάποια στιγμή το βλέμμα του σταμάτησε σε μια παλιά ραπτομηχανή. Την χάιδεψε απαλά, έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει. «Εδώ, πάνω στη ραπτομηχανή, είναι ακόμα δεμένη, βλέπω, η μπλε χαντρούλα που είχε για το μάτι η συγχωρεμένη η θειά μου η Μαρί, καταπληκτική τεχνίτρα, να μην την ματιάζουνε για την τέχνη που ήξερε…». Ήταν ο κύριος Παύλος Μαξίμου Σικ, πέμπτης γενιάς απόγονος των ιδρυτών, από τον οποίο μάθαμε και την ιστορία του χώρου.
Θυμάμαι και τα εγκαίνια με όλη τη γειτονιά, η οποία ήταν εργατική και στην αρχή μάς έβλεπε σαν εξωγήινους, αλλά σιγά σιγά όλοι έγιναν ένα με το θέατρο και βοηθούσαν. Πετούσε κάποιος μια παλιά καρέκλα κι ερχότανε «Λάκη, την θες για καμιά παράσταση;». Είχαν αρχίσει να κινητοποιούνται καλλιτεχνικά.

Με το άνοιγμά του ως θέατρο, πώς μετατράπηκε σε «Βαφείο ψυχών»;
Όταν πρωτομπήκαμε και αρχίσαμε να το φτιάχνουμε, χωρίς λεφτά, με πάρα πολύ προσωπική δουλειά και φίλους, μαθητές του Λάκη. Βρήκαμε πολλά βαρελάκια με υπέροχα και σπάνια χρώματα για υφάσματα. Υπήρχαν χυμένα από τα χρόνια χρώματα παντού, αργότερα μάθαμε ότι ήταν της ΧΡΩΠΕΙ. Όπου αγγίζαμε βαφόμασταν και δεν έφευγε εύκολα το χρώμα. Γινόμασταν πολύχρωμοι. Αυτό σε πρώτο επίπεδο. Η ουσία όμως είναι ότι ο ρόλος του θεάτρου αυτού ήταν βαθύτατα κοινωνικός, προσφοράς. Στη γειτονιά, στους νέους ηθοποιούς, στην τέχνη. Αφού πιστεύαμε ότι οι παραστάσεις πρέπει να γίνονται δωρεάν. Πάρα πολλοί ηθοποιοί, τεχνικοί, καλλιτέχνες, θεατράνθωποι, ξεκίνησαν από το Βαφείο. Ούτε εγώ δεν πίστευα πόσοι.

Γιατί επιλέξατε να αφήσατε κάποια από τα μηχανήματα του Βαφείου άθικτα;
Αυτά επέλεξαν να μείνουν στη θέση τους. Ο χώρος είναι ζωντανός. Άλλωστε θεωρήσαμε υποχρέωσή μας να σώσουμε ό,τι μπορέσουμε από τη βιομηχανική ιστορία της χώρας. Και σώσαμε ελάχιστα σε σχέση με τον πλούτο που υπήρχε. Πολλά πράγματα λεηλατήθηκαν ή καταστράφηκαν πριν πάμε. Κρίμα. Και το φουγάρο «γκρεμίστηκε;» μυστηριωδώς σε μια νύχτα όταν προσπαθήσαμε να το βγάλουμε διατηρητέο.

