Θλιμμένες πόλεις, θλιμμένοι άνθρωποι χωρίς έλεος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαριάνα Ενρίκες «Όσα χάσαμε στις φλόγες»
(μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου, εκδ. Πατάκη, 2018)

 

Η συλλογή αυτή της συγγραφέως από την Αργεντινή περιέχει δώδεκα διηγήματα που συγκροτούν έναν πολύ ιδιότυπο, σκοτεινό κόσμο τόσο μέσα στην ψυχή όσο και στον περίγυρο των ανθρώπων.
Παιδιά που ζουν στον δρόμο εξαφανίζονται και ανακαλύπτονται αποκεφαλισμένα. Ένα χάνι που το στοιχειώνει το παρελθόν του, καθώς ήταν σχολή της αστυνομίας στα χρόνια της δικτατορίας. Μια ομάδα από γυναίκες που αποφασίζει να αντιδράσει στην αντρική βία και τις επιθέσεις με βιτριόλι ή φωτιά που δέχονταν από άνδρες, οργανώνοντας μια σειρά από μαζικές εκούσιες αυτοπυρπολήσεις (μία τη βδομάδα φτάνουν), όχι μέχρι θανάτου όμως, με τελικό σκοπό να αλλάξουν τον καθορισμένο από τους άνδρες «κανόνα της ομορφιάς», καθώς περιφέρουν τα πληγωμένα από τις φλόγες πρόσωπά τους. Φώτα αυτοκινήτων που δεν έρχονται ποτέ, άνθρωποι που εξαφανίζονται ανεξήγητα, φασματικές μορφές που εμφανίζονται ανεξήγητα, γεγονότα και όνειρα που διαπλέκονται δημιουργώντας μια θολή προσωπική πραγματικότητα. Μια μαθήτρια που αυτοτραυματίζεται κλείνοντας τους δρόμους γύρω της αλλά ανοίγοντας παράθυρα σε άλλους, μια γυναίκα που θέλει να γίνει όμορφη και ανάλαφρη, σαν τη νεκροκεφαλή που βρήκε στον δρόμο. Εξάχρονα παιδιά μαστουρωμένα, επτάχρονα σκληρά σαν «βετεράνοι πολέμου». Αστυνομικοί που δολοφονούν ατιμώρητα («γιατί αυτό έκαναν οι αστυνομικοί στις νότιες συνοικίες, αντί να προστατεύουν τους πολίτες: σκότωναν εφήβους, ορισμένες φορές με βαναυσότητα, άλλοτε επειδή τα παιδιά αρνούνταν να δουλεύουν για κείνους – να κλέβουν για κείνους ή να πουλάνε τα ναρκωτικά που είχε κατασχέσει η αστυνομία»), παπάδες που έχουν «παραιτηθεί από οποιοδήποτε ποιμαντικό έργο», ταξιτζήδες που δεν μπαίνουν στις παραγκουπόλεις, εισαγγελείς που παίρνουν το ρίσκο να περάσουν το σύνορο της παραγκούπολης για να συναντήσουν το σύνορο της απελπισίας ή και της τρέλας.
Οι ιστορίες που αφηγείται η Ενρίκες είναι περιπλανήσεις στα θολά σύνορα μεταξύ «φυσιολογικού» και τρέλας, πραγματικότητας και φαντασίας, εγρήγορσης και ονείρου, καθώς η συγγραφέας πλάθει ένα σύμπαν διαρκούς ρητής ή υπόρρητης βίας, ψυχολογικής ή σωματικής, που πολύ συχνά την ασκεί ο πρωταγωνιστής, η πρωταγωνίστρια συνήθως, πάνω στον ίδιο της τον εαυτό. Έναν κόσμο γεμάτο από σωματικά και ψυχολογικά τραύματα που οι άνθρωποι αφενός βιώνουν και αφετέρου κουβαλούν από την προσωπική και συλλογική τους ιστορία.

Ένα άγριο Μπουένος Άιρες

Ταυτόχρονα, όλα τα διηγήματα διαδραματίζονται σε ένα τοπίο, σε μια Αργεντινή, που επίσης προβάλλει μέσα σε μια αχλή τρόμου, σε ένα Μπουένος Άιρες ρεαλιστικό μέσα σε μια αγριότητα που μοιάζει να αναδύεται από τη φαντασία: «οι ιστορίες μου είναι συνήθως ριζωμένες σε ρεαλιστικά αστικά περιβάλλοντα και η φρίκη απλώς πηγάζει από αυτούς τους τόπους», λέει άλλωστε σε μια συνέντευξή της η συγγραφέας. Είναι ο κόσμος των παραγκουπόλεων γύρω από τα μεγάλα αστικά κέντρα της Λατινικής Αμερικής, οι οποίες ξεχειλίζουν από ανθρώπους που ζουν στην απόλυτη εξαθλίωση. Έτσι, ο σάπιος ποταμός του Μπουένος Άιρες («ο μεγάλος σκουπιδοτενεκές της πόλης», «το πιο μολυσμένο ποτάμι του κόσμου») γίνεται τόσο μεταφορά όσο και σύνορο, σύνορο που διασχίζει την πόλη αλλά και «σύνορο μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας», σε μια χώρα που καταδιώκεται και στοιχειώνεται από μια συγκροτημένη μνήμη πολιτικής βίας και αγριότητας.
Το Μπουένος Άιρες της Ενρίκες είναι μια πόλη που «γέμιζε ολοένα με εγκαταλειμμένα καταστήματα, παράθυρα χτισμένα με τούβλα για να αποτρέπουν τις καταλήψεις των σπιτιών, σκουριασμένες επιγραφές στις στέγες των κτιρίων από τη δεκαετία του Εβδομήντα», και μια σειρά από προσόψεις «που δεν ήταν παρά βιτρίνες» πίσω από τις οποίες «ζούσαν οι φτωχοί της πόλης».

Συλλογικό τραύμα και θεσμική βία

Η Μαριάνα Ενρίκες είναι δημοσιογράφος, ωστόσο στα διηγήματά της η ιστορική και πολιτικοκοινωνική ματιά είναι λοξή και μέσα από το πρίσμα της λογοτεχνίας, παρά τη «δημοσιογραφική» αφήγηση που πολλές φορές χρησιμοποιεί. Είναι μια ματιά από την πλευρά αυτών των «μη προνομιούχων» αλλά και μια εσωτερική ματιά από την πλευρά του πάσχοντος ή της πάσχουσας, «από τα μέσα», από τη σκοτεινή ζώνη της ψυχής. Έχοντας γεννηθεί τα τελευταία, νοσηρά χρόνια του περονισμού, έχοντας βιώσει τη φρίκη της δικτατορίας και τη σκληρότητα της συντριπτικής οικονομικής κρίσης, η συγγραφέας εξηγεί τον διάχυτο στα διηγήματά της τρόμο μιλώντας για το «συλλογικό τραύμα» και τη «θεσμική βία» που έχει σημαδέψει τους συμπατριώτες της, υπενθυμίζοντας πως «η πρόσφατη ιστορία της Αργεντινής είναι φτιαγμένη από καθημερινές ιστορίες τρόμου».
Στις ιστορίες της Ενρίκες «πολύς κόσμος ζει στον δρόμο», γυναίκες κλαίνε στην κουζίνα «επειδή δεν είχαν λεφτά ή δεν είχαν φως ή δεν μπορούσαν να πληρώσουν το ενοίκιο ή επειδή ο πληθωρισμός τούς είχε κουτσουρέψει τον μισθό σε σημείο που δεν έφτανε πια παρά μόνο για ψωμί και φτηνό κρέας», στις πόλεις «το ρεύμα κοβόταν εκ περιτροπής για έξι ώρες, εντολή της κυβέρνησης, επειδή στη χώρα υπήρχε ενεργειακή έλλειψη» ενώ τα αστικά κέντρα είναι γεμάτα με γκρίζες γειτονιές και υποβαθμισμένα προάστια, τα κίτρινα μέσα μαζικής ενημέρωσης στάζουν αίμα «προκαλώντας τάχα σκάνδαλο και φρίκη στους αναγνώστες, οι οποίοι όμως είχαν κάνει ανάρπαστες κάμποσες επανεκδόσεις με το αποκεφαλισμένο αγόρι στο εξώφυλλο»
Οι ιστορίες της Ενρίκες εκτυλίσσονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα μυστηριακή, αλλόκοτη. Κάποιοι αποκάλεσαν τα διηγήματά της «ιστορίες τρόμου», αλλά η Ενρίκες απαντά «δεν ξέρω αν είναι ιστορίες τρόμου. Χρησιμοποιούν μηχανισμούς τρόμου αλλά είναι μάλλον ιστορίες για τρομακτικές ζωές». Όπως και να ’χει, όμως, το βραβευμένο και μεταφρασμένο σε 25 γλώσσες βιβλίο καταφέρνει να αποτυπώσει αυτόν τον βάναυσο κόσμο όπου «οι θλιμμένοι άνθρωποι δεν έχουν έλεος».

Κώστας Αθανασίου