Ποια στοιχεία του Βαφείου είναι αυτά που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη ούτως ώστε το κτίριο να κηρυχθεί διατηρητέο;
Το κτίριο, το τμήμα του Θεάτρου, ανήκει στο ΤΑΥΠΕΔ, στο ελληνικό Δημόσιο. Σας λέω με βεβαιότητα ότι, αν δεν ήμαστε εμείς, θα είχε καταπατηθεί ή εξαφανιστεί από το χάρτη της πόλης, όπως τόσα άλλα κτίρια. Η εξαιρετική ηθοποιός και αρχιτεκτόνισσα, Γεωργία Ζώη, που βοήθησε πάρα πολύ το Βαφείο, έκανε ενέργειες με τις αρχαιολογίες. Αλλά μεγάλη η γραφειοκρατία και η κρατική αδιαφορία. Το ένα τμήμα του εργοστασίου είναι πέτρινο με κεραμοσκεπή εξαιρετικής κατασκευής – ιδιοκτησίας ιδιώτη και το κομμάτι του Θεάτρου είναι χτισμένο με την κλασική βιομηχανική τεχνική με τις τζαμαρίες. Ενδιαφέρον έχουν και οι φούρνοι με δύο πελώρια βαπορίσια καζάνια που λειτουργούσαν με κάρβουνο. Εκεί κρύβονταν και οι αντάρτες. «Εκεί, μέσα στα καζάνια, δίπλα στο μαγγανοπήγαδο», όπως μας αφηγήθηκε ο Παύλος Σικ. «Αυτά τα καζάνια είχαν μια κοινή έξοδο προς την καμινάδα. Οι εργάτες στην κλωστοϋφαντουργία ήταν πάντα αριστεροί και μας ξέρανε. Ερχόντουσαν λοιπόν οι Γερμανοί και σταματούσαμε τα καζάνια. 19-20 άντρες θα μπαίνανε μες στις μπουγέλες. Άνοιγαν το τάμπερ, το κενό αυτό, για να παίρνουν αέρα. Κρυβόντουσαν εκεί μέσα και μόλις φεύγαν οι Γερμανοί τους βγάζαμε…». Το γεγονός ότι καταγράψαμε τις μαρτυρίες του ανθρώπου αυτού δείχνει την προσπάθεια να σώσουμε ο,τιδήποτε κι αν σώζεται από έναν ιστορικό βιομηχανικό χώρο της πόλης.

Το θέατρο Βαφείο το 2019 συμπλήρωσε 20 χρόνια λειτουργίας. Ποιες θεατρικές στιγμές έχουν χαραχτεί στη μνήμη σας;
Πολλές! Όλες! Θα σταθώ στην Ορέστεια του Αισχύλου και στη Μήδεια του Σοφοκλή, μια μεγάλη μελέτη και πορεία που κάναμε με το Λάκη για το αρχαίο δράμα και στην πιο πρόσφατη με τον Γιώργο Βούρο που παίξαμε τον Βασιλιά Ληρ του Σαίξπηρ.

Ως θεατροπαιδαγωγός έχετε συνεργαστεί με πρόσφυγες και μετανάστες. Ποια η εμπειρία σας από αυτές τις δράσεις;
Τα παιδάκια μου είναι πολύ καλά και το θέατρο είναι πολύτιμο εκπαιδευτικό εργαλείο για να βοηθήσει στην ένταξη, στη γλώσσα και την προσαρμογή. Υπήρχαν παιδιά που τον πρώτο καιρό μιλούσαν μόνο με ατάκες από το έργο μας. Είχαν ραμαζάνι και δεν έστελναν τα παιδιά στο σχολείο, αλλά την ώρα της πρόβας ερχόταν η μαμά η μουσουλμάνα με το παιδί στην πόρτα, για να κάνει την πρόβα και να ξαναφύγει. Ξέρεις τι είναι στην κρίση, βράδυ μετά από παράσταση με 200 παιδιά, όλοι να είναι χαρούμενοι, και κλάπα – κλάπα χειροκρότημα και μπράβο και δημοσιογράφοι και να βασιλεύει μετά η χαρά και το παιδί να λέει «κυρία δεν έχω φάει τίποτα σήμερα»; Είναι δυσκολεμένα αυτά τα παιδιά γι’ αυτό και έχουν καλύτερο χαρακτήρα από τα δικά μας. Τόσα χρόνια που ασχολούμαι νομίζω ότι όλα σχεδόν τα προσφυγάκια της Αθήνας τραγουδούν τη μουσική του Νίκου Χατζηελευθερίου από το Αριστοφάνης junior.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Πολύ πεζά στη φάση αυτή. Να επιβιώσει οικονομικά το Θέατρο από την κρίση του κορονοϊού. Ό,τι δηλαδή φοβάται όλος ο κόσμος τώρα. Θα βρεθούμε ξαφνικά με συσσωρευμένα χρέη. Και τα θέατρα δεν είναι επιχειρήσεις με κεφάλαια και μετοχές. Ό,τι βγάζουμε τα δίνουμε.

Κλείνοντας τη συζήτησή μας: Τι σημαίνει θέατρο;
Επανάσταση! Λειψή, μάταιη, περιττή, αλλά επανάσταση. Ο,τιδήποτε αλλάζει τον κόσμο είναι επανάσταση. Γιατί ο κόσμος είναι θέατρο ή καλύτερα το θέατρο δημιουργεί τον κόσμο!